Μέχρι τα έξι δεν είχες συνειδητοποιήσει, πόσο κωλόφαρδη είχες σταθεί. Από είκοσι ημερών κοιμόταν έξι ώρες σερί τα βράδια. Ενός έτους σηκώθηκε, περπάτησε και δεν σαβουριάστηκε ούτε μια φορά. Μίλησε απίστευτα γρήγορα και πεντακάθαρα. Δεν έβαλε ποτέ τσιμπιδάκια μέσα σε πρίζες, δεν σκαρφάλωσε ποτέ σε πάγκους, δεν ζωγράφισε ποτέ τοίχους και καναπέδες . Στα τρία παρά κάτι ψιλά ξύπνησε ένα πρωί και έβγαλε την πάνα μόνος του. Έκτοτε δεν έπλυνες ούτε μισό κατουρημένο σεντόνι. Το νοσοκομείο παίδων Αγία Σοφία δεν ξέρεις καν πως είναι απέξω και αντιβίωση χρειάστηκε να πιει μοναχά δύο φορές στα χρόνια που ζει. Σου ζητούσε μόνος του μπρόκολα και βραστά κολοκύθια για σνακ και εσύ το κοιτούσες και απορούσες πως αυτό το παιδί, που τόσο φαινομενικά σου έμοιαζε, δεν σου “έμοιαξε” σε τίποτα. Έτσι, μέχρι το έκτο έτος της ζωής του, ζούσες σε μια αγγελικά πλασμένη μαμαδοπραγματικότητα και είχες και το θράσος να τη θεωρείς και δεδομένη. Αλλά όχι, το σύμπαν δεν άργησε να σου βροντοφωνάξει “Καργιολάκι πίσω έχει η αχλάδα την ουρά! Στο τραπέζι της κουζίνας θα σαπίσεις.” και ύστερα χαιρέκακα σου γέλασε στη μούρη.

Από εκεί λοιπόν, που είχες βολευτεί να σου έρχονται όλα δεξιά, γιατί είσαι και ένας καλομαθημένος τοξότης Γκαστόνε, σλάπ σου έρχεται η πρώτη χαστούκα, μόλις το σπλάχνο σου αρχίζει το σχολείο. Σαν new age γονιός όμως, δεν μασάς στις πρώτες δυσκολίες. Μην είσαι και αχάριστη. Εντάξει, μικρούλης είναι ακόμα. Θέλει βοήθεια, θέλει καθοδήγηση, θέλει κάτι να τον εμπνεύσει, θέλει υπομονή η υπόθεση. Και κάθεσαι στο τραπέζι της κουζίνας φορώντας το χαμόγελο σου και προσπαθείς να είσαι ζεν.

Τρία χρόνια μετά ακόμα στο τραπέζι της κουζίνας είσαι καθισμένη. Ο πισινός σου έχει γίνει ένα με την άβολη καρέκλα. Εκεί θα βρουν τα κόκαλά σου. Είσαι ένα βήμα πριν την φαρμακευτική αγωγή. Σαν ηρωίδα του ρετιρέ παθαίνεις καρδιακές κρίσεις σε εβδομαδιαία βάση πλέον, που φυσικά τον αφήνουν παγερά αδιάφορο και η ζωή στο στρουμφοχωριό αρχίζει επικίνδυνα να μυρίζει xanax και prozac. Γιατί καργιολάκι, μην ξεχνιόμαστε, τα έξι χρόνια απόλυτης ηρεμίας και ευτυχίας ένας αρχαίος χρησμός θέλει να τα πληρώσεις με δώδεκα χρόνια σχολικής παράνοιας!

Ειλικρινά δεν ξέρω τι φταίει γι’ αυτά που περνάω. Μην βιαστείτε να με χαρακτηρίσετε υπερβολική. Εσείς ειδικά που τα παιδιά σας “περπατάνε” μόνα τους σε σχολικό επίπεδο, καλύτερα να σταματήσετε τώρα να με διαβάζετε. Να ξέρετε όμως πριν φύγετε πως σας μισώ λιγάκι… Και εσάς που είσαστε άνευ προσωπικών ψυχαναγκασμών και θεωρείτε τις σχολικές επιδόσεις δευτερευούσης σημασίας, και εσάς σας μισώ, διπλά! Ακολουθήστε ήρεμα τους προηγούμενους προς την έξοδο του κειμένου αυτού.

Τώρα λοιπόν που μείναμε μεταξύ μας τα ψυχάκια, ας ξεδιπλώσω την παράνοια που με κυκλώνει όλο και πιο απειλητικά. Ναι, είμαι ψυχανάγκα του κερατά. Ναι, έχω το σύνδρομο της καλής μαθήτριας. Ναι, είμαι ζαβό. Ναι, κάψτε με δημόσια, σαν την συνονόματη μου την Ιωάννα της Λωραίνης, στην πλατεία Συντάγματος, αλλά δεν την παλεύω άλλο!

Και για να σε προλάβω, να σου πω πως τα έχω δοκιμάσει ΟΛΑ! Μέχρι και με ultrex λούστηκα, μα τον Θεό, και φως δεν είδα… Και έκανα όλα τα “σωστά” που λένε οι ψυχολόγοι. Αλήθεια τα έκανα, φιλάω σταυρό. Αλλά είμαι και άνθρωπος και έκανα και όλα τα “λάθη”. Και παιχνίδι αξίας 2000 ευρώ έταξα, γνωρίζοντας πως αν αυτό δούλευε θα έπρεπε να πουλήσουμε κάτι ελιές μετά, για να βγάλει το δημοτικό. Και τη γνωστή κασέτα “Τι θα απογίνεις στη ζωή σου; Που αν δεν μάθεις γράμματα, δεν θα γίνεις σωστός άνθρωπος!” έπαιξα. Και μια αρχαία τραγωδία έριξα στα πατώματα, “οϊμέ, που απέτυχα ως μάνα”. Σε αυτή την τελευταία προσεγγιστική, το σύμπαν σε συνεργασία με το βλαστάρι μου με τρόλαραν χωρίς έλεος. Διότι εγώ έδινα οσκαρική ερμηνεία και εκείνος με παρηγορούσε, “μην κλαις μανούλα, είσαι εξαιρετική ως μητέρα”. Για να μην πολυλογώ μόνο ξύλο δεν έχω δώσει. Και αυτό όχι γιατί είμαι της νοοτροπίας “η βία μόνο βία γεννά”. Που είμαι αυτής της νοοτροπίας σε καταστάσεις νηφαλιότητας. Σε καταστάσεις αμόκ, απλά είμαι κοτόπουλο! Και μάλιστα όχι κανένα ελευθέρας βοσκής. Από εκείνα τα κοτόπουλα του πτηνοτροφείου είμαι, κοτόπουλο της λάμπας! Απλά δεν μπορώ να σηκώσω χέρι σε άνθρωπο. Ούτε τον Χίτλερ δεν θα μπορούσα να χαστουκίσω, για να καταλάβετε.

Τρία χρόνια έτσι, παλεύω στο τραπέζι της κουζίνας. Παλεύω με τον χαρακτήρα του παιδιού μου, που προφανώς και κατά γενική αποδοχή είναι πιο υγιές ψυχικά από μένα. Που είναι ένα φυσιολογικό παιδί (μην νομίζεις, το έψαξα και αυτό η παλαβή, αλλά δεν γράφω λεπτομέρειες μπας και σώσω λίγη αξιοπρέπεια για το άτομο μου) που απλά βαριέται να διαβάσει. Που ενώ τα ξέρει, δεν τα γράφει, γιατί σκέφτεται τις μπίλιες που άφησε σπίτι. Που για να διαβάσει πρέπει να κάθομαι και εγώ στο τραπέζι της κουζίνας, έτσι για να γουστάρουμε οικογενειακώς. Που ποτέ κανένας εκπαιδευτικός δεν μου έχει κάνει παράπονο και που θέλω να τους βρίσω όλους, γιατί δεν ξέρουν τι τραβάω εγώ στο σπίτι. Που παρά τα δικά μου συνεχή λάθη παραμένει ένα υγιές, χαρούμενο, παιδάκι, που απλά δεν γουστάρει το διάβασμα! Και όσο νομίζω πως παλεύω με εκείνον, η μάχη γυρνάει προς τον εαυτό μου. Και πλέον δεν παλεύω με τα δικά του θέλω, που είναι ξεκάθαρα, αλλά με τα δικά μου ψυχαναγκαστικά θέλω. Τη δική μου αδυναμία να τον αφήσω να πάει αδιάβαστος. Τη δική μου πετριά να καταφέρνει να ανταπεξέρχεται επιτυχώς στις σχολικές απαιτήσεις. Και νομίζω είναι πλέον ξεκάθαρο, πως δεν την βγάζω καθαρή, αν συνεχίσω έτσι.

Δεν θα το έγραφα ποτέ αυτό το κείμενο. Δεν είμαι περήφανη για το πλασματικό αδιέξοδο μέσα από το οποίο παλεύω να βγω. Ο μόνος λόγος που το έγραψα, είναι σαν φόρο τιμής σε όλα τα τραπέζια της κουζίνας, που μέσα στους αιώνες, έχουν υπάρξει σιωπηλοί μάρτυρες παρόμοιων τραγωδιών. Γιατί το ξέρω πως δεν είμαι μόνο εγώ. Και εσένα που μέσα σε αυτές τις αράδες μπορεί να βρήκες τον εαυτό σου, να ξέρεις σ’ αγαπάω και ας κάνεις λάθη. Σ’ αγαπάω και ας μην αγαπάς εσύ τον εαυτό σου για εκείνα τα “μα καλά παιδάκι μου, είσαι χα…” που πήγες να ξεστομίσεις και που τελευταία στιγμή πρόλαβες και τα έκανες καραμέλα. Κάνε κουράγιο… Δώδεκα χρόνια είναι θα περάσουν. Και αν βρεις καμία μαγική συνταγή, να γλιτώσουμε τον εγκλεισμό, να την μοιραστείς μαζί μου, ναι;