Ροζ τριαντάφυλλα με χρυσά φυλλαράκια, ζωγραφισμένα περιμετρικά σε λευκή, κινέζικη, πανάκριβη πορσελάνη. Το καλό σερβίτσιο της μαμάς, που μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις βγαίνει από τη σερβάντα, σήμερα έχει την τιμητική του. Λάμπει δίπλα στα ασημένια μαχαιροπίρουνα με τις επίχρυσες λαβές. Προίκα της και τα δύο. Ο εφιάλτης της παρακόρης, που τρέμει μην πάθουν κάτι πριν ολοκληρωθεί το δείπνο. Εκείνη άλλωστε πάντα πληρώνει τα “σπασμένα”, ακόμα και όταν δεν φταίει. Ροζ πολύτιμα τριαντάφυλλα, όπως εκείνα που μου άφηνε στο πρεβάζι του παραθύρου. Φρεσκοκομμένα και μοσχομυριστά, με τη δροσιά του πρωινού να γυαλίζει προκλητικά πάνω τους. Κρυμμένα είναι πλέον μέσα σε βιβλία. Πατικωμένα, ξεραμένα, άοσμα θυμίζουν στο ελάχιστο την αλλοτινή τους αίγλη. Ένα μέσα στον Ερωτόκριτο, ένα μέσα στο μονόγραμμα του Ελύτη και ένα μέσα στη μεγάλη χίμαιρα του Καραγάτση. Αυτό γιατί το έβαλα εκεί μέσα; Προφητικό ίσως… Ροδούλα μου, και η κόρη πληρώνει τα “σπασμένα” καμιά φορά.

“Η ώρα η καλή!”

Κεριά κατά μήκος του ορθογώνιου τραπεζιού να τρεμοπαίζουν. Λευκά κεριά, αγορασμένα από την Αθήνα. Με το καλό φιτίλι για να κρατάνε πολύ. Τρεμοπαίζει η φλόγα τους κάθε φορά που κάποιος μιλάει προς το μέρος τους, αλλά δεν σβήνουν. Αργά και βασανιστικά λιώνουν σκορπίζοντας ασθενικό φως. Παραμορφώνει το φως των κεριών τα πρόσωπα. Τα μαλακώνει… Μόνο εκείνου το πρόσωπο δεν παραμορφώνει. Ίσως επειδή και εκείνος δυο κεριά είχε για μάτια. Ακόμα και τώρα με κεριά μοιάζουν, κάθε φορά που το βλέμμα του πέφτει πάνω στο δικό μου. Τρεμοπαίζουν οι ματιές και λιώνουν οι καρδιές. Και είναι καλό το φιτίλι και σιγοκαίει βασανιστικά.

“ Να μας ζήσουν τα παιδιά, συμπεθέρα!”

Κοτόπουλο, λευκή μαλακή σάρκα καλυμμένη με κόκκινη σάλτσα. Λευκή σάρκα παραδομένη προς βρώση. Η δική μου λευκή σάρκα, παραδομένη προς βρώση στο κόκκινο του πάθους του. Μόνη μου την απελευθέρωσα κομμάτι, κομμάτι. Χωρίς ντροπή, χωρίς ενοχή, χωρίς μεταμέλεια. Του τη χάρισα ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι. Και πιτσιλίστηκε το λευκό με σταγόνες από κόκκινο αίμα. Νόμισα η ηλίθια πως το αίμα δένει. Το αίμα πληγώνει. Το αίμα θα πληγώνει στο μέλλον.

“Τρικούβερτο γλέντι θα κάνουμε το καλοκαίρι, στους γάμους! Στην υγειά σας!”

Μυρωδιές από καπνό και από αλκοόλ, να κατακλύζουν τη κατάμεστη γιορτινή σάλα. Βαρύ τσιγάρο και γιοματάρικο κρασί. Έτσι μύριζε και η ανάσα του εκείνο το βράδυ, που μου το ανακοίνωσε. Βρομούσε η προδοσία, βρομούσε και η ανάσα. Θα την κουβαλάει μαζί του τη βρομιά για πάντα. Μπροστά του θα τη βρίσκει κάθε μέρα, ο ανόητος. Δεν βγαίνει ο λεκές από τη ψυχή τόσο εύκολα.

“Καλούς απογόνους να έχουν!”

Δαντέλες, ταφτάδες και κεντημένες χάντρες στα χρώματα του ουράνιου τόξου, να ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε μαύρα κουστούμια. Μπλε ρουά διάλεξε για μένα η μαμά. Αυτό λέει είναι το χρώμα μου. Σαν ένα τεράστιο φουρτουνιασμένο κύμα μοιάζω, χαμένη μέσα στο φόρεμα μου. Ένα κύμα, που αν το αφήσω ελεύθερο, θα πνίξει όλων τα γέλια απόψε. Εκείνον άλλωστε θα πνίξω πρώτο, εκείνον θα παρασύρω μαζί μου στον βυθό. Δεν φοβάται όμως. Το βλέπω από την ώρα που καθίσαμε απέναντι στο τραπέζι, πως δεν φοβάται. Σαν να με παρακαλάει κιόλας να το κάνω. Άγκυρες ήθελε όμως και τώρα να μείνει δεμένος. Το χατήρι δεν θα του το κάνω.

“Και στης Ναταλίτσας τις χαρές! Και στα δικά σου κορίτσι μου!”

Μελωδίες βγαλμένες από ένα πικ απ. Η βελόνα γρατζουνάει το μαύρο βινύλιο, φτιάχνοντας ήχους. Και τα σώματα να λικνίζονται ρυθμικά. Κορμιά όλων των ηλικιών αγκαλιασμένα. Μέχρι και οι γονείς μου χορεύουν ευτυχισμένοι. Χρόνια έχω να τους δω να ακουμπάνε ο ένας τον άλλο. Ακόμα όμως και εκείνων το άγγιγμα, πιο αληθινό μοιάζει από το ζευγάρι που χορεύει δίπλα τους. Απόψε δεν ξέρω ποιος από όλους μας είναι ο πιο κακορίζικος, δεν ξέρω ποιον να λυπηθώ περισσότερο. Θα μπορούσα να πάω κάπου μακριά, αλλά δεν θα το κάνω. Εδώ θα στέκομαι σιωπηλή, να του θυμίζω τι αρνήθηκε. Να του θυμίζω πως πουλήθηκε για την περιουσία της πρωτότοκης.

“Έλα γαμπρέ! Χόρεψε και την κουνιάδα σου έναν χορό!”

Το βαλς των χαμένων ονείρων ξεκινάει να παίζει. Νότες χωρίς λόγια. Το χέρι του τρέμοντας ακουμπάει στη μέση μου. Το δικό μου σταθερό και παγωμένο ακουμπάει στον ώμο του. Τα μάτια του αποφεύγουν να συναντήσουν τα δικά μου. Η ανάσα του χτυπάει στον γυμνό λαιμό μου.

-Θα μας πάρουν χαμπάρι όπως κάνεις, σύνελθε!
-Πες μου πως θα σε δω πιο αργά στο σημείο μας.
-Πάψε και χόρευε. Όλοι μας κοιτάζουν…
-Μόνο αν μου πεις πως θα έρθεις!
-Τελειώνει απόψε η δική μας ιστορία. Για τριάκοντα αργύρια την έκανες ένα βαλς των χαμένων ονείρων!
-Δεν έχει τέλος η δική μας ιστορία, θα σε περιμένω…