Το αγόρι πρόσεξε από την πρώτη στιγμή το μαύρο βραχιόλι με τη νεκροκεφαλή. Ήταν μαζί με τους γονείς του στο τοπικό παζάρι της παραλιακής τους πόλης και γυρνούσαν ανάμεσα στον κόσμο και τους πάγκους με τα παιχνίδια, τις τσάντες κλπ. Οι πωλητές διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους τόσο δυνατά, που έμοιαζαν σαν να είχαν ανάγκη να πείσουν πιότερο τον εαυτό τους παρά τους υποψήφιους πελάτες για την χρησιμότητα των εμπορευμάτων.
Ωστόσο, η πωλήτρια με το ξεδοντιάρικο χαμόγελο ήταν από τους πιο σιωπηλούς, αφήνοντας τους ανθρώπους που περνούσαν μπροστά από τον πάγκο της να αποφασίσουν μόνοι τους αν θα σταματήσουν.

Το μικρό παιδί είδε από μακριά την γυναίκα να το κοιτάζει. Στην αρχή, απέστρεψε το βλέμμα του. Όμως, όταν έφτασε κοντά στον πάγκο της, το μάτι του «συνέλαβε» αμέσως το βραχιόλι. Το αγόρι είπε στους γονείς του πως αυτό ήθελε να αγοράσει. Η μητέρα και ο πατέρας του δυσφόρησαν με την απόφασή του -και με τη φάτσα της πωλήτριας, για να λέμε την αλήθεια-, αλλά εν τέλει του το αγόρασαν.

Η γυναίκα πίσω από τον πάγκο χαμογέλασε και αποχαιρέτησε την οικογένεια με τις καλύτερες ευχές της, για «το μοναδικό δώρο που έκαναν στο παιδί». «Ο πειρατής που το φορούσε», είπε, καθώς η οικογένεια απομακρυνόταν, «δεν έχασε ποτέ του. Γιατί, όσο το φορούσε, τα όνειρά του περιέβαλλαν την αλμυρή ζωή του με όσα ποθούσε».
Το αγόρι το φόρεσε λίγο αφότου επέστρεψαν στο σπίτι. Το κοίταξε και το καμάρωσε. Πάντα του άρεσαν οι ιστορίες με πειρατές και η νεκροκεφαλή του βραχιολιού θύμιζε πειρατική σημαία. Το αγόρι ήθελε να γίνει ναυτικός, να πάει ταξίδια πολλά, να θαλασσοδαρθεί. Να παλέψει με άλλους ναυτικούς. Είχε τόσα όνειρα με πλοία και θάλασσα…
Άρχισε να παίζει. Πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο, με ένα νεροπίστολο και ένα ψεύτικο γιαταγάνι που είχε αγοράσει από άλλο παζάρι. Παρίστανε πως ήταν καπετάνιος ενός πλοίου και κυνηγούσε ένα εμπορικό, το οποίο πρέπει να είχε πάνω του πολλούς θησαυρούς.

Κάποια στιγμή, όπως κουνούσε το σπαθί του, παλεύοντας αόρατους ναύτες, έκανε μια απότομη κίνηση μπροστά, με τη μύτη του σπαθιού να είναι έτοιμη να μπηχτεί στην πρίζα που βρισκόταν στον τοίχο.
Το αγόρι δεν το πρόσεξε.
Όμως, άκουσε μια φωνή να του λέει, «Κατέβασε το αναθεματισμένο το σπαθί, καπετάνιε».
Το αγόρι παραξενεμένο υπάκουσε. Άφησε στο πάτωμα το σπαθί και σήκωσε το χέρι του. Είδε τη νεκροκεφαλή να έχει στρίψει τις άδειες κόγχες της και να το κοιτά. Το ένα από τα δύο κόκαλα που κανονικά σχημάτιζαν ένα Χ είχε φύγει από τη θέση του και ήταν στραμμένο προς την πρίζα.
«Είναι επικίνδυνα εκεί, καπετάνιε», είπε η νεκροκεφαλή, κουνώντας την κάτω γνάθο της. Είχε φωνή βαθιά και σκληρή, ίδια με φωνή πειρατή. «Δεν υπάρχει θησαυρός καλύτερος από το θάνατο σ’ εκείνη την τρύπα, καπετάνιε. Πρόσεχε! Πλοίο χωρίς καπετάνιο είναι σπαθί δίχως στρατιώτη να το κραδαίνει».
Το αγόρι γέλασε δυνατά.
«Έλα, καπετάνιε, πάμε για περιπέτειες». Η νεκροκεφαλή κοίταξε πέρα δώθε. «Πού είναι η θάλασσα, καπετάνιε; Ναύτης χωρίς πλοίο και θάλασσα είναι σαν πουλί χωρίς φτερά. Πάμε για τα ακρογιάλια και τους γλάρους, καπετάνιε».
Το αγόρι βγήκε έξω. Η πόλη ήταν παραλιακή, οπότε ένας μεγάλος αριθμός σπιτιών ήταν ακριβώς απέναντι από τη θάλασσα. Το αγόρι πήγε στην αμμουδιά και παρατήρησε τον ήλιο που έδυε.
«Ε, καπετάνιε!» είπε η νεκροκεφαλή. «Θέλω να δω κι εγώ».
Το αγόρι σήκωσε το χέρι του και τα άδεια μάτια της νεκροκεφαλής ατένισαν τον πορφυρό ορίζοντα.
«Εκεί, καπετάνιε», είπε. «Εκεί ανήκεις. Το σκαρί σου σε περιμένει. Είναι ώρα να το βρεις και να μπαρκάρεις για τον ήλιο».
Το αγόρι έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε το πλοίο του και τους ναύτες που διοικούσε.
«Σήκωσε τα χέρια, καπετάνιε», είπε η νεκροκεφαλή. «Σήκωσέ τα και οδήγησε τη σκούνα σου».
Το αγόρι το έκανε. Τα μάτια της νεκροκεφαλής έλαμψαν και το μικρό παιδί μύρισε πιο έντονα τη θάλασσα. Τα χέρια του κρατούσαν το μεγάλο τιμόνι και φωνές από βραχνιασμένους και λίγο πιωμένους ναυτικούς ακούγονταν παντού. Το πλοίο έγερνε μια εδώ και μια εκεί, ενώ οι γλάροι έκρωζαν χαρούμενοι ψηλά στα κατάρτια.
«Εδώ ανήκεις, καπετάνιε», είπε η νεκροκεφαλή. «Την ημέρα που θα αφήσεις τούτο το κύτος, μόνο νεκρός θα είσαι. Κι ίσως ούτε και τότε».
Το αγόρι, φορώντας φθαρμένα ρούχα και ένα τριγωνικό καπέλο, διέταξε: «Εμπρός, ναύτες! Πάμε να βρούμε κάνα θησαυρό».
Οι άντρες ζητωκραύγασαν και άρχισαν τα μεθυσμένα τους τραγούδια.
Το αγόρι ζούσε το όνειρό του.