Μέσα στο πλήθος συναντήθηκαν τα βλέμματα τους και οι χτύποι της καρδιάς του χόρεψαν για δευτερόλεπτα σ’ έναν αλλιώτικο ρυθμό. Είχαν καιρό να ανταμώσουν όμως ποτέ δεν ξέχασε αυτή την αίσθηση που του προκαλούσε η όψη της. Ασκούσε πάντα επάνω του μια περίεργη εξουσία. Τον τραβούσε σαν την πεταλούδα στο φως. Κι ας ήξερε ότι θα καεί…

«Θα μπλέξουμε!» ήταν η πρώτη του σκέψη όταν την πρωτοείδε. Κι είχε δίκιο. Δεν ήταν για εκείνον αυτή η γυναίκα και το ήξεραν και οι δύο καλά. Όμως τον τραβούσε σαν μαγνήτης.

Τα βήματά του τον οδήγησαν κοντά της κι ας ήξερε πως έπρεπε να φύγει μακριά. Μύρισε το άρωμα της. Μέθυσε. Του χαμογέλασε. Ζαλίστηκε. Τον άγγιξε. Πόνεσε όλο του το κορμί.
Ήξερε πώς αυτή η γυναίκα ήταν η καταστροφή του. Μα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Ήταν αργά πια. Δεν υπάκουσε το σώμα του. Το κορμί ήξερε πού θέλει να βρεθεί, χωρίς λογική, χωρίς όρια.

Προσπάθησε για λίγο να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του, πήρε βαθιά ανάσα, ξεφύσηξε δυνατά και με τον αέρα που βγήκε από μέσα του ήταν λες κι έφυγε και η αμηχανία που τον είχε κυριεύσει. Έγινε ξανά το δυναμικό αρσενικό που πάντα ήταν. Έσκυψε προς το μέρος της και με σταθερή φωνή της είπε σιγά:
«Ή τώρα ή ποτέ!»
Τον κοίταξε στα μάτια ξαφνιασμένη. Το βλέμμα της αγρίεψε, έσμιξε τα φρύδια.
«Ποτέ!» είπε χωρίς να κουνηθούν τα βλέφαρά της κι αμέσως χαμογέλασε πονηρά, αυτάρεσκα.
Εκείνος δεν πτοήθηκε, δεν έχασε την σιγουριά του. Την διάβαζε… Ήξερε πολύ καλά ότι αυτό το «ποτέ» σήμαινε «τώρα». Το φώναζε το κορμί της, η ανάσα της, τα μάτια της. Αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της.
«Όπως θέλεις!» ψιθύρισε αδιάφορα και γύρισε την πλάτη για να φύγει. Την αιφνιδίασε.
«Έι!» του φώναξε αλλά εκείνος δεν γύρισε. Συνέχιζε να προχωρά προς την έξοδο κι ένιωθε ότι εκείνη ήταν τώρα που είχε χάσει την αυτοκυριαρχία της. Χαμογέλασε λοξά.
Στάθηκε μπροστά από το ασανσέρ. Δεν πάτησε αμέσως το κουμπί. Πήρε βαθιά ανάσα. Περίμενε. Ήξερε… Κέρδιζε χρόνο. Πάτησε το κουμπί αποφασιστικά. Ήξερε…

Όταν την ένιωσε να στέκεται δίπλα του δεν ξαφνιάστηκε. Δεν γύρισε καν το βλέμμα του.
«Μα πού πας;» άκουσε τη φωνή της ταυτόχρονα με το άνοιγμα της πόρτας.
«Κάτω. Αν θέλεις να πας επάνω θα πρέπει να περιμένεις το επόμενο.» της απάντησε ψυχρά, αδιάφορα. Μπήκε μέσα χωρίς να την κοιτάξει κι ένιωθε την σιγουριά της να καταρρέει, να τσακίζεται. Για πρώτη φορά είχε εκείνος το πάνω χέρι κι αυτό την έβγαλε από τα νερά της. Δεν το γνώριζε αυτό το παιχνίδι και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» βρέθηκε ξανά δίπλα του τραβώντας θυμωμένα το χέρι του πριν πατήσει το κουμπί με το μηδέν. Κι όμως για πρώτη φορά εκείνη ήταν στο μηδέν… Στο τίποτα. Εκείνος έδιωξε το χέρι της και πάτησε το κουμπί κοιτώντας την προκλητικά στα μάτια. Η πόρτα έκλεισε και το ασανσέρ άρχισε να κατεβαίνει τους ορόφους ορμητικά. Η ανάσα της έγινε γρήγορη, τα μάτια της πετούσαν φωτιές. Πλησίασε το χέρι της στα κουμπιά κι εκείνος της το τράβηξε απότομα. Τον έσπρωξε δυνατά και κατάφερε να πατήσει το στοπ. Το ασανσέρ πάγωσε. Για μια στιγμή τα μάτια τους αντάλλαζαν σπίθες. Εκείνος προσπάθησε να πλησιάσει τα κουμπιά κι εκείνη τον έσπρωξε ξανά. Τότε την άρπαξε από τη μέση και κόλλησε το κορμί της επάνω στο δικό του. Εκείνη προσπάθησε να κάνει πίσω κι ας ήξερε πως ήταν μάταιο. Τα χέρια του την έσφιξαν ακόμα πιο δυνατά. Το βλέμμα του αγριεμένο συνάντησε το χαμένο δικό της. Ήταν δική του! Αυτή την μάχη την είχε κερδίσει.

Την σήκωσε ψηλά ενώ εκείνη χωρίς δισταγμό τύλιξε τα πόδια της γύρω του. Τα χείλη τους ενώθηκαν, άγρια, λυσσασμένα. Οι σπίθες έγιναν φλόγες και ξεχύθηκαν παντού. Κι όλο δυνάμωναν και τους έκαιγαν… Μα δεν τους ένοιαζε…

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα