Πήρε το παξιμάδι στο λεπτό του χέρι. Με το άλλο χέρι πήρε την βίδα και ξεκίνησε να βιδώνει. Οι κινήσεις του σίγουρες, τόσο σίγουρες που νόμιζες πως ήταν μεγάλος άντρας κι ας ήταν σκάρτα εννιά χρονώ.Συνέχισε το μοντάρισμα της ρόδας. Έπρεπε να κάνει γρήγορα, θα νυχτώσει σε λίγο κι έπρεπε να τελειώσει. Τα χέρια του δούλευαν γρήγορα, στα τυφλά έπιαναν βίδες, ροδέλες και παξιμάδια και με το κλειδί έσφιγγε με όση δύναμη είχαν τα αδύνατα χεράκια του.

Στην γωνία της αυλής ήταν το βασίλειό του. Το ποδήλατό του, (αυτό το μοναδικό δικό του πράγμα σε ολόκληρο το σπίτι) και γύρω γύρω άδεια μικρά κεσεδάκια από γιαούρτι, γεμάτα με λογής λογής βίδες, μικρά βαζάκια με λίγο γράσο, παλιά πανιά που εξασφάλιζε μετά από πολλή μουρμούρα της θείας, μπογιές, πινέλα. Όποτε σκούραιναν τα πράγματα, εκείνος πήγαινε στην γωνιά του και έπιανε το ποδήλατό του. Όχι, δεν έφευγε μακριά, αντιθέτως, καθόταν εκεί και έλυνε το ποδήλατο. Μπορούσε να το κάνει χίλια κομμάτια και να το ξαναφτιάξει από την αρχή. Ήταν μόνο εννέα ετών και δεν καταλάβαινε πως η συγκέντρωση στο λύσιμο και ξαναδέσιμο του ποδηλάτου, ήταν ο τρόπος να κλείνει τ’αυτιά του στα δύσκολα.

Η μέρα προχωρούσε, σε λίγο θα νύχτωνε, αλλά εκείνος δεν αγχωνόταν πια, λίγο του έμενε και θα ήταν έτοιμο το ποδήλατο! Αυτήν την φορά, το έβαψε ασημένιο. Σαν τις μεγάλες μηχανές που έβλεπε καμιά φορά να περνάνε σηκώνοντας τον κόσμο. Ναι, από αύριο, θα είχε ασημένιο ποδήλατο.

Άκουσε την θεία του να τον φωνάζει.

Έκανε πως δεν άκουσε. Μακάρι να μην την άκουγε ποτέ. Ήταν τόσο τσιριχτή η φωνή της και τόσο ανυπόμονη, που του τρυπούσε το μυαλό. Ήξερε γιατί τον φώναζε: Να ετοιμαστεί, σε λίγο θα έτρωγαν και μετά, θα περίμεναν ν αλλάξει ο χρόνος: «τώρα θα μεγαλώσεις άλλο ένα χρόνο, θα γίνεις 10 χρονώ άντρας, το ξέρεις;» του έλεγε κι εκείνος σήκωνε αδιάφορα τους ώμους του. Ωραία, θα μεγαλώσω, ωραία, θ αλλάξει ο χρόνος και;

Αναστέναξε.
Κοίταξε τον ουρανό.
Γλυκό μπλε μωβ του δειλινού. Κάποιοι του είχαν πει, πως κάπου εκεί ψηλά ήταν η μάνα του. Και πως τον βλέπει από ψηλά και τον προσέχει. Άραγε τον αγαπάει; Είναι σίγουρος πως δεν τον αγαπάει όπως δεν τον αγαπούσαν και πολλοί, έτσι σκυθρωπά και βλοσυρά που τον κοιτάζουν όλοι. Θυμήθηκε πως όχι πολύ καιρό πριν, όλοι είχαν άλλο βλέμμα, ζούσε η μάνα του όμως, μπορεί εκείνη να τους απαγόρευε να τον κοιτάνε βλοσυρά. Άραγε, τον αγαπούσε; Δεν ήξερε, αν τον αγαπούσε δεν θα τον άφηνε, σωστά;

Τίναξε από πάνω του τα χώματα. Μπήκε μέσα στο σπίτι. Η θεία, μια μαυροντυμένη φιγούρα που νόμιζες πως ήταν εκεί για να κλέβει το φως και τον αέρα του, τον αγριοκοίταξε: «πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου, πώς έγινες πάλι έτσι, δεν μπορώ άλλο να πλένω τα ρούχα σου, μ έφαγε η σκάφη».

Έπλυνε τα χέρια του και κάθισε στο τραπέζι. Έφαγε βιαστικά όλο του το φαγητό και σηκώθηκε από το τραπέζι. Κανείς δεν τον ρώτησε αν χόρτασε, αν ήθελε κι άλλο φαγητό, αν του άρεσε το φαγητό. Του άρεσε που δεν τον πρόσεχε κανείς, τον έβλεπαν μα δεν τον πρόσεχαν, μόνο έλεγαν «κακόμοιρο ορφανό» κι απέστρεφαν το βλέμμα.

Πήγε στο παράθυρο. Τράβηξε μια καρέκλα κοντά κι ανέβηκε. Έξω ο δρόμος ήταν έρημος. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε, ποιος βγαίνει έξω παραμονή Πρωτοχρονιάς τέτοια ώρα; Κοίταξε το απέναντι σπίτι. Φώτα μέσα – έξω, προηγουμένως είχε δει κόσμο να μπαίνει, σίγουρα ο Γιαννάκης που έμενε απέναντι θα έπαιρνε πολλά δώρα, «απέναντι δεν έχουν πένθος, μπορούνε να κάνουν όσα γλέντια θέλουν» του απάντησε κοφτά η θεία, όταν την ρώτησε.

Σίγουρα θα ερχόταν ο άη-Βασίλης στον Γιαννάκη κι αν ερχόταν σ αυτόν, γιατί να μην έρθει και σε κείνον; Άραγε να ήξερε ο άη-Βασίλης πως κι απέναντι έμενε παιδί, έμενε εκείνος κι ήταν καλό παιδί όλη την χρονιά, άραγε θα ερχόταν;
«Έλα και σε μένα άη-Βασίλη, έλα σε παρακαλώ κι άφησέ μου ό,τι δώρο θέλεις, δεν με νοιάζει, αρκεί να έρθεις»
Μ’όλη την δύναμη του μυαλού του κι όλη την φλόγα της ψυχής του το είπε αυτό.Να δεις, θα ερχόταν, δεν ήταν δυνατόν να μην έρθει, ακόμη κι αν δεν ήξερε πως έμενε παιδί απέναντι, θα έβλεπε το ποδήλατό του, έτσι δεν είναι;

Η θεία του φώναξε, μια στιγμή έσβησαν τα φώτα κι αμέσως ξανάναψαν.
Φιλήθηκαν όλοι βιαστικά, αμήχανα, ευχές ψιθυριστές, βουβές, κάποιος τον φίλησε απαλά στο μάγουλο, ποιος να ήταν; [«μαμά;;;»]
Κοίταξε γύρω. Πουθενά δεν ήρθε δώρο, δεν ήρθε; Αλήθεια, πότε έρχεται ο άη-Βασίλης ακριβώς;Ξανακοίταξε στον δρόμο. Άδειος πάλι. Μα για στάσου, η πόρτα της αυλής, ήταν ανοιχτή;;;
Όρμησε έξω.
Δίπλα στο ασημένιο του ποδήλατο, ένα μικρό κατακόκκινο σιδερένιο αυτοκινητάκι!!
Κοίταξε γύρω, κανείς.
Κοίταξε ψηλά, ο ουρανός ήταν κατάμαυρος πια…
[Μαμά;]