Η μέρα της Ανάστασης πλησιάζει, μαζί με την ώρα που θα μαζευτούμε έξω από την εκκλησία, περιμένοντας με κατάνυξη να γυρίσουμε σπίτι για να φάμε μαγειρίτσα και γαρδούμπες (ναι είσαι από αυτούς ΠΑΡΑΔΕΞΟΥ ΤΟ!). Η συνήθης πολύπλοκη, ευφάνταστη, πανέξυπνη, αριστοτεχνικά γραμμένη εισαγωγή (ΔΙΑΦΩΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΚΑΝΩ ΑΚΡΒΩΣ ΤΕΤΟΙΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ; Ναι;;; να σας κάτσει το σπληνάντερο στο λαιμό ρε!) εδώ δεν έχει νόημα. Πάμε να δούμε κάποιες από τις φυλές που συναντάμε κάθε χρόνο, με παραλλαγές ή μη, στο προαύλιο της εκκλησίας την Ανάσταση. Χαρακτηριστικά, γνωρίσματα και τρόποι να τους αποφύγεις.

Η φυλή των «Στρακαστρούκας»:
Όχι δεν είναι Ισπανοί, δεν είναι Βραζιλιάνοι, δεν είναι Πορτογάλοι. Δεν έχουν τίποτα το εξωτικό, μιας και όλο τον υπόλοιπο χρόνο τους βρίσκεις παντού: Είναι οι τύποι που κόβουν την εξάτμιση από το παπί για να κάνει «ιιιιιιιιιιΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ» όταν περνάει τα μεσημέρια κάτω από το παράθυρο σου. Είναι οι τύποι που βάζουν μηχανή τρακτέρ στο Φίατ για να κάνει «βββββββββρρρρρρρρρμρμμμμμμμμΒΒΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜΜ» τα βράδια που μόλις έκλεισες τα ματάκια σου. Είναι οι τύποι που έχουν βάλει τα ηχεία του Rockwave στο Λάντα και γεμίζουν τρα(ν)ς και σκυλάδικες μελωδίες τις γειτονιές, κυρίως σε ώρες κοινής ησυχίας. Προφανώς δεν θα ήταν διακριτική η παρουσία τους το βράδυ της Ανάστασης ε;
Καταφθάνουν αρματωμένοι, στο προαύλιο του ναού μισή ώρα πριν το «Χριστός Ανέστη». Πιάνουν μια γωνιά και αρχίζουν να κατεβάζουν τα πυρομαχικά: σκορδάκια, στρακαστρούκες, δυναμιτάκια, πυροτεχνήματα, βεγγαλικά, φωτοβολίδες, όλμους που έκλεψαν «για ενθύμιο» από το Πετροχώρι όταν ήταν φαντάροι και έναν μικρό πλανήτη λευκό-νάνο που ετοιμάζεται για σουπερνόβα. Με το που ακουστεί η πρώτη συλλαβή του «Χριστός Ανέστη» από τα ηχεία, ξεκινάνε σαν άλλοι Μιαούληδες να πυρπολούν τα εκρηκτικά. Το προαύλιο της εκκλησίας, μετατρέπεται σε σκηνικό από την «υπολοχαγό Νατάσσα», ο χώρος γύρω τους αδειάζει σε ακτίνα 20 μέτρων, όλοι οι παραβρισκόμενοι καλύπτουν τα κεφάλια τους μιμούμενοι τον στρατιώτη Ράιαν, ενώ παππούδες που έπαθαν σύγχυση νομίζουν ότι βρίσκονται στο μέτωπο και πηδάνε πίσω από θάμνους φωνάζοντας «ΑΕΕΕΡΡΡΡΑΑΑΑ!!». Αφού όλα τα πυρομαχικά τελειώσουν, οι γλυκούληδες πυρομανείς θαυμάζουν το έργο τους, μετρώντας ματωμένα αυτιά και μαζεύοντας γιορτινά σιχτήρια σαν άλλα μετάλλια ανδρείας.
Πώς να τους αποφύγεις: Η φωτιά σβήνει με νερό. Όταν τους δεις να ετοιμάζονται για μπουρλότο, πάρε το λάστιχο και ξεκίνα να καταβρέχεις. Αν θες να νιώσεις κι εσύ μάχιμος, προτείνω νερομπάλονα πάνω σε καταπέλτες. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΜΑΔΑΦΑΚΑΖ!

Η φυλή των «Δεύτε-λάβετε-φως»:
Συνήθως αποτελείται από αυτούς που έχουν στάνταρ καντηλάκι στο σαλόνι, στην κουζίνα, στο υπνοδωμάτιο και στο μπάνιο. Τα καντηλάκια καίνε ανελλιπώς όλο τον χρόνο, ενώ έχουν βάλει στοίχημα με τον εαυτό τους να διατηρήσουν το άγιο φως, μέχρι του χρόνου που θα πάρουν το καινούριο.
Καταφθάνουν από νωρίς, κουβαλώντας λαμπάδες, κεράκια, προστατευτικά ποτηράκια για τον αέρα, φαναράκια, καντηλάκια, λάμπες πετρελαίου, σόμπες-μανιτάρια από καφετέριες, μια ολυμπιακή δάδα και τον φάρο της Αλεξάνδρειας στο πορτ-μπαγκάζ. Πιάνουν στασίδι μπροστά-μπροστά για να είναι οι πρώτοι που θα ανάψουν την λαμπάδα. Αν δεν τα καταφέρουν θα τους δεις να ορμάνε μανιασμένοι από τα μετόπισθεν πάνω στο πλήθος, με το κεράκι τους ψηλά, λες και βρίσκονται σε συναυλία των Motorhead. Θα πάρουν πρώτοι το άγιο φως ΚΑΙ ΘΑ ΣΟΥ ΣΠΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ μέχρι να φτάσουν σπίτι τους και να το βαλσαμώσουν! Θα περπατάνε αργά-αργάαααα μην τυχόν και σβήσει, θα βάλουν γύρω από την φλόγα το χέρι τους, το κορμί τους, ένα κινέζικο παραβάν και μία σφαίρα Dyson. Θα κυκλοφορούν με 3 λαμπάδες, 4 φαναράκια και ένα μαγκάλι στο προαύλιο του ναού, προκειμένου να διασφαλίσουν την πολύτιμη φλόγα. ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΤΑΦΕΡΝΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΒΗΣΕΙ ΑΠΟΡΙΑΣ ΑΞΙΟ! Θα έρθουν να σου πουν 25 φορές «αχ συγγνώμη μου έσβησε! Μπορείτε να μου ανάψετε;» κάνοντας σε, μετά την 5η να θες να τους λαμπαδιάσεις σαν την Ζαν τη Ντ’ Αρκ. Είναι ΤΟΣΟ συγκεντρωμένοι μην τυχόν σβήσει η λαμπάδα, που ΧΕΣΤΗΚΑΝ για τους γύρω τους γενικώς και κάθε χρόνο θρηνούμε τουλάχιστον 5 καμένες καούκες που έφυγαν άδοξα, επειδή οι «Δεύτε-λάβετε-φως» δεν κοιτάνε μπροστά τους, πάρα μόνο την φλόγα στη λαμπάδα σαν τα μυγάκια που πάνε στο φως! Ενός λεπτού σιγή για όλες αυτές, που έφυγαν από την Ανάσταση τρέχοντας πανικόβλητες, με μια πυρρόξανθη φλόγα να αναδύεται από τα κεφάλια τους, ωσάν άλλες Ghost Riders και τους συγγενείς να τις κυνηγάνε με κουβέρτες για να τις σβήσουν (όχι εγώ, μια ΠΟΛΥ φίλη μου).
Πώς να τους αποφύγεις: Μόλις σε πλησιάσουν με το ύφος «αχ μου έσβησε», βγάλε τον zippo από την τσέπη και κάνε ότι πας να τους ανάψεις την λαμπάδα. Θα εξαφανιστούν. Για καλό και για κακό, προτίμησε χτενίσματα με λίγη λακ, καθότι εύφλεκτη και έχε μαζί σου και έναν πυροσβεστήρα ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΤΟΝ ΦΕΡΕΙΣ ΣΤΑ ΜΟΥΤΡΑ σε περίπτωση που σε κάνουν ολοκαύτωμα.

Η φυλή των «Κατσαΐτων»:
Τι να κλάσουν και οι Ναΐτες, μπροστά στους «Κατσαΐτες». Συνήθως αυτή η φυλή αποτελείται από γυναίκες, οι οποίες επηρεασμένες από το «shopping star» και πάσχοντας από το σύνδρομο «κυρία Κατσαΐτη μου», μάχονται για το ορθό στυλ και το καλό γούστο νυχθημερόν. Λάβαρο τους, είναι ένα μαύρο οπάκ καλσόν και δυο φίνες μαύρες γόβες. Είναι κάτι που κάνουν όλο το χρόνο φυσικά, όχι μόνο τη νύχτα της Ανάστασης. Είναι οι τύπισσες που κράζουν τις κοντές φούστες, τα βαθιά ντεκολτέ και το «ντύσιμο που δεν ταιριάζει στην ηλικία σου». Μπροστά σου θα πουν «ΑΓΚΑΠΕ ΜΟ…ΠΕΡΟΧΟ!», ενώ από πίσω σου, θα ζωγραφίσουν με κόκκινο κραγιόν ένα «2» στον καθρέφτη γιατί «είναι χάλια αυτός ο κολιές».
Καταφθάνουν νωρίς στην εκκλησία. Παίζει βασικά, να μην έχουν φύγει από την Μ. Παρασκευή και να ξενυχτήσαν εκεί, συζητώντας αν το χρυσό άμφιο που διάλεξε σήμερα ο πάτερ ταιριάζει με το μωβ πετραχήλι που το σέταρε ή μήπως «κάνει πολύ φλύαρο το λουκ;». Ως καλές χριστιανές, έχουν πιάσει στασίδι μπροστά και δίπλα στον διάδρομο για να μπορούν να σκανάρουν καλύτερα τα άουτφιτς που περνάνε. Ως άλλες Ζακ Πόζεν, βάζουν βαθμολογίες από το 1 έως το 5 (με άριστα το 10), σχολιάζοντας παράλληλα ότι «η τάδε έχει ντυθεί για μπουζούκια, η ξετσίπωτη», ότι «η παρατάδε νωρίς έβγαλε τα μαύρα, χήρα να σου πετύχει» και ότι «δεν σέβονται πια τίποτα». Σε χαιρετάνε με γλυκερό χαμόγελο, κοιτώντας σε από την κορυφή μέχρι τα νύχια, σου επισημαίνουν «πόσο κούκλα είσαι» και σε ρωτάνε «από πού το αγόρασες αυτό; Καταπληκτικό!». Μόλις γυρίσεις την πλάτη σου, θα αισθανθείς το βλέμμα τους σαν παγωμένη γλίτσα στον σβέρκο σου και ίσως ακούσεις και κάποιο ψιθυριστό: «Να δεις που το πήρε από την λαϊκή!».
Πώς να τους αποφύγεις: Με το πρώτο δήθεν κομπλιμάν που θα σου ξεστομίσουν, αριστερό κροσέ στο λαρύγγι, φωνάζοντας: «ΓΚΑΤΟΥΛΕΣ!»