Μέχρι να πεθάνω αυτή η υπόθεση θα με βασανίζει. Τό ‘χω βάρος, δεν ξέρω αν έκαμα καλά. Μα ήταν δύσκολο πολύ. Ποιον να πιστέψεις και πως να βγάλεις άκρη; Άλλα τα χρόνια τότε, δεν σκαλίζαμε πολλά πολλά. Κλείναμε τις υποθέσεις γρήγορα για να κλείνουνε και τα στόματα. Άλλωστε δε μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς, δεν είχαμε την τεχνολογία που υπάρχει σήμερα κι από μια τρίχα βρίσκουνε το φονιά. Τότε τα πράγματα ήταν απλά. Είχα αρχικά δύο καταθέσεις. Από αυτές έπρεπε να βγάλω άκρη…

«Είκοσι χρονώ ήτανε η θυγατέρα μου όταν ήρθε ο Κωστής και μας τη ζήτησε. Ως τότε ο ένας της ξίνιζε, ο άλλος της βρωμούσε, κανένα δεν ήθελε να πάρει. Φοβηθήκαμε πως θα μας μείνει στο ράφι. Μα τον Κωστή ο Θεός τον έστειλε. Λεβέντης, εργατικός, με μεγάλη περιουσία, προίκα δεν ήθελε, όλα τά ‘χε! Γιατί να μην την επάρει; Φώναξε, έκλαψε μα μετά της πέρασε. Βοήθησε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας της. Είχε βαρύ χέρι κι η Ευτυχία μου τό ‘ξερε. Δεν ήθελε και πολύ. Τη μέρα του γάμου ήτανε πολύ όμορφη. Και με το πέπλο πού ‘πεφτε μπροστά της δε φαινότανε τα κόκκινα μάτια που την ασχημαίνανε. Όλο το χωριό την καμάρωνε όπως περνούσαμε για να πάμε στην εκκλησιά. Μόνο αυτός ο τρισκατάρατος είχε σμίξει τα φρύδια και κοιτούσε με κακία. Πανάθεμά τον. Αυτός τα φταίει όλα! Αυτός τά ‘καμε όλα! Την είχε βάλει στο μάτι την Ευτυχία μου από μικρή. Όλο τη γυρόφερνε και πάλευε να την εξεμυαλίσει. Μα σιγά να μην τη δίναμε του ξεβράκωτου να πεινάνε μια ζωή. Όχι! Εμείς θέλαμε το καλύτερο για τη μοναχοκόρη μας. Έτσι λοιπόν γίνηκε ο γάμος και πήγανε στο σπίτι τους. Βασίλισσα την είχε ο Κωστής. Ε κι άμα θύμωνε καμιά φορά, άντρας ήτανε, τι να κάνει. Κάνα δυο φορές ήρθε στο σπίτι μας κλαμένη, μα ‘γω την έστειλα αμέσως στον άντρα της. Εκεί ήτανε η θέση της, δίπλα στον κύρη της. Όλα κι όλα! Κι άμα πέθανε ο άντρας μου εγώ τον Κωστή είχα να με υποστηρίξει σαν παιδί μου.
Εκείνη τη νύχτα δε ξέρω τι γίνηκε. Αυτός, αυτός ο καταραμένος ζήλεψε τη χαρά της θυγατέρας μου και πήγε και σκότωσε τον Κωστή μας, τον λεβέντη μας… Που να ‘ναι μαύρες οι ώρες του, που να σαπίσει στη φυλακή!»

«Με την Ευτυχία αγαπιόμαστε από παιδιά. Μα κανείς δεν τό ‘ξερε. Δεν την είχα αγγίξει. Μόνο μια φορά τη φίλησα και της ορκίστηκα πως θα την παντρευτώ. Μα έπρεπε πρώτα να παντρέψω τις αδερφές μου και δούλευα μέρα νύχτα για να τις προικίσω. Κι η Ευτυχία μου με περίμενε, δε μπορώ να πω! Μα ύστερα ήρθε αυτός και την εζήτησε. Ο πατέρας της λιμπίστηκε τα πλουτη του και την εσάπισε στο ξύλο ως που να πάψει να αντιστέκεται. Κι εγώ δε μπορούσα τίποτα να κάμω. Την είδα να περνά από μπροστά μου ντυμένη νύφη για κάποιον άλλον και δε μπορούσα να κάμω το παραμικρό. Όσο ήτανε παντρεμένη δεν την άγγιξα ποτές τ’ ορκίζομαι! Η Ευτυχία μου το τίμησε το στεφάνι της κι ας μην του άξιζε! Μάθαινα όμως πως κακοπερνούσε κοντά του. Γιατί αν ζούσε μια καλή ζωή, εγώ θα την άφηνα ήσυχη και θα έπνιγα την αγάπη μου. Μα ‘κείνη υπέφερε κοντά του και τό ‘ξερα. Εκείνη τη νύχτα πήγα πάλι για να κρυφακούσω. Ήθελα μόνο να τη δω από μακριά και θά ‘φευγα. Μα τον είδα να την χτυπάει. Πώς να το βαστάξω; Μπήκα από το ανοιχτό παράθυρο και όρμηξα απάνω του. Παλέψαμε ώρα πολλή. Η Ευτυχία μου έκλαιγε σε μια γωνιά και μας φώναζε να σταματήσουμε. Ύστερα αυτός πήγε καταπάνω της και την έπιασε από τον λαιμό. Θόλωσε το μυαλό μου! Είδα το τουφέκι κρεμασμένο στον τοίχο, το άρπαξα και τού ‘ριξα στο ψαχνό. Έτσι μόνο την άφησε ήσυχη. Μα δε μετανιώνω. Κι ας σαπίσω στη φυλακή. Η Ευτυχία μου μόνο να ‘ναι καλά…»

Μέχρι τότε τα πράγματα έμοιαζαν ξεκάθαρα. Έκλεισε η υπόθεση κι όλα καλά. Η τρίτη κατάθεση ήρθε χρόνια αργότερα…

«Εγώ δεν ήθελα να παντρευτώ κανένα. Μόνο τον Παυλή μου αγαπούσα. Από μικρό κορίτσι. Κι αυτός μ’ αγαπούσε κι ήθελε να με παντρευτεί. Μα είχε υποχρεώσεις κι εγώ τον επερίμενα. Ο πατέρας μου ήθελε να με ξεφορτωθεί. Βάρος ήμουνα για δαύτους. Μού ‘φερνε στο σπίτι το ένα προξενιό μετά το άλλο. Μα ‘γω όλους τους έδιωχνα. Ως που ήρθε αυτός. Μαύρη η ώρα! Είχε πολλά λεφτά και τους θάμπωσε τα μάτια. Ο πατέρας μου με πούλησε σα να ήμουνα ένα κομμάτι κρέας. Κι όταν τόλμησα να αντισταθώ με είπε «πουτάνα» και με ξυλοφόρτωσε ως που να σταματήσω να φωνάζω πως δεν τονε θέλω. Τη μέρα του γάμου κατέβαινα το δρόμο σα πεθαμένη. Η μάνα μου, μου ‘χε ρίξει ένα παχύ πέπλο στα μούτρα για κρύβει τα δάκρυά μου και κάθε τόσο μού ‘λεγε «Γέλα μωρή, χαρά έχουμε!». Μα ‘γω είχα μόνο ένα μαχαίρι μέσα μου να μου ξεσκίζει τα σωθικά. Η καρδιά μου είχε νεκρώσει. Μόνο όταν είδα τον Παυλή μου σαν περνούσα από το χωριό, έκανε δυο χτύπους κι ύστερα έπαψε. Δεν την άκουγα πια. Η ζωή μ’ αυτόν ήταν ένα μαρτύριο. Στον κόσμο έκανε τον καλό μα όταν έκλεινε η πόρτα στο σπίτι μας με βασάνιζε. Προσπάθησα να ζητήσω βοήθεια από τους γονέους μου, μα ‘κείνοι έκλειναν τα αφτιά τους και με έστελναν πίσω, στη φυλακή μου, στον τύραννο που με είχαν πουλήσει. Δεν τους ένοιαζε για μένα. Κι ύστερα πέθανε ο πατέρας μου και πίστεψα πως θα άλλαζε στάση η μάνα μου, γυναίκα ήτανε, να με νιώσει, αλλά που! Προσπάθησα να το σκάσω, μα αυτός είχε ένα τουφέκι κρεμασμένο στον τοίχο και με φοβέριζε. Ο Παυλής μου κάτι είχε καταλάβει και φοβόμουνα για ‘κείνον. Εκείνη τη νύχτα μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι αυτός. Πάλι πιωμένος. Πάλι περίμενα στωικά τη μοίρα μου. Ότι είχα φάει τα πρώτα χαστούκια την ώρα που είδα τον Παυλή μου να μπαίνει λυσσασμένος από το παραθύρι. Δεν ξέρω πως βρέθηκε εκεί. Του όρμηξε. Παλέψανε ώρα πολλή. Εγώ έκλαιγα σε μια γωνιά και τους φώναζα να σταματήσουνε. Ως που είδα αυτόν να έχει ρίξει τον Παυλή μου χάμω και να τον έχει πιάσει από τον λαιμό. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Ένιωθα τη ζωή του να σβήνει. Θόλωσε το μυαλό μου! Είδα το τουφέκι κρεμασμένο στον τοίχο, το άρπαξα και τού ‘ριξα στο ψαχνό. Ο Παυλής μού πήρε το τουφέκι από τα χέρια και μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Είπε στους αστυνομικούς πως αυτός τό ‘καμε κι όλοι τον πιστέψανε. Εμένα που ούρλιαζα κανένας δε μού ‘δινε σημασία. Δεν μπορούσα να μιλήσω μόνο κραυγές μου βγαίνανε. Είπανε πως μου σάλεψε και με κλείσανε ‘δω μέσα. Κι εγώ απορώ πως δεν τρελάθηκα στ’ αλήθεια. Ο Παυλής μου στη φυλακή εξαιτίας μου κι εγώ στο τρελάδικο να μη μ’ ακούει κανείς… Μα είναι αθώος ο Παυλής μου! Εγώ τό ‘καμα! Εγώ φταίω για όλα!»

Τι νά ‘κανα μετά απ’ αυτό;
Ποιον να πιστέψω; Ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα; Να ξανάνοιγα την υπόθεση; Και τι θα γινόταν; Μπορούσε κανείς να βασιστεί στα λόγια μιας γυναίκας με σαλεμένο μυαλό; Κι από την άλλη, ένας αθώος στη φυλακή. Μα ομολόγησε… Αλλά μετά, αυτή η νέα ομολογία τα αναιρούσε όλα. Πήγα τον βρήκα, τον πίεσα. Συνέχισε να λέει τα ίδια, μου είπε να μην την πιστέψω. Μόνο να την βοηθήσω να βγει από εκεί. Κι εγώ είχα μια ομολογία που δεν ήξερα τι να την κάνω. Έτσι την έθαψα… Καλά έκαμα; Ή όχι; Θα πάρω το βάρος στον τάφο μου. Άλλος στη θέση μου τι θά ‘κανε;