Εργάζομαι σε πολυεθνική και μάλιστα σε πολύ καλή θέση. Θα μου πείτε βέβαια, εσάς τι σας νοιάζει αυτό;

Κάπως πρέπει να ξεκινήσω βρε αδερφέ, για να σου εξηγήσω την καρμική μου σχέση με το μαλλί. Ο ψυχοθεραπευτής μου μου συνέστησε ως άσκηση να γράφω, θα είναι –λέει- καλή εκτόνωση του στρες που βιώνω. Κάτι θα ξέρει παραπάνω, αλλιώς τσάμπα πηγαίνει το ογδοντάευρο που του «σκάω» κάθε φορά για την σαραντάλεπτη συνεδρία.
Και επανέρχομαι. Λόγω θέσης, πρέπει να είμαι μόνιμα περιποιημένη. Ξέρετε μανικιούρ, πεντικιούρ και δε συμμαζεύεται. Αλλά, ο μεγάλος μου έρωτας είναι το μαλλί. Ας μην το αναλύσω παραπάνω, ακόμα το διερευνώ αυτό στις ογδοντάευρες συνεδρίες που προανέφερα. Έχω καταλήξει σε ένα φοβερό κομμωτήριο, με ψαγμένους κομμωτές, πλήρως εναρμονισμένους με τις επιταγές της μόδας και την περίοδο αυτή κυκλοφορώ με ένα μεταμοντέρνο κοντό περτικαλλί με καρφάκια. Ω ναι, και γουστάρω τρελά, ουδείς πιστεύει ότι είμαι σαραντάρα και όπου μπω τραβάω όλα τα βλέμματα.
Αυτό όμως που δεν αλλάζω όσα χρόνια και να περάσουν, είναι το συνοικιακό κομμωτήριο της κυρίας Μαίρης. «Τόλμη και γοητεία». Ναι, μη γελάτε, έτσι λέγεται. Μεγάλη φαν της γνωστής σειράς, η κυρία Μαίρη όταν άνοιξε το δικό της μαγαζί ερχόμενη στην Αθήνα ως «ερωτικός μετανάστης» όπως αυτοαποκαλείται, δεν το σκέφθηκε καν, η επιλογή του ονόματος ήταν μονόδρομος.

Στην κυρία Μαίρη πάω βασικά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Είναι η κομμώτρια της μαμάς μου και το κομμωτήριο της είναι δυο βήματα από το πατρικό μου. Γωνιακό, ευάερο και ευήλιο, με τζαμαρία γύρω γύρω και κλασική εικόνα δεκαετίας ογδόντα: το όνομα με μεγάλα αυτοκόλλητα γράμματα στη μία βιτρίνα (έχει ξεκολλήσει το Λ με τα χρόνια και όλο γκρινιάζει στην εκάστοτε μικρή βοηθό για το πιστολάκι να το αντικαταστήσει, αλλά μάλλον είναι αυτό το Λ και το γιοφύρι της Άρτας, η πιτσιρίκα φεύγει και η επιγραφή δε φτιάχνεται) και στην άλλη, μια γιγαντιαία αφίσα της Καρολάιν (η επιτομή της περμανάντ κατά την κυρία Μαίρη και του καλού κοριτσιού, αυτό το διαολοθήλυκο η Μπρουκ τα έφταιγε όλα).

Αυτό που σου τραβάει το μάτι μπαίνοντας είναι δυο κορνίζες με ένα καντήλι που πάντα καίει δίπλα στο ταμείο. Η Ρίτα και ο Αντρέας, ΤΙ ΠΑΝΑΠΕΙ ΠΟΙΑ ΡΙΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΑΝΤΡΕΑΣ? Θου Κύριε, εάν κάνεις αυτό το λάθος και ρωτήσεις την κυρία Μαίρη ή αστειευτείς για τις φωτογραφίες αυτές. «Μία ήταν η Ριτάρα», θα σου πει σκουπίζοντας ένα φευγαλέο δάκρυ. «Και έφυγε νωρίς». Και θα πατήσει το παλιό κασσετοφωνάκι που έχει δίπλα από την ταμειακή μηχανή με το κόκκινο ακρυλικό νύχι να μυηθείς κι εσύ σε αυτήν: «εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο» (πραγματικά, πρέπει κάποια στιγμή να την ρωτήσω για αυτήν την κασέτα. Τι σκατά, αθάνατη είναι?). Όσο για τον Αντρέα, ε, αν μπλέξεις σε αυτή τη συζήτηση, ή που θα φύγεις ξεμαλλιασμένη ή που θα σε τρατάρει σοκολατάκι Τζοκόντα να σε γλυκάνει- «δεν υπάρχουν, παιδί μου, πια τέτοιοι ηγέτες. Και άντρες. Ακόμα και ο γιος του, δεν είδες τι μπούλης βγήκε? Να τα ακούς εσύ αυτά και να διαλέξεις σωστά, άιντε να δω πότε θα βάλεις στεφάνι, να χαρεί κι αυτή η έρμη η μάνα σου».

Αχ, λατρεμένη κυρία Μαίρη μου. Καλοβαλμένη, πατημένη εξηντάρα –ουδείς γνωρίζει την πραγματική της ηλικία, είναι το κουτσομπολιό της γειτονιάς χρόνια τώρα- με μαλλί πλατινέ ξανθό με φράντζα, με μία πλούσια αλογοουρά ποστίς (ή εξτέ δεν το ‘χω με αυτά, συγχωρέστε μου την άγνοια οι κατέχοντες). «Οι άντρες, παιδί μου, γοητεύονται από το μακρύ μαλλί. Τους τραβάει σαν μαγνήτης, όπως τη μύγα το μέλι. Αν είναι και ξανθό, σίγουρη επιτυχία. Αλλά εσείς οι μοντέρνες το ‘χάσατε εντελώς, πάτε και μου κουρεύεστε σαν τα γίδια και μετά μου κλαίγεστε ότι δε βρίσκετε άντρα της προκοπής. Μυαλό κουκούτσι, τα πτυχία σας να βράσω.» Λαρισαία και κοκέτα εκ γενετής και πεποιθήσεως, γνώρισε τον άντρα της όταν υπηρετούσε στην Πρώτη Στρατιά στη Λάρισα. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και έτσι η κυρία Μαίρη βρέθηκε στα Λιόσα («Ίλιον και βλακείες, εγώ έτσι τα ‘μαθα, έτσι θα τα λέω»), παντρεμένη και ευτυχισμένη. Ο γάμος της με τον κύριο Κώστα μετράει κάμποσα χρόνια αλλά ομολογώ ότι ακόμα συγκινούμαι όταν βλέπω την ανθοδέσμη που της αφήνει κάθε Δευτέρα «για να ομορφύνει και να μοσχοβολίσει η εβδομάδα της Μαιρούλας του».

Δε θα μπορούσα να μη μιλήσω για την συμπρωταγωνίστρια του μαγαζιού, την Αμάντα (κατά ένα περίεργο λόγο, ενώ είναι σχεδόν συνομήλικες, πάντα τις αποκαλούσα ακριβώς έτσι: κυρία Μαίρη και Αμάντα). Έντονο καρέ, κόκκινο με μωβ ανταύγειες, είναι το alter ego της κυρίας Μαίρης σχεδόν όσα χρόνια λειτουργεί το μαγαζί και επιπλέον, εκτός από πιστολάκι κάνει και τα νύχια. Ξένη δεν είναι, όχι,- «ποιο Αμάντα μαρή, μπερδεύεις και τον κόσμο, Διαμάντω την βάφτισε ο παπάς και είπε να το κάνει πιο καλλιτεχνικό, τρομάρα της». Και κάπως έτσι, ξεκινάει άλλος ένας τρικούβερτος καβγάς ανάμεσα τους, από αυτούς που ακούγονται σε όλη τη γειτονιά και μαζεύονται οι θείτσες στα μπαλκόνια με πασατέμπο να τον απολαύσουν. Αυτές οι δύο μου θύμιζαν πάντα τους γέρους από το Μάπετ σόου, μαζί δεν κάνουνε και χώρια δε μπορούνε. Γιατί όλη η γειτονιά ξέρει πώς όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού η Αμάντα πριν από κάποια χρόνια, η κυρία Μαίρη της στάθηκε σαν την αδερφή που ποτέ δεν είχε. Στα δύσκολα έκλεινε ακόμα και το μαγαζί, όχι γιατί της περίσσευαν τα φράγκα, αλλά δεν είχε ποιον να αφήσει στο πόδι της, αλλά ποιος θα πήγαινε τη φιλενάδα της στον Αγιο Σάββα και μάλιστα περιποιημένη, «να το τρομάξει το χτικιό να φύγει μια ώρα νωρίτερα».
Γιατί τα συνοικιακά κομμωτήρια ήταν τα λαικά κέντρα ψυχικής υγείας, αγαπητέ μου θεραπευτή. Μάθαινες τα νέα, μοιραζόσουν, γελούσες, έκλαιγες και όλα αυτά με μία εσανς λακ και OPIUM. Και σε κερνούσανε και καφεδάκι, να πάνε κάτω τα φαρμάκια και να λυθεί η γλώσσα πιο γρήγορα. Και δεν κοιτούσανε και το ρολόι «ο χρόνος σας έληξε κυρία μου, τα λέμε την επόμενη φορά».

Ουφ, τα είπα και ξεθύμανα, μου φαίνεται δίκιο είχε, σα να πιάνει τόπο το έξοδο υπέρ υγείας, φεύγω γιατί θα χάσω το ραντεβού μου.
Σας φιλώ γλυκά.

ΕΛΕΑΝΝΑ ΦΙΛΙΟΥ