Θέλω να σου πω τον πόνο μου, τον καλοκαιρινό. Άλλα ξεκίνησα να γράφω, αλλά μετά το χθεσινοβραδινό, έχω ανάγκη να μοιραστώ το βαθύ σκοτεινό μου μίσος.

Είμαι παιδί του καλοκαιριού, γεννημένη ντάλα Ιούλη, γενέθλια, τούρτες, δώρα, χάπι μπέρθντεϊ του μι, μένω σε νησί, θάλασσα, μαύρισμα, beach parties, ποτά, όλη μέρα έξω, αλητεία, παγωτά, yeah yeah yeeeeaaahhhhh. Με τα κουνούπια τα είπαμε, τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε. Εντάξει, συνήθως βράζουμε στο ζουμί μας, 42 κιλά ιδρώτας με το που ανοίγεις την εξώπορτα, αλλά να είναι καλά αυτό το ice bucket challenge. Τα ρούχα στεγνώνουν σφαίρα, μπορείς επιτέλους να καθίσεις στο μπαλκόνι σου χωρίς να κινδυνεύεις να χάσεις τα δάχτυλά σου από κρυοπαγήματα , ε και συνήθως η λίμπιντο σκαρφαλώνει παρέα με τον υδράργυρο.

Όλα καλά μέχρι εδώ. Περίπου. Γιατί το καλοκαίρι δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Πάντα κάπου παραμονεύει Αυτή. Η Σιχαμένη. Η Τρισκατάρατη. Η Αχώνευτη. Η Απέθαντη.
Η ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ. (Ιιιιιιιιιιίουυυυυυυ, μπρρρρρρρρ, 666!!!!!!!) Γιατί, θέλεις να μου εξηγήσεις, γιατί, ΓΙΑΤΙΙΙΙ υπάρχει; Για να με βασανίζει, για να φύγω πριν από την ώρα μου, για να μου χαλάσει την υπέροχη σχέση μου με το καλοκαιράκι;

Όσο ζούσα στην Αθήνα, οι τραυματικές μου εμπειρίες άπειρες.
Θα ξεχάσω ποτέ το βράδυ που σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο, με το αριστερό μάτι κλειστό; Την είδα με το δεξί το μάτι το ανοιχτό πάνω στην μπανιέρα δίπλα μου να κουνά χαρωπά τον πισινό της την υπέρτατη ώρα της ανακούφισης. Γιατί; Όχι, πες μου γιατί; Γιατί έπρεπε να σφουγγαρίζω τα τσίσα μου απ’ όλο το διαμέρισμα μέσα στην άγρια νύχτα;
Θα ξεχάσω ποτέ το βράδυ που μας έκαναν ντου από παντού κτήνη και εδάφους και αέρος και φεύγανε προς κάθε κατεύθυνση ιπτάμενες φονικές παντόφλες, σκουπόξυλα, τη μάνα μου να σαβουρώνεται στο μπάνιο επειδή νόμιζε ότι πέθανε η γιαγιά μου ακούγοντας τα ουρλιαχτά της κολάσεως;

Μετά τα πράγματα έγιναν λίγο καλύτερα, όταν ήρθε στο σπίτι Ο ΓΑΤΟΣ! Ρίμπο! Ριιιιιιίμποοοο, οε οε οε! Ο Κατσαριδοκτόνος! Στη θέα κατσαρίδας, έπαιζε το soundtrack από Ghostbusters. Who you gonna call? ΡΙΜΠΟ! Τον πετούσαμε μέσα στο δωμάτιο με την κατσαρίδα, κλείναμε την πόρτα, πέφτανε στοιχήματα και μετά ανακαίνιση. Το παιχνίδι το χάσαμε όταν μετά από κάθε φονικό αρχίσαμε να του δίνουμε λιχουδιά. Βγάλαμε τα ματάκια μας με τα δαχτυλάκια μας. Όταν ήθελε λιχουδιά, μας έφερνε και από ένα πτώμα. Η θέση της ψόφιας κατσαρίδας είναι στην πυρά, όχι στο κρεβάτι μου, τι δεν καταλαβαίνεις;

Και έπειτα το νησί. Ω Θεέ μου. Ήταν παντού. Όλα τα μεγέθη, σχέδια, χρώματα. Ερχόταν το καλοκαίρι και εγώ υπέφερα. Βλέπεις τα προ γάμου σπίτια που μας φιλοξένησαν, ήταν πιο παλιά, πιο κοντά στην παραλία, πιο “pet” friendly. Δεν τολμούσα να μείνω μόνη μου. Οι τρίχες στον σβέρκο μου ήταν μονίμως όρθιες. Δεν υπήρχε λύση, δεν υπήρχε σωτηρία. Και εκείνες ήξεραν. Πότε έπρεπε να κάνουν την εμφάνισή τους. Είμαι σίγουρη ότι ήταν οργανωμένο σχέδιο. Ήθελαν τα σπίτια δικά τους. Ό, τι και αν έκανα, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ένιωθα τις κεραίες τους να με δείχνουν. Ένιωθα τα εμετικά πόδια τους πάνω μου και τιναζόμουν σαν να με χτύπαγε το ρεύμα. Σχεδόν κάθε βράδυ ο ίδιος εφιάλτης. Εγώ σαν άλλη Σάρα Κόνορ, με φλογοβόλα και στα δύο χέρια να ουρλιάζω «νταααααάιιιιιι μαδαφάκες, ντααααάιιιιιι!!!!! Μπεεεερν ιιιιν χεεεεελλλλλ!!!!».

Κομβική στιγμή, επιστροφή στο σπίτι το ξημέρωμα σε τελείως χικ κατάσταση, όπου ξαπλώνω και με την άκρη του ματιού τη βλέπω πάνω στο κομοδίνο. «Τι έγινε; Το τσούξαμε, ε; Αργήσατε και ανησυχήσαμε!», μου λέει. «Βρε ασταδιάλα πρωί πρωί χιουμοράκι σίχαμα, ε σίχαμα, ζζζζζζζ….ζζζζζζ…..ζζζζζζ….ζζζζζ…».

Αυτό ήταν. Έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στον αλκοολισμό και στη μετακόμιση. Σοφά διαλέξαμε πολύ προσεκτικά το νέο μας σπίτι στο νησί. Ολοκαίνουριο και ψηλά στο βουνό. Εντάξει, εδώ έχουμε άλλα γλυκούλια. Αλογάκια, κατσικούλες, κουνελάκια, γαϊδουράκια, σκαντζοχοιράκια, πολλεεεεεεεές γατούλες, κοτούλες και κοκοράκια, σκυλάκια, τον Σπάιντερμαν και όλο του το σόι, σαρανταποδαρούσες, ψαλίδες, ακρίδες, τύφλα να έχει το Αττικό πάρκο. Δεν έχουμε όμως ΑΥΤΕΣ. ΌΧΙ. Βρήκα την υγειά μου. Στα τρία χρόνια που μένουμε εδώ να έχουμε δει τέσσερις φορές, δηλαδή καθόλου. Ω Μεγαλόψυχοι Μεγαλοδύναμοι Θεοί! Δεν πήγαν χαμένες οι θυσίες που σας έκανα!

Βέβαια έχω να τους καταλογίσω και κάτι θετικό. Σε κάποιο τεύχος του Αστερίξ, οι ατρόμητοι Νορμανδοί, προσπαθούσαν να μάθουν τον φόβο, προκειμένου να πετάξουν, γιατί λέει είχαν μάθει ότι ο φόβος δίνει φτερά. Στη δική μας περίπτωση δε χρειάστηκε να μας τραγουδήσει ο βάρδος Κακοφωνίξ. Το δικό μου ουρλιαχτό μέσα στη μαύρη νύχτα στη θέα της πρώτης καταραμένης στο πλέον ασφαλές φρούριό μας, ήταν αρκετό να κάνει τον ατρόμητο αρχηγό και επίσημο κατσαριδοκτόνο της νέας μας οικογένειας να κάνει ρεκόρ άλματος εις ύψος. Κλαυσίγελος.

Αφρικανικός καύσωνας λοιπόν το περασμένο τριήμερο. Ε, η Βασίλω πρώτη. Εκεί. Στο μπάνιο. Δίπλα στο πλυντήριο. «Γειά σας βρε παιδιά, είδα φως και μπήκα! Τι ωραία δροσιά που έχετε εδώ μέσσσσσσφςςςςςςςςςςφςςςςςςφςςςςςςςςςς………». Η απαραίτητη ανακαίνιση στο σαλόνι. Αφού δεν ψοφήσαμε και εμείς με το κατσαριδοκτόνο το λες και αξιοπερίεργο.
Διαβάζοντας σχετικά άρθρα μπας και λύσω την απορία μου σχετική με την ύπαρξή τους, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Από πολλούς επιστήμονες θεωρείται το πιο κοντινό στην τελειότητα δημιούργημα, καθώς πρόκειται για έναν πραγματικά αρχαίο οργανισμό με εκπληκτικές ικανότητες επιβίωσης και προσαρμογής. Επέζησε από τις εποχές των παγετώνων, τις πτώσεις αστεροειδών και των διαχωρισμό των ηπείρων. Τα κουτσομπολιά λένε ότι έχουν εγκατασταθεί και σε Διαστημικό Σταθμό.

Μήπως τελικά αυτό το έντομο είναι τελείως παρεξηγημένο και αξίζει λίγο παραπάνω σεβασμό; ΟΧΙ. ΨΟΦΟΣ.