Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι; τη ρώτησε. Α, θα είναι τέλεια, είναι πολύ απλό, εγώ θα σταθώ σε ένα μέρος και εσύ θα πρέπει να με βρεις. Μπορείς να με ψάξεις παντού μέσα στο σπίτι. Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να με βρεις, τίποτα άλλο. Πώς; δεν σου αρέσει ; Χμ, αυτό το παιχνίδι δεν θα είναι τέτοιο που να σου αρέσει.

Η μαύρη κορδέλα που μυρίζει σαπισμένα ψάρια και κονιάκ είναι δεμένη σφιχτά στα μάτια της, τόσο που πονάει το κεφάλι της. Τα χέρια της είναι ελεύθερα να τη βγάλουν αλλά τη στιγμή που το χέρι της θα ακουμπούσε το μαντίλι το όπλο του θα τίναζε τα μυαλά της στον αέρα. Ο μπάσταρδος ήθελε λέει να παίξουνε. Τόσες μέρες την είχε δεμένη, ξεχασμένη και μόνη στο σιδερένιο κρεβάτι του παλιού αυτού σπιτιού που τα ποντίκια είχαν αρχίσει να ροκανίζουν τις φτέρνες της. Νόμιζε ότι θα πέθαινε για μια στιγμή, πριν μέρες ήταν που την είχε αρπάξει μέσα από το δρόμο όσο εκείνη σκυμμένη προσπαθούσε να δέσει τα κορδόνια της! Πόσο ύπουλα την είχε πλησιάσει με το φορτηγάκι του και την είχε ρίξει σβέλτα στο πίσω μέρος του. Τώρα όμως ήταν εκεί μόνη της και απροστάτευτη, τα χέρια της μπορεί να ήταν ελεύθερα αλλά το μαύρο πανί στα μάτια της ήταν αυτό που την καθιστούσε αβοήθητη. Χαμένη και ζαλισμένη στις σκέψεις της δεν τον άκουσε που ήρθε αθόρυβα από πίσω της, ίσα που πρόλαβε να ακούσει τον ήχο του καλοακονισμένου μαχαιριού σα βγαίνει από το θηκάρι του, όταν ένιωσε ένα ξαφνικό, αψύ και καυτό πόνο να μουδιάζει στο αριστερό της χέρι. Ο καργιόλης της έκοψε δύο δάχτυλα. Ούρλιαξε τόσο δυνατά που πόνεσε το στέρνο της, ένιωθε το αίμα της να τρέχει ποτάμι, το μύριζε σε όλο το δωμάτιο που μέχρι τώρα το μόνο που μύριζε ήταν μούχλα και τα κάτουρά της. Άρχισε να ψάχνει με το άλλο της χέρι στα ψαχτά ένα πανί, ένα κορδόνι, κάτι για να σταματήσει την αιμορραγία. Ήταν απρόσεκτη όμως και σκόνταψε. Σαν ακούμπησε το καλό της χέρι στο πάτωμα έπεσε πάνω σε κάτι μαλακό. Στάθηκε ακίνητη. Ούτε ανάσα. Από την άλλη άκρη του σπιτιού ακουγόταν μία απαίσια μουσική από ένα παλιό κουρδιστό μουσικό κουτί. Με φρίκη διαπίστωσε ότι αυτό που είχε μόλις πιάσει δεν ήταν άλλο από ένα ανθρώπινο κομμάτι, όχι δικό της, αλλά σίγουρα ανθρώπινο. Δάγκωσε τα χείλη της με λύσσα τέτοια για να μην ξαναουρλιάξει που μάτωσαν. Η μουσική σταμάτησε να παίζει και τότε άκουσε ένα σατανικό γέλιο να γουργουρίζει πίσω από το αυτί της. Η ανάσα της σταμάτησε για δύο δευτερόλεπτα και με όση δύναμη είχε γύρισε απότομα να του ορμήσει με τις γροθιές της υψωμένες.

-Αστόχησες μικρή μου. Ακούστηκε βαριά και μελιστάλαχτη η φωνή του από την άλλη άκρη του δωματίου. Άρχισε να ξαναγελάει. Στην αρχή με μικρά χάχανα μετά με ορμή.
Λοιπόν τώρα νομίζω ότι έχεις καταλάβει πως παίζεται το μικρό μας παιχνιδάκι. Όσο εσύ θα είσαι απρόσεκτη εγώ θα κόβω κομματάκια το κορμί σου. Δε ζητάω πολλά, μόνο να παίξουμε … τυφλόμυγα. Εγώ θα είμαι εδώ και εσύ θα πρέπει να με πιάσεις . Αν το κάνεις θα σε αφήσω να φύγεις γλυκιά μου .. Αν όχι , τότε θα δοκιμάσουμε πόσο καλά ακονισμένο είναι το μαχαίρι μου, πάνω σου.. Και όπως είπαμε, μη δοκιμάσεις να βγάλεις το μαντίλι μας, γιατί αλλιώς …
Τον άκουσε να πατάει τη σκανδάλη του όπλου του και ούρλιαξε ξανά. Η σφαίρα δεν την είχε πετύχει. Το κεφάλι της όμως σφυροκοπούσε και τα αυτιά της πονούσαν τόσο πολύ από τον κρότο του όπλου που νόμιζε ότι είχε κουφαθεί.. Πέρασαν ώρες και είχε αρχίσει να συνηθίζει σιγά σιγά το σκοτάδι της. Έδεσε το πονεμένο της χέρι και άρχισε να ψάχνει προσπαθώντας να μη κάνει φασαρία κάτι για να τον χτυπήσει. Δεν πίστευε λέξη ότι θα την άφηνε ελεύθερη αν τον έπιανε. Έπρεπε πάση θυσία να βρει κάτι να τον ακινητοποιήσει και μετά να τρέξει με όση δύναμη της έμενε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά του. Η μουσική άρχισε πάλι να παίζει που σήμαινε ότι μόλις σταματούσε το τέρας θα ερχόταν εδώ για να πάρει μαζί του άλλο ένα κομμάτι της.

Άρχισε να ψάχνει πιο νευρικά, δεν είχε χρόνο. Οι παλάμες της είχαν αρχίσει να ιδρώνουν και τα σάλια της τρέχαν από το στόμα γιατί η αγωνία της είχε κορυφωθεί. Είχε βρει ένα πρόχειρο «όπλο» όμως δεν ήξερε πόσο αποτελεσματικό θα μπορούσε να είναι. Κρατούσε σφιχτά το παλιό μπουκάλι από λακ, πίστευε πως αν τον ψέκαζε στα μάτια να κέρδιζε δύο ρία λεπτά ίσα για να τον χτυπούσε και να έφευγε. Περίμενε. Η μουσική σταμάτησε. Από στιγμή σε στιγμή εκείνος θα ερχόταν. Τι τύχη, τον κατάλαβε, ήταν ακριβώς από πίσω της και ετοιμαζόταν να της επιτεθεί. Γυρνάει απότομα και τον ψεκάζει με όση δύναμη της είχε απομείνει ελπίζοντας ότι σημάδευε στα μάτια του. Σιγή. Τον πέτυχε άραγε; Δεν τον άκουσε όμως να σφαδάζει ούτε να ουρλιάζει από τους πόνους. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Άπλωσε το χέρι της και έβγαλε γρήγορα την κορδέλα.

Και τότε τον είδε… Ακριβώς απέναντί της στεκόταν ακίνητος και χαμογελαστός . Λιπόσαρκος, βρώμικος και σατανικός άρχισε να γελάει με σπασμούς.

-Τς τς τς .. Δεν είπαμε ότι δεν παίζεται έτσι αυτό το παιχνίδι γλυκιά μου;

Είπε γελώντας και έκανε ένα βήμα κοντά της. Τότε μόνο τον είδε πραγματικά . Το σατανικό του γέλιο ήταν χαραγμένο στο πρόσωπό του και τα μάτια του λείπανε… το μόνο που έβλεπε ήταν οι δύο κενές κόγχες που κάποτε εκεί θα ήταν τα μάτια του…

Άνοιξε το στόμα της να ουρλιάξει, τότε εκείνος όρμησε κατά πάνω της, έβαλε το όπλο στο στόμα της και πάτησε τη σκανδάλη.

Η μουσική άρχισε πάλι να παίζει.

-Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι;