Τα χέρια της ερωτεύτηκε. Τυχαία περνούσε έξω από το σπίτι της, όταν σήκωσε το κεφάλι του και τα πρωτοείδε να κεντάνε. Ένα μικρό άνοιγμα στη δαντελένια κουρτίνα άφηνε μόνο τα χέρια της να φαίνονται. Και όσο τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα ανεβοκατέβαζαν ρυθμικά την μεταλλική βελόνα, που έλαμπε κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο προκλητικά, η καρδιά του καρδιοκατακτητή του χωριού έχασε μερικούς χτύπους. Τρελάθηκαν οι γονιοί του όταν τους ζήτησε να στείλουν προξενιό. Σιγά μην πάντρευαν τον μονάκριβο κανακάρη τους, που τίποτα δεν του έλειπε, με δαύτη.
“Είναι μεγαλοκοπέλα, είναι φτωχή, δεν σου πρέπει! Τι της ζήλεψες;” τον μάλωσαν προσπαθώντας να τον συνεφέρουν .
“Εγώ αυτή θα πάρω! Κέντησε με χρυσή κλωστή το όνομα της πάνω στην καρδία μου! Τι δεν καταλαβαίνετε;” επέμενε εκείνος απτόητος.
Δεν το λογαριάσανε καλά το πείσμα όμως του λεβέντη τους. Ακόμα και η απειλή ότι θα τον αποκλήρωναν αν τη ζητούσε σε γάμο, δεν τον συνέτισε. Και τον αποκλήρωσαν. Με μια αλλαξιά έφυγε από το σπίτι του ένα απόβραδο χολωμένος.
“Δεν έχω τίποτα. Είμαι νέος όμως και δουλευταράς. Θα την κάνω ευτυχισμένη”, ξηγήθηκε ντόμπρα στον πατέρα της λίγες μέρες αργότερα. Και εκείνος φτωχός άνθρωπος σκέφτηκε, πως για να απαρνιέται το ίδιο του το αίμα για την θυγατέρα του, που την θεωρούσε και καμένο χαρτί, αν μη τι άλλο έδειχνε πως την αγαπούσε. Έδωσε έτσι την ευχή του και σε ένα λιτό και φτωχικό γάμο, έκανε ο Μιχάλης γυναίκα του τη Σοφία.

Για τη Σοφούλα η είδηση πως την ζήτησε σε γάμο ο Μιχάλης την έκανε να σαστίσει. Του έριχνε πέντε χρόνια, της έριχνε πάνω από τριάντα πόντους στο ύψος. Ήταν δυνατόν αυτός ο άντρας να ήθελε εκείνη στο πλάι του; Ήταν δυνατόν να δέχτηκε με τόση άνεση να χάσει το δικαίωμα του στη γονική περιουσία, για να την παντρευτεί; Όλο το χωριό θα τους έτρωγε ζωντανούς, αν προχωρούσαν σε αυτό τον γάμο. Δεν το άντεχε να του το κάνει αυτό. Και αν στην πορεία μετάνιωνε; Αν στην πορεία συνειδητοποιούσε πως από καπρίτσιο την είχε ζητήσει; Τέτοια σκεφτόταν και προσπαθούσε να πείσει τους δικούς της γονείς να αρνηθούν. Ανυποχώρητοι όμως και εκείνοι. Θα τον έπαιρνε πάση θυσία. Σιγά μην απέρριπταν τέτοια ευκαιρία.
Έβαλε έτσι στην άκρη η Σοφία τις ανασφάλειες της, έκλεισε τα αυτιά της στα πικρόχολα σχόλια των άλλων γυναικών και όταν το πρώτο βράδυ πλάγιασε στο ίδιο κρεβάτι μαζί του, κατάλαβε πως όσο και αν δεν ταίριαζαν σε εμφάνιση, αυτός ο άντρας θα ήταν το φως της ζωής της.

Το πρώτο τους παιδί δεν άργησε να γεννηθεί. Εκείνος όλη μέρα δούλευε σαν το σκυλί στα χωράφια για να φτιάξει το σπιτικό τους σιγά σιγά. Όσο κουρασμένος όμως και αν ήταν, όταν γυρνούσε και έβρισκε το ζεστό πιάτο με το φαγητό και εκείνη να τον περιμένει κεντώντας, ως δια μαγείας όλα εξαφανίζονταν. Αυτά τα χέρια τα ήθελε συνέχεια πάνω του. Γεννήθηκε έτσι η Αννούλα τους. Ένα κοριτσάκι τόσο όμορφο και τόσο ήσυχο που ο Μιχάλης καμάρωνε σε όλο το χωριό. Η Σοφία μόλις αντίκρισε την κόρη της, έκανε το σταυρό της που το παιδί ήταν υγιές. Στο πρώτο της παιδί μόνο αυτή την έγνοια είχε. Να γεννηθεί το παιδί γερό.

Όταν όμως λίγους μήνες μετά έμαθε πως είναι και πάλι έγκυος, άλλαξαν λίγο οι προσευχές της. «Δωσ΄ μου Θεε μου, ένα αγόρι τώρα. Δωσ’ μου ένα αγοράκι, να ξεκουράσει τον Μιχάλη μου σαν μεγαλώσει» παρακαλούσε στο εικονοστάσι μπροστά. Ο Θεός όμως είχε δικά του σχέδια, σιγά μην άκουγε τη Σοφία. Δυο τσούπρες έτσι έστειλε σ ένα πακέτο. Και δίδυμα, και κορίτσια. Απαρηγόρητη η Σοφία, τρελός από χαρά ο Μιχάλης.
«Τρεις κόρες, πως θα τις παντρέψουμε;» μονολογούσε εκείνη απελπισμένη καθώς άλλαζε πάνες στα νεογέννητα κοριτσάκια.
«Όπως παντρευτήκαμε και εμείς!» της απαντούσε ο άντρας της που καμάρωνε για τις κόρες του και εκείνη σώπαινε.

Τρία χρόνια περάσανε από τη δεύτερη αυτή διπλή εγκυμοσύνη της, για να ξαναμείνει έγκυος. Το ήθελε η Σοφία το τέταρτο παιδί. Της τον χρωστούσε τώρα ο Θεός τον γιο, και θα της τον έδινε. Τόσο σίγουρη ήταν. Μόλις όμως η μαμή της ανακοίνωσε πως και το τέταρτο παιδί ήταν κορίτσι, αρνήθηκε κλαίγοντας να πάρει το μωρό στην αγκαλιά της. Βλέποντας ο Μιχάλης τη γυναίκα του να φέρεται έτσι, θύμωσε για πρώτη και τελευταία φορά μαζί της.
“Αν δεν το θες, να το πάρω να το πετάξω σε καμία σούδα!” την απείλησε κοιτώντας την αγριεμένος.
“Όχι άντρα μου, όχι!!!” φώναξε εκείνη αρπάζοντας από τα χέρια του το νεογέννητο κοριτσάκι. Και κάπως έτσι αγκάλιασε και την τέταρτη θυγατέρα της αποφασισμένη πως δεν θα ρίσκαρε να κάνει και άλλο παιδί. Από τη δική της κοιλιά μόνο κόρες θα έβγαιναν, όσα παιδιά και αν έκανε.

Στα χρόνια που ακολούθησαν το σπίτι τους έμοιαζε με γυναικωνίτη. Όχι μια, όχι δύο, αλλά πέντε γυναίκες περίμεναν τον Μιχάλη πλέον όταν γυρνούσε. Πέντε γυναίκες που όλες τους τον λάτρευαν, η μια περισσότερο από την άλλη. Πέντε γυναίκες, που καθισμένες δίπλα- δίπλα, με τα μαλαματένια χέρια τους, κεντούσαν τα μελλοντικά προικιά και τιτίβιζαν χαρούμενες. Στιγμή δεν ένιωσε να του λείπει ένας γιος. Στιγμή δεν τον ακούμπησαν τα αστεία στο καφενείο. Οι γυναίκες του ήταν ότι πολυτιμότερο είχε, και ας τον αποκαλούσαν οι άλλοι κόκορα σε κοτέτσι. Τόσα ήξεραν, τόσα έλεγαν!
Τη Σοφία πάλι την έτρωγε ο καημός. Την έτρωγε το μαράζι που δεν είχε καταφέρει να του χαρίσει ένα αγόρι, ένα στήριγμα. Ένιωθε πως του το χρωστούσε για όλα όσα είχε θυσιάσει για εκείνην.
Σκυμμένη πάνω από τα λαδόπανα, κεντούσε με όμορφα γράμματα το όνομα του πρώτου της εγγονού κλαίγοντας, όταν μπήκε ο Μιχάλης εκείνο το μεσημέρι.
“Γιατί κλαις κοκόνα μου;” τη ρώτησε ανήσυχος και γονάτισε μπροστά της.
“Μιχάλη θα τον πούνε. Σήμερα μου το είπε το Αννιώ… Τουλάχιστον εκείνη έκανε ένα αγόρι. Συγχώρα με Μιχάλη μου. Συγχώρα με που δεν κατάφερα να σου χαρίσω ένα παιδί” ψέλλισε μέσα σε λυγμούς.
“Μα τι λες βρε γυναίκα. Τέσσερα παιδιά μου έκανες. Τέσσερα! Το ένα καλύτερο από το άλλο! Τι κουβέντες είναι αυτές;” τη μάλωσε και έπιασε γλυκά τα χέρια της.
“Γιατί εμένα βρε Μιχάλη; Όποια ήθελες μπορούσες να πάρεις. Όμορφη δεν ήμουν, μεγαλύτερη σου ήμουν, πλούσια δεν ήμουν, γιατί; Και να μην σου κάνω η άχρηστη ούτε ένα γιο… Εσύ για χάρη μου απαρνήθηκες τους δικούς σου”, συνέχισε με τόσο παράπονο στη φωνή της, που ράγισε η καρδιά του Μιχάλη.
“Αχ βρε κορίτσι μου. Τριάντα χρόνια μαζί και ακόμα αναρωτιέσαι γιατί; Πανί η καρδιά μου, δικιά σου, να τη στολίζεις με τις βελονιές σου μέχρι το τέλος. Τι να τον κάνω τον γιο, μου λες; Δύο χέρια αγάπησα και μου τα έστειλε ο Θεός πίσω επί τέσσερα! Όλες τους, τα χέρια σου πήραν! Όλες τους όμως. Για το όνομα; Ποιο όνομα; Εκείνο που με πέταξε επειδή ακολούθησα την καρδιά μου; Σκούπισε τα δάκρυα σου τώρα και πάμε να δούμε τον μικρό. Και ένα πράγμα να εύχεσαι Σοφούλα μου. Να εύχεσαι ο Μιχαλάκης να είναι τόσο τυχερός στη ζωή του, όσο ήμουν εγώ!” είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του σφιχτά, αγνοώντας τη βελόνα που εκείνη ακόμα κρατούσε.

*Αφιερωμένο στον παππού Μήτσο και τη γιαγιά Μπία, που ένα από τα τέσσερα κορίτσια τους, μου χάρισε τον δικό μου σύντροφο.