Βγαίνεις από το σπίτι μ’ ένα 50ρικο. Και νιώθεις και πλούσιος. Πσσσς! 50 ευρώ, ποιος έχει 50 ευρώ τη σήμερον ημέρα!

Βέβαια, πρέπει να κάνεις πράγματα μ’ αυτό το 50ευρο.

– Ν’ αγοράσεις κιμά.
– Κορν φλέηκς “που να κάνουν κρίτσι κρίτσι, μαμά και να έχουν σοκολάτα και δωράκι μέσα και παιχνίδι επιτραπέζιο στο πίσω μέρος του κουτιού και να χορεύουν και κλακέτες μαμά – και να τους σφυράω και να έρχονται μόνα τους σε μένα κάνοντας ρόδα και να προσγειώνεται σε σπαγκάτο. Εντάξει μαμά; Αυτά τα κορν φλέηκς θέλω!”
– Να πληρώσεις κινητό καθότι σε παίρνουν κάθε 2μιση λεπτά και μουγκρίζουν ακατάληπτα “ΘΑ ΣΤΟ ΚΟΨΟΥΜΕ – ΠΛΗΡΩΣΕ ΣΚΟΥΛΗΗΗΗΚΙ ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙΣ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΥΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ! ΘΑ ΒΓΑΛΟΥΜΕ ΣΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΣΟΥ, ΠΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΗ ΚΟΛΛΗΤΗ ΣΟΥ ΠΩΣ ΕΦΑΓΕΣ ΤΙΣ ΣΟΚΟΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΣΤΙΣ ΖΗΤΗΣΕ ΕΙΠΕΣ ΠΩΣ ΕΛΙΩΣΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΕΤΑΞΕΣ! Και σου είπε το παιδί, κάνε χααααα να σε μυρίσω και έκανες πως απόθανες!!”
– Να αγοράσεις βαζελίνη, επειδή χρωστάς και στην τράπεζα και εννοείται πως το 50ρι τι να κλάσει, θα σε δει το ΑΤΜ και θα αυτοπυρποληθεί – Πάρε βαζελίνη λοιπόν, “από την καλή, κυρ-Στέφανε!” γιατί από την τράπεζα δεν αστειεύονται, θα σου τον φορμάρουν θες δε θες, οπότε κάνε μια σχετική προετοιμασία.
– Να αγοράσεις γατοτροφή γιατί σου έχουν μαζευτεί καμιά 10ριά αδέσποτα γατιά έξω από την πόρτα σου, έκανες το λάθος να ταίσεις ΕΝΑ μία φορά και φώναξε μέχρι και το σόι του από τον Καναδά, ψωρόγατο από το Κεμπέκ έχει ξαναδεί κανείς; Ε, έξω από το σπίτι σου – νιαού νιαού, με προφορά!

Υπολογίζεις λοιπόν, πως ΟΛΑ αυτά θα τα κάνεις με το 50ευρο που έχεις στη τσέπη σου, ούτε σεντ δεν έχεις παραπάνω! Σκέφτεσαι πως ίσως σου μείνουν και ρέστα, που να τα ξοδέψεις άραγε, σε μαγευτικές διακοπές στην Καραϊβική, σε zen spa ή να αγοράσεις ένα ηχοσύστημα να βαράει το despacito να κουνιούνται οι μασέλες των γειτόνων, όσο καθαρίζεις πατάτες λικνίζοντας το κορμί σου φορώντας κροκς και βερμούδα με κοκοφοίνικες από κάτω και T-shirt MEGADEATH από πάνω; Ιδού το ερώτημα, ίσως τελικά αν σου φτάσουν τα ρέστα να αγοράσεις λίγο ηλιόσπορο, μία η άλλη σου βγαίνει.

Μπαίνεις στο αμάξι με αυτά τα διλήμματα να συνταράσσουν τον εσωτερικό σου κόσμο, σ’ έχει τσιμπήσει κι ένα γαμήδι κουνούπι μέσα από το βρακί ρε φίλε – έλεος και ξύνεται διακριτικά, τύπου έχεις πάρει κρουστικό δραπανοκατσάβιδο και ξύνεις το κωλί σου με λύσσα – τέλος πάντων δεν είσαι και στα καλύτερα σου, ας το πούμε έτσι απλά. Γυρνάς λοιπόν το κλειδί στη μίζα και ακούς αυτόν τον υπέροχο ήχο, τη μελωδία της ευτυχίας “ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΠ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΠ ΡΕΖΕΡΒΑ!”.

Μάλιστα. Βενζίνη γιοκ. Εκπλήσσεσαι, “μα, γιατί;! Αφού πριν 10 μέρες έβαλα 2μίση ευρώ! Μάλλον μου τα έκλεψαν εγκάθετοι! Τίποτα επιτήδειοι, μου άνοιξαν το ρεζερβουάρ και με καλαμάκι προφανώς, μου ρούφηξαν τη βενζίνη μου, την έβαλαν σε δοκιμαστικό σωλήνα, παραπάνω από μια σύριγγα δεν έβγαζε πάντως!”

Ξεκινάς τη διαδρομή σου, με το λαμπάκι στο κόκκινο και τον Άγιο Χριστόφορο συνοδοιπόρο σου, (προστάτης των άδειων ρεζερβουάρ, μεγάλη η χάρη Του), λες οκ, θα πάω να κάνω όλες τις άλλες δουλειές μου και στο τέλος θα βάλω βενζίνη με ότι λεφτά μου μείνουν από το τάδε βενζινάδικο που υποτίθεται είναι πιο φτηνό από τα άλλα – ε, του πούστη, 40 χιλιόμετρα έχεις λένε, από τη στιγμή που θα σου ανάψει λαμπάκι.

Πράγματι, πας, ψωνίζεις, πληρώνεις και κινητό, αγοράζεις και την πιο φτηνή γατοτροφή που βρίσκεις (πριονίδι με γεύση σολομού) σου μένει κι ένα δεκάευρο από τα 50, οκ δε θα πας Καραϊβική τελικά, θα βάλεις βενζίνη – και πας για το βενζινάδικο της καρδιάς σου, με τη ψυχή στο στόμα και ψάλλοντας “Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια” για να πάρεις θάρρος.

Βλέπεις από μακριά την πινακίδα του πρατηρίου, σαν όαση μέσα στην έρημο, όπως ο καμηλιέρης τον κοκοφοίνικα, όπως η μάνα το νεογέννητο, όπως η γριά την άδεια θέση στο λεωφορείο, όπως ο γαύρος το πέναλτι! Τέτοια λαχτάρα, τέτοια προσμονή! Φτάνεις, βγάζεις φλας, πας να μπεις, ΓΚΑΑΑΑΑΑΑΠ τρως πόρτα από τον πιτσιρικά υπάλληλο. “Ζυγνώμη γκυρία, ντεν έκει άλλο μπενζίνη” “ΤΙ ΕΙΠΕΣ ΡΕ, ΤΑ ΓΙΝΙ ΤΟ ΚΑΜΟΣ, ΤΑ ΚΙΤΙ ΕΜΑ!” Δε πα να χτυπιέσαι, η μοίρα σου έχει σφραγιστεί. Ο Δίας σε γλεντάει, είναι μεσημέρι, έχει 52 βαθμούς υπό σκιάν, έχεις ένα δεκάρικο όλο κι όλο ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΒΕΝΖΙΝΗ!

Κοιτάς τον δείχτη του ρεζερβουάρ. Έχει κολλήσει στο τέρμα δεξιά κόκκινο, έχει βγάλει και μια μούτζα και σου την φλασάρει στη μάπα, εναλλακτικά με κωλοδάχτυλο, τώρα πια δεν κάνει μπιπ μπιπ, κάνει ‘πρρρρρρρρτ πρρρρρρρρρρρρρρτ πρτττττττ’.

Ρίχνεις μια ματιά στην εικονίτσα του Άγιου Χριστόφορου που σου έχει γυρίσει πλάτη, σου κάνει μούτρα, τύπου “Άγιος είμαι, δεν είμαι ο Χριστός να σου κάνω το θαύμα εν Κανά να σου πολλαπλασιάσω τα κορν φλεηκς και τη γατοτροφή, να στα κάνω οκτάνια αμόλυβδη! Στα ΄λεγα εγώ, ηλίθια, ε ηλίθια!”

Παίρνεις βαθιά αναπνοή, δεν έχεις άλλη λύση, το επόμενο βενζινάδικο είναι 10 χιλιόμετρα μακριά. Κάνεις το σταυρό σου, υπόσχεσαι πως δεν θα ξαναφάς μπέικον Μεγάλη Παρασκευή και ξεκινάς. Προσπαθείς να θυμηθείς όλα τα κόλπα που σου έχουν πει για εξοικονόμηση βενζίνης, πας με σταθερή ταχύτητα λέει, με 5η χωρίς να πατάς γκάζι, μόνο που εσύ είσαι σε ανηφόρα και σε παίρνει πίσω, πατάς γκάζι φρικαρισμένη, παραλίγο και θα φυτευόσουν σε κάνα γκρεμό, το καλό ήταν πως δεν θα έπαιρνε φωτιά το αμάξι, με τι βενζίνη α χα χα καλό καλό, ναι. Όχι.

Πας δεξιά δεξιά, σίγουρη πλέον πως κάπου εδώ θα σε αφήσει, τώρα τώρα να… Δε μετράς χιλιόμετρα, μετράς μέτρα – άλλο ένα, άλλο ένα, άλλο ένα… αργά, βασανιστικά, μπροστά σου πορτοκαλί φανάρι, ναι καλά, το περνάς αβλεπί – για να σταματάμε είμαστε τώρα, άμα σταματήσουμε σε φανάρι, θα μείνουμε κιόλας στο φανάρι, σιγά μην ξαναπάρει μπροστά μετά!

Το ντεπόζιτο βενζίνης έχει αδειάσει ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ που πλέον κινείσαι με υδρατμούς και τελικά δεν είσαι και τόσο σίγουρη πως δεν έριξε και λίγα δημητριακά ο Άγιος μέσα στο ρεζερβουάρ, ίσως τελικά τα τελευταία μέτρα μέχρι το βενζινάδικο, το αυτοκίνητο σου ΟΝΤΩΣ να έκαιγε κόκοποπς!

Φτάνεις στην είσοδο του βενζινάδικου. Μπαίνεις. Σβήνεις τη μηχανή και κάνεις ένα ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧ μακρόσυρτο, το αχ της ανακούφισης σου ακούστηκε μέχρι τα πέρατα της Άπω Ανατολής, στη Μογγολία λέει χτύπησαν τα γκονγκ και ευχαρίστησαν τον Βούδα που έφτασες τελικά.

Πλησιάζει ο βενζινάς, του κολλάς το δεκάευρο στο κούτελο ‘παίξε Τσιτσάνη μου’ του λες με ύφος Ωνάση.
“έρχεστε λίγο πιο μπροστά, για να μπει και ο επόμενος;” σου λέει.
“Ναι, βέβαια” απαντάς και ετοιμάζεσαι να πας λίγα εκατοστά πιο πάνω.

Γυρνάς τη μίζα. Κρ κρ κρρρρρρρρ κρ! Σβήνει.
Σε πιάνει υστερικό γέλιο, ο βενζινάς σε κοιτάει με απορία.

ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑ κραυγάζεις υστερικά! “Δε παίρνει μπροστά! Έμεινα από βενζίνη! Μέσα στο βενζινάδικο ΜΠΟΥΧΑΧΑΧΑ ΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑ!”