Μια φορά και ένα καιρό, υπήρχε ένα συνοικιακό ψιλικατζίδικο σε μια γειτονιά του Πειραιά. Το εν λόγο ψιλικατζίδικο το είχε η κυρά Φωτούλα. Μια κυρία γεματούλα, με τεράστια μυωπικά γυαλιά με μαύρο κοκάλινο σκελετό, με γκρίζα μαλλιά και ένα πλεκτό λευκό σάλι μονίμως στους ώμους της (ακόμα και τον Αύγουστο!). Δεν ήταν κανένα μεγάλο μαγαζί, μια τρυπούλα ήταν για την ακρίβεια. Στα δικά μου όμως μάτια έμοιαζε με πολυκατάστημα. Και αυτό γιατί εκεί μέσα έβρισκες τα πάντα. Που τα χωρούσε βέβαια όλα αυτά, άξιο απορίας! Από εκεί μπορούσες να αγοράσεις ταυτόχρονα από καλσόν “BIC”, κλωστές κεντήματος, φουρκέτες μέχρι ντοματοπελτέ και ζάχαρη.

Εμένα φυσικά η μαμά μου για τέτοια με έστελνε, αλλά εγώ άλλα “ζαχάρωνα”. Λίγο που ήμουν παιδί, λίγο που ήμουν (και παραμένω) ένα κοιλιόδουλο πλάσμα, έμπαινα μέσα και μέχρι να βρει η κυρά Φωτούλα το ματσάκι κοτόν περλέ νούμερο 932, εγώ χάζευα κάτι γυάλες που είχε εκεί μπροστά στο ταμείο. Διότι η ρουφιάνα η κυρά Φωτούλα ήταν πανέξυπνη και έτη φωτός μπροστά για την εποχή της. Πως στις μέρες μας βάζουν στα ταμεία ένα σωρό λιχουδιές στα σούπερ μάρκετ; Ε το ίδιο έκανε και εκείνη χωρίς να έχει σπουδάσει η γυναικούλα μάρκετινγκ! Και τι είχαν μέσα οι γυάλες; Θησαυρούς είχαν! Γευστικούς, ανθυγιεινούς, πολύχρωμους πειρασμούς!

Η μια γυάλα είχε μπαλίτσες ποδοσφαίρου που ήταν τσιχλόφουσκες. Η άλλη ακριβώς δίπλα της είχε σοκολατένια νομίσματα που γυάλιζαν μέσα στο χρυσό περιτύλιγμα τους. Η τρίτη είχε βραχιολάκια που αντί για χάντρες είχαν καραμελίτσες στο σχήμα χαντρών. Αυτά ειδικά τα τελευταία, μεγάλο σουξέ είχαν στα χρόνια μου. Τα φορούσαμε τα βραχιολάκια όλες εμείς οι ανήλικες κοκέτες και όποτε μας έπιανε λιγουρίτσα τρώγαμε και από μια χαντρούλα. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για την ελλιπή υγιεινή του συγκεκριμένου βρώσιμου αξεσουάρ, θα πω μόνο ότι στην καλύτερη, καμία τρίχα από τα μαλλιά μας μπλεκόταν στο βραχιολάκι χωρίς να μας πτοεί φυσικά καθόλου. Μια τέταρτη γυάλα είχε γλειφιτζούρια σφυρίχτρες. Και αυτά μεγάλη πέραση είχαν. Έβγαιναν και στη θεϊκή γεύση κόκα κόλα. Και αφού δεν μας άφηναν να πιούμε κόκα κόλα εμείς την γλείφαμε και μετά σφυρίζαμε κλέφτικα. Και όλα αυτά τα νόστιμα ήταν μόνο οι γυάλες δίπλα στην ταμιακή μηχανή.

Και έφερνε η κυρά Φωτούλα επιτέλους το ματσάκι της κλωστής για το οποίο είχα μπει και αγόραζα και κάτι από τις γυάλες με τα ρέστα. Και σε όλη τη διαδρομή για τα σπίτι, ενώ μασούλαγα το σοκολατένιο νόμισμα, προσπαθούσα να σκαρφιστώ μια ιστορία για το που πήγαν οι δέκα δραχμές που έλειπαν! Και επειδή το χούι το είχα παιδιόθεν, πολύ ωραία σενάρια έφτιαχνα, τα οποία ποτέ δεν κατάφερα να ξεστομίσω στη μάνα μου. Γιατί ως γνωστό “όποιος λέει ψέματα πέφτει στα μαύρα αίματα!” και εγώ δεν ήθελα να πέσω στα μαύρα αίματα!

Το καλύτερο μου όμως ήταν όταν πήγαινα επί τούτου να ψωνίσω για μένα και όχι για θελήματα της μαμάς μου. Διότι γιαπωνέζα μεν η μάνα , διεθνής δε η μητρική γκρίνια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Μόλις λοιπόν μάζευα δικά μου λεφτά, έτρεχα η καλή σου να τα κάψω στην κυρά Φωτούλα. Και κοιλιόδουλη και σπάταλη. Πώς λέμε και σαμπουάν και κοντίσιονερ; Δύο σε ένα η δικιά σου!

Έμπαινα λοιπόν με ύφος χιλίων καρδιναλίων μέσα στο μαγαζάκι και τα έκανα της κακομοίρας της ψιλικατζούς τα νεύρα κρόσσια. Τώρα ψώνιζα εγώ νόμιμα, από το βιος μου και όχι λαθραία και ενοχικά από τα ρέστα της μαμάς. Και με έπαιρνε ώρα να διαλέξω. Πολλή ώρα… Απίστευτα πολλή ώρα… Μεγάλο το δίλημμα πως να ξοδέψεις ολόκληρο κατοστάρικο ! Γαριδάκια ή σοκοφρέτα κουκουρούκου; Τσιγάρα τσιχλίτσες (φοβερό προϊόν για παιδιά!) ή καραμέλες βουτύρου (αυτές με την αγελαδίτσα απέξω που κολλούσαν ασύστολα στο δόντι). Και αν ήταν καλοκαίρι εκεί να δείτε δράμα. Διότι τα ψυγεία τότε δεν είχαν γυάλινο καπάκι όπως τώρα. Και αν το άνοιγες και κρεμιόσουν μέσα να ψαχουλεύεις τα παγωτά η κυρά Φωτούλα, με το σάλι πάντα, σου φώναζε να το κλείσεις γιατί έφευγε η ψύξη. Έπρεπε λοιπόν από την φωτογραφία να διαλέξεις τι θα πάρεις. Και εσύ μπορεί να ήξερες απέξω όλα τα παγωτά, αλλά τα ήθελες όλα και δυσκολευόσουν να αποφασίσεις αν θα αγόραζες το παγωτό με το χαζοπαίχνιδο από κάτω που είχε μια στάλα παγωτό από πάνω ή το “σπρώξε γλύψε” που ήταν πιο χορταστικό.

Όταν ήμουν μικρή επομένως το σύμπαν μου γυρνούσε γύρω από το ψιλικατζίδικο της κυρά Φωτούλας, που πλέον δεν υπάρχει. Τα διλήμματα μου αφορούσαν θερμιδογόνες λιχουδιές. Οι αμαρτίες μου και τα εγκλήματα μου είχαν περιτυλίγματα και χωρούσαν σε γυάλες. Και η ζωή μου ήταν απλή… Μπαίνοντας λοιπόν χτες μέσα σε ένα άλλο σύγχρονο ψιλικατζίδικο για να αγοράσω τσίχλες χωρίς ζάχαρη για δροσερή αναπνοή, φανταστείτε το σοκ μου όταν στο ταμείο είδα γνώριμα πράγματα μετά από τόσα χρόνια.

Στη μνήμη λοιπόν των παιδικών μου κραιπαλών αγόρασα ένα σωρό σαβούρες. Μπορεί ο χώρος να μην μύριζε το ίδιο με τότε (κολόνια Μυρτώ λεμόνι φορούσε αυστηρά η κυρά Φωτούλα) , οι συσκευασίες να είχαν αλλάξει, οι τιμές να ήταν σε ευρώ και εγώ να μην φοβόμουν τις αντιδράσεις της μαμάς μου πλέον, αλλά στον σταυρό που σας κάνω η χαρά ήταν ολόιδια! Έφτασα έτσι στο σπίτι και κρυφά (μην ξεφτιλιστούμε κιόλας) άπλωσα πάνω στο κρεβάτι τις αγορές μου. Κοίταξα με νοσταλγία το βραχιολάκι με τις καραμελίτσες και το φόρεσα αμέσως, χάιδεψα τα χρυσά νομίσματα, μύρισα τις καραμελίτσες βουτύρου και επεξεργάστηκα το πακέτο με τις τσίχλες τσιγάρα. Και άξαφνα διαπίστωσα πως τελικά δεν είχαν αλλάξει και πολύ τα πράγματα! Για λίγα λεπτά το σύμπαν μου γυρνούσε και πάλι γύρω από ένα νέο φωτεινό μοντέρνο ψιλικατζίδικο αυτή τη φορά. Τα διλήμματα μου αφορούσαν θερμιδογόνες λιχουδιές . Και η αμαρτία που ετοιμαζόμουν να κάνω, γυάλιζε μέσα στο χρυσό περιτύλιγμα της κάτω από μια αχτίδα φωτός που έμπαινε από το παράθυρο.

Άρε άδικη κοινωνία!
Και μεγαλώνεις , και σε πιάνει πρόωρη γιαγιαδίστικη νοσταλγία, και σκέφτεσαι ακόμα πως σκατά θα φορέσεις το μαγιό σε λίγους μήνες!

Άραγε με τη νοσταλγία καις καμία θερμίδα παραπάνω;