Με τους καλύτερους οιωνούς ξεκίνησε η κοινή μας ζωή. Γνωριστήκαμε, ερωτευτήκαμε, παντρευτήκαμε. Κανείς από τους δυο μας, δεν φανταζόταν τι θα ακολουθούσε.

Την γνώρισα λίγο μετά που έφυγα από μία μακροχρόνια σχέση. Λίγο μετά αφού είχα νιώσει την ανάγκη να βάλω τέλος σε μια συνήθεια που δεν μου προσέφερε τίποτε άλλο, παρά πλήξη, θυμό και αγανάκτηση. Αρκετά μικρότερή μου ηλικιακά, αλλά τόσο «αντράκι» στον χαρακτήρα που έκανε ότι ήθελε τον κόσμο όλο. Μπορούσε να με κάνει ότι ήθελε, το ήξερε, το ένιωθε, της το είχα ομολογήσει από την αρχή. Κι όμως… στη σχέση μας ήταν γυναίκα, θηλυκό, γατούλα και τίγρης μαζί, μα κυρίως… ήταν ίση με μένα. Δεν προσπάθησε να μου επιβληθεί, με αγάπησε άνευ όρων, με όλα τα στραβά και τα ανάποδα του χαρακτήρα μου, με όλες τις καλές πλευρές μου. Με άφησε ελεύθερο να καταλάβω πρώτος τι μου γινόταν, τι ένιωθα και να πάρω εγώ τις πρωτοβουλίες για τη σχέση μας. Όχι γιατί ήμουν ο μεγαλύτερος. Είμαι σίγουρος πως ένιωσε ότι αυτό ήταν που είχαμε και οι δυο ανάγκη, εκείνη τη στιγμή. Αυτό χρειαζόμουν τη δεδομένη στιγμή.

Στην προηγούμενη σχέση μου, αφέθηκα. Συνήθισα, βολεύτηκα και άφησα άλλους να παίρνουν αποφάσεις για την ζωή μου. Μια μέρα ξύπνησα και είπα αυτή η βολή δεν είναι για μένα, δεν μου αρκεί. Θέλω κι άλλο, θέλω κι άλλα. Τέρμα. Έτσι ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση καμιά. Φεύγω. Τελεία και παύλα.

Μέσα στους επόμενους μήνες, προσπάθησα να ζήσω ότι η δεκαετής σχέση μου είχε στερήσει. Γυναίκες, γκόμενες, ξεπέτες της μιας βραδιάς, της μιας ώρας, του λεπτού. Ξενύχτια, ποτά, τσιγάρα, ευκαιριακές παρέες και «φιλίες» για όσο εξυπηρετούσαν το σκοπό μου. Κι ένα σπίτι, κέντρο διερχομένων… Την είδα ξαφνικά μπροστά μου, λίγες μέρες πριν φύγω για διακοπές με μια κοπέλα από τη Θήβα, και σκέφτηκα «ωραίο γκομενάκι, το κρατάω στα υπόψιν για όταν γυρίσω».

Έφυγα, γύρισα, την ξέχασα, πήδηξα άλλες… και την ξαναείδα. Βρήκα κοινούς γνωστούς και την κυνήγησα. Χαλαρά, ενώ έβγαινα και με άλλες, αλλά την κυνήγησα. Αντιστάθηκε, σε μένα, σε μένα ρε φίλε…

Βρήκα τρόπο να την προσεγγίσω και η πρώτη έξοδος μαζί της, όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ, ήταν καρμική. Οδηγώντας προς το σπίτι στο τέλος της βραδιάς σκεφτόμουν ότι δεν υπήρχε ποτέ πιθανότητα να κάνω κάτι μαζί της. Εντάξει καταλάβαινα ότι δεν άξιζε μόνο ένα πήδημα, οπότε… κομμένες οι διπλωματικές, δεν είμαστε για τέτοια, μόλις είχα χωρίσει!

Μόνο που την συνάντησα τυχαία, σε ένα μπαράκι μετά από λίγες μέρες και… το ένα ποτό έφερε το δεύτερο, και το δεύτερο έγινε τρίτο και κάπου στο τέταρτο, έτσι ξαφνικά, με φίλησε! Σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στο κόσμο! Με φίλησε ξανά, πιο απαιτητικά αυτή τη φορά και αμέσως μου ξεκαθάρισε ότι θέλει απλά να περνάει καλά και τίποτε άλλο. Μόλις συνάντησα το alter ego μου!

Μην τα πολυλογώ, τρεις μήνες μαγικοί! Της ζήτησα να γνωρίσω την οικογένειά της, αρνήθηκε. «Έχεις πιει αρκετά για απόψε», μου είπε και με τράβηξε τρυφερά να φύγουμε. Την έπεισα λίγο αργότερα και δεκαπέντε μήνες μετά είχαμε παντρευτεί!

Στην ερώτηση φίλου πως αποφάσισε να με παντρευτεί, απάντησε

«Στα είκοσι τρία σου, έχεις περιθώριο να διορθώσεις τυχόν λάθη. Ας το σκεφτεί ο φίλος σου καλύτερα που είναι τριάντα πέντε».

Πατούσε στη γη και αντιλαμβανόταν τη ζωή με ένα περίεργο τρόπο για την ηλικία της. Και με λάτρευε, σχεδόν όσο τη λάτρευα κι εγώ.

Τα πρώτα χρόνια του γάμου, κύλησαν σχεδόν μέσα σε ένα όνειρο. Το πρώτο συννεφάκι έκανε την εμφάνισή του όταν μου ζήτησε να κάνουμε παιδί. Δεν είναι ότι δεν ήθελα, μάλλον όμως δεν ήξερα τι ήθελα και με έπιασε απροετοίμαστο. Όσο το δούλευα όμως στο μυαλό μου το ήθελα κι εγώ. Και συμφώνησα, εντάξει, όχι με τον ίδιο ενθουσιασμό, αλλά συμφώνησα. Και συμμεριζόμουν το άγχος της και τον ενθουσιασμό της και τη στεναχώρια της κάθε μήνα όταν εξαφανιζόταν για ώρες μέχρι να χωνέψει το αρνητικό αποτέλεσμα. Κάποιο μικρό προβληματάκι μας έστειλε σε μονάδα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Προσπαθούσα να της δώσω να καταλάβει ότι δεν υπήρχε λόγος να αγχώνεται, κανείς γιατρός, δεν μας είπε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε παιδί, απλά μπορεί να αργήσει λίγο ή ακόμη και να έρθει τον επόμενο μήνα. Μάταιος κόπος. «Αν δεν ήθελα παιδιά, δεν υπήρχε και λόγος να παντρευτούμε, μια χαρά περνάγα και έτσι».

Ξεκινήσαμε με ελεγχόμενη ωορρηξία. Μετά, ελεγχόμενη πολλαπλή ωορρηξία. Ακόμη δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς έκανε, μόνο τους τίτλους συγκράτησα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα, τα είχε αναλάβει όλα αυτή. Στους γιατρούς, μόνη της έτρεχε, για εξετάσεις, στα διάφορα κέντρα γονιμότητας, παντού! Δεν είναι ότι δεν με ήθελε, ούτε ότι εγώ δεν ήθελα να πάω μαζί της, δεν μου το ζήτησε και τα έβγαζε πάντα πέρα μόνη της, άντεχε τα πάντα, το ήξερα και το ήξερε. Με έπαιρνε τηλέφωνο μόνο στη δουλειά και μου έλεγε:

«Μην ξεχαστείς, το βράδυ στις 8 έχει σεξ! Ούτε λεπτό παραπάνω, εντολές γιατρού. Και ειδοποίησε στο γραφείο ότι το πρωί θα αργήσεις λίγο να πας, θα ξανακάνουμε σεξ μωρό μου, στις 8 το πρωί, ξανά εντολές γιατρού. Κι έχω σκοπό να σε κάνω να ξεχάσεις το όνομά σου μετά!».

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι ώρες που περνάγαμε στο κρεβάτι ήταν… στο κρεβάτι; Καλά, οι ώρες που περνάγαμε οι δυο μας, οι προσωπικές μας στιγμές, όπου και αν ήταν αυτές, ήταν μία έκρηξη, μία σύνδεση τόσο σωματική, όσο και εγκεφαλική που μας εκσφενδόνιζε σε άλλη διάσταση. Μετατράπηκαν σε αγγαρεία. Πολύ γρήγορα σε κόλαση. Έρωτα ήθελα να της κάνω, όχι σεξ, πόσο μάλλον σεξ με σκοπό την αναπαραγωγή. Ένιωσα να με χρησιμοποιούν και να την χρησιμοποιώ μαζί. Κουράστηκε και αυτή. Σε κάποια προσπάθεια που έπαιρνε πολύ ώρα, μου είπε «Χύσε μαλάκα επιτέλους, να τελειώνουμε…»

Και μπορεί το μαλάκα να μην το είπε, αλλά εγώ έτσι ακριβώς ένιωσα.

Έχασα κάθε όρεξη να βρεθώ μαζί της. Έψαχνα για δικαιολογίες, πολύ δουλειά, κίνηση στο δρόμο, κούραση, σαν να σαμποτάριζα τις προσπάθειές της. Κι όμως, την αγαπούσα, όπως και την αγαπώ ακόμη. Μόνο που την εξώθησα στα άκρα, χωρίς να το καταλάβω. Δεν μπήκα στη διαδικασία να την καταλάβω, ούτε καν να την ρωτήσω τι σκέφτεται, πως το βιώνει όλο αυτό. Τρέμω ακόμη στην ιδέα ότι μπορεί να ένιωθε σαν κούκλα του σεξ.

Και κάπως έτσι, βάλαμε ταφόπλακα στην μεταξύ μας, ερωτική ζωή.

Γιατί τουλάχιστον εγώ, έκανα κάποιες προσπάθειες να αποδείξω στον εαυτό μου πως μπορώ να λειτουργήσω ερωτικά. Μάταια. Με είχε μυήσει στον έρωτα και τίποτα λιγότερο δεν με ικανοποιούσε.

—————–

Δέκα χρόνια μετά…

Μπορεί να αποκτήσαμε τα δίδυμα που πάντα λαχταρούσαμε, μπορεί να αγαπιόμαστε, να στηρίζει πάντα ο ένας τον άλλο, να είμαστε περήφανοι για την οικογένειά μας, αλλά κάτι λείπει… Αυτή η σπίθα στα μάτια μας…

Τελευταία την βλέπω ότι είναι αλλού. Με αγαπάει και μου το δείχνει καθημερινά, αλλά όχι με τον τρόπο που θα ήθελα. Είναι τρυφερή μαζί μου, καταπληκτική μητέρα, άξια σύζυγος, αλλά όχι η ερωμένη μου. Κάτι την τριγυρίζει, το νιώθω, βλέπω το βλέμμα της πως λάμπει, τον τρόπο της όταν ντύνεται, τον τρόπο που βάφεται… κι ενώ φαινομενικά τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι και ίδιο.

Σήμερα, γύρισα από τη δουλειά και βρήκα το σπίτι άδειο.

Χωρίς καμία παιδική φωνή, καμιά αγκαλιά να με περιμένει.

Άδειες ντουλάπες και άδεια ζωή.

Τώρα το ξέρω καλά: Έμαθε από μικρή να δίνεται ολοκληρωτικά και δίχως έρωτα δεν ζει…