Άκου, φίλε, περαστικέ…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα νέα που μόλις άκουσε ήταν τραγικά. «Δεν γίνεται τίποτα, αυτά μόνο… με συγχωρείς τώρα έχω ένα επείγον περιστατικό», αναφώνησε ο γιατρός κι αποχώρησε με σκυμμένο κεφάλι θέλοντας ν’ αποφύγει περαιτέρω εξηγήσεις, επεξηγήσεις και σχόλια! Τι να του πει άλλωστε; Έβαλε το καπέλο κι έφυγε αλλοπαρμένος απ’ το νοσοκομείο. Το κρύο έξω ήταν αφόρητο. Έκλεισε με κόπο την γκαμπαρντίνα, διέσχισε γοργά το δρόμο και στο χαμηλό μόλο που συντρόφευε το πλατύ ποτάμι σταμάτησε και κοίταξε το μεγάλο γκριζόασπρο κτήριο. «Ώστε… εδώ θ’ αφήσω το τομάρι μου!», συλλογίστηκε θλιμμένα. Δύο τρεις μέρες ακόμη. Μόνο τόσο! Το σκοτάδι άρχισε να πέφτει γλυκά και τ’ αστέρια να κατεβαίνουν στον μουντό ουρανό αργά και σιωπηλά. Τα πεζοδρόμια γέμιζαν με γρήγορα βήματα και πλατύφυλλα απ’ τα δέντρα. Κοίταξε ολόγυρα κι ένιωσε τότε το δαίμονα της μοναξιάς του να τον περιβάλλει με το μαύρο του μανδύα. Η πολύβουη πόλη του φαινόταν ξαφνικά άδεια. Άρχισε ν’ αλαφροπερπατεί, χωρίς να τον νοιάζει πού πήγαινε. Δεν είχε άλλωστε σημασία.  Ήθελε εκείνη τη στιγμή να σταματήσει τον πρώτο περαστικό και να του μιλήσει, ν’ ανοίξει την καρδιά του και να του ομολογήσει όλες τις ενδόμυχες του σκέψεις.

Το ξέρεις, φίλε άγνωστε, πώς θα πεθάνω αύριο, μπορεί και σήμερα, ίσως σε λίγη ώρα, ας κάνουμε για λίγο παρέα, μην αρνηθείς στο μελλοθάνατο τη συντροφιά σου, λίγο, όσο κρατάει η ψυχή μου ακόμη πριν φύγει προς άγνωστη κατεύθυνση, αθάνατη δεν ξέρω αν είναι, αλλά θα βγει απ’ αυτό το σάπιο κορμί και θα πετάξει γι’ αλλού κι εσύ θα πεθάνεις να το ξέρεις, όχι σήμερα, ίσως την άλλη βδομάδα, πιθανόν μετά από πολλά χρόνια, ποιος ξέρει πότε θα πεθάνει κάποιος, εγώ όμως ξέρω, τώρα με βλέπεις αύριο δε θα με δεις, ίσως καμιά παλιά φθαρμένη φωτογραφία να θυμίζει πως ζούσα κάποτε σ’ αυτήν την πόλη, σ’ αυτόν τον δύστυχο κόσμο, σιγά – σιγά θα γίνω ιστορία και μετά θρύλος, όπως μαθαίναμε στα σχολεία γι’ αρχαίους ήρωες και Θεούς, μείνε για λίγο μαζί μου, έχω ανάγκη να σου μιλήσω, να αισθανθώ πώς κάποιος είναι δίπλα μου, πώς κάποιος με νιώθει κι ας μη με ξέρει, το βράδυ απόψε με τρομάζει, ο θάνατος με πλησιάζει, να είναι εκείνος εκεί ο μαυροφορεμένος κύριος που διασχίζει το δρόμο και με πλησιάζει, δες πως μειδιάζει που θα πάρει την ψυχή μου, δε θέλω να φύγω αλλά πρέπει, η ζωή είναι μια σύντομη βόλτα τελικά, χθες έκανα όνειρα για το μέλλον που γκρεμίστηκαν σε μια στιγμή, μια φράση «θα πεθάνεις να το ξέρεις», τίποτα άλλο, δεν είσαι αθάνατος ανόητε θνητέ, μόνο τ’ αστέρια που μας κοιτάνε είναι τελικά αθάνατα, ίσως κι αυτά να πεθαίνουν μια μέρα κουρασμένα να κρέμονται από μια αόρατη κλωστή, τώρα μας κοιτάνε, μου χαμογελούν, ίσως με περιμένουν με τα φτερά τους ανοιγμένα και φωσφορισμένα, θέλω πολλά να σου πω ακόμη δεν ξέρω αν θα προλάβω, λίγο ακόμη, αυτό το λίγο ακόμη το λοιπόν συντροφεύει τη ζωή μας, ένα λίγο ακόμη αύριο κι ύστερα πάλι και πάλι κι όλο πλησιάζει το έρεβος του τέλους μας χωρίς να το περιμένουμε, να το φεγγάρι βγαίνει απ’ τη βουβή θάλασσα ολόχλωμο, αντιφεγγίζει στο νερό έτοιμο να δροσίσει το κρύο τούτο βράδυ και το λυκόφως σαν σβήσει αργά θα σβήνει κι η δική μου ύπαρξη, μια θολή ανάμνηση θα γίνω κι εσύ θα είσαι ο τελευταίος που θα μιλήσεις μαζί μου, θα νιώσεις τον αλαλαγμό μου, θα αφουγκραστείς την ανασαιμιά μου, θα σου πω για τότε που έκανα όνειρα μεγαλεπήβολα να φτιάξω πύργους, κάστρα και βασίλεια, που όλα τώρα θα μείνουν πίσω ορφανά, ανολοκλήρωτα, θυμώνω γι’ αυτό που με βρήκε, γιατί εμένα κι όχι εσένα, γιατί να πεθάνω εγώ κι όχι εσύ, αυτός ο άλλος παραπέρα, δεν μπορώ να το αλλάξω όμως, θέλω να φωνάξω ποιος θέλει να πάρει τη θέση μου στο χώμα, ποιος στο διάολο θέλει να πεθάνει σήμερα, αλλά φοβάμαι πως κανείς δε θ’ ανταποκριθεί, θα νικηθώ για δεύτερη φορά, συλλογίζομαι πως μπορεί να τα καταφέρω, μια φρεναπάτη μας κυριεύει και μιλά στην καρδιά μας «πάλι θα γλιτώσεις, θα γλιτώσεις…», θέλω να ζω στο ψέμα αυτό για λίγο, μου ταιριάζει τώρα, πες μου πως δεν θα πεθάνω, το έχω ανάγκη, καληνύχτα φίλε, καληνύχτα, σ’ ευχαριστώ που άκουσες αυτά τα λόγια!

Η νύχτα ήταν ορεξάτη και τ’ άστρα μυρμήγκιαζαν στον ουρανό. Μπήκε στο μικρό διαμέρισμα, γδύθηκε και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Έγειρε το κεφάλι στο μαξιλάρι κι έκλεισε τα μάτια. Το γλυκοχάραμα ήρθε ζεστό και τα χελιδόνια χαίρονταν τον γαλάζιο ουρανό.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook