Κάθε χάραμα, με το πρώτο φως της αυγής, άκουγα το σιδερένιο κρεβάτι της να τρίζει καθώς με δυσκολία σηκωνόταν. Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο από το σούρσιμο που έκαναν οι παντόφλες της μέχρι το εικονοστάσι. Ύστερα το κριτσάνισμα από τα καρβουνάκια στο θυμιατό, την έντονη μυρωδιά από το λιβάνι και τη φωνή της, γλυκό μουρμουρητό να προσεύχεται για τους ζωντανούς της και να μνημονεύει τους αγαπημένους που έφυγαν, μα δεν τους ξέχασε ποτέ. Κι ύστερα, λίγο πιο δυνατά ακουγόταν μονότονα και συνεχόμενα δυο λέξεις: “Άλας και νερό Θεέ μου, Άλας και νερό. Μ’ αυτή τη φράση ικέτευε τον Θεό της να την συγχωρέσει για τις σκέψεις που είχε κάνει πάνω στην αγανάκτησή της. Μόνο σκέψεις, γιατί ποτέ δεν είχε ξεστομίσει λόγια βαριά κι ας ήταν κάποιες ώρες αβάσταχτα αυτά που περνούσε.

Απόγευμα παρά απόγευμα η γειτονιά μαζευόταν να δει την παράσταση. Με την παραμικρή αφορμή, ο Θανασάκης θα άρπαζε καμιά καρέκλα και θα την έσπαζε στην πλάτη της γιαγιάς του. Μπροστά η γριά πίσω ο Θανασάκης με το καρεκλοπόδαρο και δώστου κυνηγητό μέσα στην αυλή και γύρω, γύρω στης φτωχογειτονιάς τα σοκάκια. Φωνές, βρισιές, φασαρία, κακό κι οι γείτονες πότε να μπαίνουν ανάμεσα να γλiτώσουν την γριά, πότε – οι πιο δυνατοί – να προσπαθούν να ημερέψουν το μένος του Θανασάκη που κατακόκκινος, άγριος, θεριό ανήμερο ξεσπούσε πάντα πάνω στη κακομοίρα την κυρά – Θοδώρα. Καμιά φορά τα πράγματα ήταν χειρότερα, όπως τότε που της πέταξε ένα πιρούνι και την βρήκε στη φλέβα, έτσι όπως έκανε η γριά να σηκώσει το χέρι της να προστατευτεί. Σιντριβάνι το αίμα, πάτησε η γριά τις φωνές, μαζεύτηκαν οι γειτόνοι και φωνάξανε τον Γρήγορη τον γιατρό να περιποιηθεί την πληγή και να σταματήσει την αιμορραγία.

 Ποτέ δεν του έλειπαν οι αφορμές να ξεσπά πάνω στη γιαγιά του ο Θανασάκης αλλά η αίτια ήταν πάντα η ίδια. Η σύνταξη της γριάς  που ποτέ δεν έφτανε για να βγάλουν τον μήνα, δεδομένου του ότι ο Θανασάκης δεν έβρισκε και δουλειά που να του ταιριάζει και να τήνε καταδέχεται. Στα σκαλάκια της αυλής τους ήταν το στέκι του, το βήμα όπου αγόρευε για την άδικη κοινωνία που δεν αναγνώριζε τις  ικανότητες του και χλεύαζε τους μεροκαματιάρηδες της γειτονιάς που πιάνονται κορόιδα αφού έφευγαν αξημέρωτα και γύριζαν λίγο πριν τη δύση του ηλίου ξεθεωμένοι, για πέντε δέκα δεκάρες, για να εξοφλήσουν τον μανάβη και τον μπακάλη. “Ανθρωπάκια κακομοίρικα” τους φώναζε και τους λυπόταν που τόσο καταλάβαιναν από τη ζωή και ως εκεί μπορούσε να φτάσει το μυαλό τους.  Μα εκείνος ήταν φτιαγμένος για την μεγάλη ζωή. Και καθώς έπινε το καφεδάκι που του ετοίμαζε και του σερβίριζε  η γριά, έκανε όνειρα και σχέδια που χανόταν μόλις ανέβαιναν ψηλά τα δαχτυλίδια καπνού που φούμαρε απολαυστικά και φιλάρεσκα και φυσούσε χαζεύοντας τριγύρω.

Τίποτα δεν ήταν ο Θανασάκης, χαΐρι δεν θα έβλεπε κάνεις απ’ αυτόν, ένας εγωιστής, τεμπέλης, ένας φαφλατάς ερωτευμένος με την πάρτη του και με τα μυαλά του φουσκωμένα με αέρα κοπανιστό. Τα ταλέντα του ήταν να ρητορεύει ανούσια, να πουλά μαγκιά και να τρώει τα λιγοστά λεφτά της γιαγιάς του στους μεζέδες, στα τσιγάρα και στα ούζα! Και θα ήταν άλλος ένας καραγκιόζης, ψευτό-μάγκας  ανάμεσα στους άλλους άμα δεν υπήρχε η γριά και η τεραστία αδυναμία που του είχε. 

Ήταν ο μοναχογιός της μακαρίτισσας της κόρης της που την τον εμπιστεύτηκε νεογέννητο στα χεριά της για να τον αναστήσει και να τον κάνει άνθρωπο. Η μοναδική χαρά στη μίζερη ζωή της γριάς ήταν αυτό το όμορφο αγοράκι που το μεγάλωσε μ’ όλες τις θυσίες και τις στερήσεις που μπορούσε άνθρωπος να κάνει. Δυο φορές μάνα του η γριά, αυτό το μικρό ανθρωπάκι συγκέντρωσε πάνω του όλη την τρυφερότητα και την αγάπη της, μιας κι είχε και μεγάλο καημό που ήταν και ορφανό και αγνώστου πατρός, μπάσταρδο όπως έλεγαν. Με πόσες δουλειές δεν καταπιάστηκε, πόσο έλιωνε πάνω από τις σκάφες και τα σκαλοπάτια, πόσα σπίτια καθάρισε για να μην λείψει τίποτα στον Θανασάκη. Κι όσο η γριά έχαιρε άπειρου σεβασμού κι εκτίμησης από όλους όσοι την γνώριζαν, τόσο ο Θανασάκης κακομάθαινε ή μάλλον, ακόμα χειρότερα, στραβό-μάθαινε τη ζωή. Αντί να σταθεί η γιαγιά του παράδειγμα για να την μιμηθεί, εκείνος έφτιαξε μια εικόνα μέσα στο κεφάλι του πως γεννήθηκε για τα πολύ μεγάλα και ψηλά του κόσμου τούτου.

Η κυρά – Θοδώρα ήταν που ήρθε και με βρήκε στην τσίγκο παράγκα που έμενα, στη Δραπετσώνα, μετά που με έδιωξαν οι δικοί μου από το σπίτι. Ποιος της το πρόλαβε το νέο, πως έφτασε στα αυτιά της δεν ξέρω αλλά ήρθε και με περιμάζεψε άρον άρον και δεν σήκωνε και κουβέντα. Εγώ έτρεμα τον Θανασάκη που μόλις έμαθε πως ήμουν έγκυος έγινε πυρ και μανία και με παράτησε στα κρύα του λουτρού αλλά εκείνη το πήρε όλο πάνω της. Μου σταύρωσε την κοιλιά, μου χαμογέλασε και μου είπε «έννοια σου, εγώ είμαι εδώ». Κι ήταν εκεί όταν άστραψε και βρόντηξε ο Θανασάκης σαν με είδε μπροστά του και ξέσπασε πάνω της όλο τον θυμό και την οργή του, αλλά τελικά δεν του πέρασε να με διώξει από το σπίτι. Άχνα δεν έβγαλε η γριά μ’ όλο το ξύλο που έφαγε. Και το επόμενο πρωί, άκουσα για πρώτη φορά την πρωινή τελετουργία της και την παράξενη συγχώρεση που ζητούσε από το Θεό «Άλας και νερό».

Ένα βράδυ, πλέκαμε με την μάνα – έτσι την φώναζα πια την κυρά – Θοδώρα – ρούχα για το μωρό κι ο Θανασάκης ετοιμάζονταν να βγει. Είχαμε ζεστάνει νερό να κάνει μπάνιο, ξυρίστηκε κόντρα, έβαλε λεμόνι στο μαλλί και φόρεσε τα καλύτερά του που του είχαμε σιδερώσει. Η γριά του έδωσε χρήματα κι έτσι ήμουν ήσυχη πως δεν θα έκανε πάλι καμιά φασαρία από αυτές που συνήθιζε. Ξαφνικά τον βλέπω να γέρνει από πάνω της απειλητικά:
– «Δεν έχεις άλλα, μωρή;» την ρωτάει άγρια και η καρδιά μου πήγε να σπάσει.
– «Πού να τα βρω τα λεφτά, παιδί μου;» μουρμούρισε η γριά.
– «Κι εγώ σου λέω πως έχεις και τα κρύβεις γι αυτήν και το μούλικο» συνέχισε ο Θανασάκης και τα μάτια του άστραψαν. Κι όσο εκείνη συνέχιζε να πλέκει ατάραχη και με το βλέμμα της χαμηλά, τόσο εκείνος έβραζε από τα νεύρα του.

Αρπάζει το πλεκτό από τα χέρια της κι ανάβει τον αναπτήρα του. Το πλησιάζει στη φλόγα κι αρχίζει σιγά, σιγά να το καίει. Η γριά σήκωσε τα μάτια, σαν κάτι να πήγε να ψελλίσει, έδωσε τόπο στην οργή, ρίχνοντας μια ματιά στην  κοιλιά μου και στο έντρομο ύφος μου και ξαναχαμήλωσε το βλέμμα. Σαν είδε ο Θανασάκης πως δεν είχε αποτέλεσμά αυτό που έκανε, πετά κάτω το ζακετάκι, το ποδοπατά κι έρχεται προς το μέρος μου. Ήξερε που πονούσε η γριά και σήκωσε τις γροθιές του να χτυπήσει την κοιλιά μου. Μετά τα πρώτα χαστούκια που μου έριξε, ο κόσμος θόλωσε γύρω, σαν να χτύπησα και το κεφάλι στον τοίχο καθώς πίσω πατούσα να προστατέψω το μωρό μα πρόλαβα να δω τη γριά να πετιέται όρθια με μια ορμή απίστευτη, να βγαίνει μπροστά, ν ανοίγει τα χέρια της, όμοια με φτερούγες τεράστιες και να με καλύπτει με το σώμα της. Πώς ένα γέρικο, βασανισμένο σώμα, μια σταλιά γέρικο κορμί έγινε διπλάσιο, τρομακτικό και τώρα ακόμα δεν το χωρεί ο νους μου! Γύρισε και ορκίζομαι πως για μάτια είχε φλόγες κατακόκκινες και σαν βροντή άκουσα να φτύνει τα λόγια φαρμακερά:
“Άμα πειράξεις το παιδί να μην ξημερωθείς άλλη μέρα!”

Τώρα να ήταν τούτο το θέαμα που δεν είχε αντικρίσει ξανά στα τριάντα του χρόνια, να ήταν ο Θεός που με λυπήθηκε δεν ξέρω να πω, μα πραγματικά ο Θανασάκης έκανε δύο τρία βήματα πίσω χολωμένος, χτύπησε τις μπουνιές του στον τοίχο, βρόντηξε την πόρτα και έφυγε.

Μέχρι να συνέλθω η γριά δεν έφυγε από το πλάι μου και τα ξημερώματα που ένιωσα το μωρό να σαλεύει πάλι και σαν κάπως να ηρέμησα, την είδα να πηγαίνει να ξαπλώσει. Μα όσο κι αν αφουγκράστηκα εκείνο το πρωινό, δεν την άκουσα να μουρμουρίζει «άλας και νερό». Μπορεί να ήταν τυχαίο, μπορεί να μην είχε σχέση που δεν ζήτησε από την Παναγιά, εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό, να διαλύσει την κατάρα που της ξέφυγε πάνω στον πανικό, όπως διαλύεται το αλάτι μέσα στο νερό πάντως τον Θανασάκη δεν τον ξαναείδαμε ποτέ. Κι ούτε μάθαμε ποτέ τίποτα για εκείνον και την τύχη του. Και στον Θοδωρή μου δεν μίλησα ποτέ για τον πατέρα του και τι κουμάσι ήταν. Του μιλούσα μόνο για την γιαγιά του και πόσο σπουδαίοι είναι καμιά φορά άνθρωποι που εμείς περνούμε για ασήμαντους.