Μπήκε με βήμα σταθερό και σίγουρο στο λόμπι του ξενοδοχείου. Κατευθύνθηκε στο μπαρ και κάθισε σε ένα από τα ψηλά σκαμπό. Δεν χρειαζόταν να παραγγείλει, ο μπάρμαν ήξερε ακριβώς το ποτό που προτιμούσε. Ήπιε μια γουλιά, και αναθεμάτισε από μέσα της τον αντικαπνιστικό νόμο. Πάντα της άρεσε να συνοδεύει το ποτό της με ένα τσιγάρο. Συνέχισε να πίνει το πότο της χωρίς να κοιτάει γύρω της. Ήξερε πως οι άνδρες σπάνια την κοιτούσαν. Περνούσε απαρατήρητη, και ήταν χαρούμενη για αυτό. Το ντύσιμό της ήταν προσεγμένο, αλλά καθόλου προκλητικό, η φούστα της έφτανε λίγο πάνω από το γόνατο και το πουκάμισο ίσα που άφηνε να φανεί λίγη σάρκα από το στέρνο της. Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα είχε φθάσει. Πιο πολύ τον ένιωσε, παρά τον άκουσε. Η μυρωδιά του ήταν τόσο χαρακτηριστική, που θα την αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες.

Έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο λαιμό. Κάθισε δίπλα της και περίμενε τον σερβιτόρο να του φέρει το ποτό του. Δεν της μίλησε. Ούτε και αυτή είπε κάτι. Πάντα της άρεσε αυτό όταν βρισκόντουσαν. Δεν φοβόντουσαν την σιωπή, ίσα ίσα την επιδίωκαν. Υπήρχε αυτή η οικειότητα των χρόνων, που σε γεμίζει ασφάλεια, και σιγουριά. Δεν χρειάζεται να προσπαθείς να καλύψεις τα κενά. Τον κοίταζε με την άκρη του ματιού της. Πάντα ήταν όμορφος, αλλά τώρα που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν οι κρόταφοί του, είχε γίνει επικίνδυνα γοητευτικός. Εκείνος ήπιε με μια γουλιά το ουίσκι του και σηκώθηκε. «Πάμε» της είπε, και πήγε προς το ασανσέρ. Εκείνη τον ακολούθησε με βιαστικά βήματα.

Μόλις έκλεισε η πόρτα του δωματίου, η στάση της άλλαξε. «Γδύσου» τον πρόσταξε. Φρόντισε να βγάλει όλα του τα ρούχα, και στη συνέχεια έβγαλε από την τσάντα της δύο ζευγάρια χειροπέδες. Τον έδεσε σφικτά από το κεφαλάρι του κρεβατιού και σιγουρεύτηκε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί καθόλου. Ήταν πολύ σημαντικό να έμενε απόλυτα ακίνητος. Να νιώθει ευάλωτος και εκτεθειμένος. Για αυτό και ήταν περήφανη για τις χειροπέδες της. Χωρίς γουνάκια και αηδίες. Γνήσιες αστυνομικές χειροπέδες που άνοιγαν μόνο με το κλειδί που είχε ακουμπήσει στο κομοδίνο. Σηκώθηκε όρθια και πήγε στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Ήθελε να την βλέπει όσο έβγαζε τα ρούχα της. Κάτω από το άκρως συντηρητικό ταγιέρ φορούσε ένα δερμάτινο κορμάκι με μεταλλικές λεπτομέρειες, και μαύρες κάλτσες με δαντελένιο τελείωμα.

Ξεκίνησε να τον γλύφει. Σε όλο του το σώμα. Ήθελε η γλώσσα της να ακουμπήσει κάθε σημείο του. Δάγκωσε δυνατά τις ρώγες του και τον άκουσε να βογκάει από ηδονή. Της άρεσε να τον ακούει να βογκάει. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε από μέσα τα σύνεργά της. Άναψε το ρεσό και έβαλε από πάνω το ειδικό κουτάλι. Έσπασε μέσα κερί και περίμενε να λιώσει. Μόλις έγινε ρευστό ξεκίνησε να χύνει κερί πάνω του, και αμέσως να πατάει με το βουλοκέρι το αρχικό της. Α. Θα γέμιζε το σώμα του με το σημάδι της, και κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάτω από το κουστούμι του και το ακριβό πουκάμισο κρυβόταν τόση ηδονή. Τον έβλεπε να χτυπιέται, τον άκουγε να φωνάζει, κι εκείνη συνέχιζε. Μέχρι που κατάλαβε πως είχε φτάσει στα όριά του.

Κάθισε πάνω του και άρχισε να κουνιέται στον δικό της ρυθμό. Τα νύχια της αυλάκωναν το στήθος του και άφηναν κόκκινες γραμμές. Ήξερε πώς ο πόνος ήταν αφροδισιακός για αυτόν. Και αυτή ήθελε να τον πονέσει. Να τον κάνει να πετάξει. Να απελευθερωθεί. Ο ρυθμός της γινόταν όλο και πιο γρήγορος, όλο και πιο έντονος. Τον ένιωθε να τρέμει, την παρακαλούσε να τον κάνει να τελειώσει. Μόνο εκείνη ήξερε τον τρόπο. Μόνο εκείνη τον καταλάβαινε. Έσκυψε πάνω του και έσφιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Σταδιακά αύξησε την πίεση. Ταυτόχρονα άρχισε να ανεβοκατεβάζει τη λεκάνη της με δύναμη. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχε τελειώσει. Και ήταν τόσο έντονο, τόσο δυνατό, που ουσιαστικά ήταν λυτρωτικό για αυτόν.

Τον έλυσε, και φρόντισε τις πληγές του. Έβαλε όσο πιο απαλά μπορούσε λάδι στα σημεία που ήταν τα εγκαύματα, και οινόπνευμα στις νυχιές της. Στην συνέχεια τον πήρε αγκαλιά και περίμενε να κοιμηθεί. Ήξερε πια πως μόνο αν τον είχε αγκαλιά και του χάιδευε τα μαλλιά θα κοιμόταν. Μόλις άκουσε την αναπνοή του να ηρεμεί, και σιγουρεύτηκε πως κοιμόταν, τον άφησε από την αγκαλιά της και γύρισε την πλάτη της. Βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο, χωρίς όνειρα. Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν πια μεσημέρι. Κοίταξε δίπλα της το άδειο κρεβάτι και μετά το κομοδίνο. Επάνω, της είχε αφήσει τα χρήματα για τις υπηρεσίες της και μια κάρτα που έλεγε: «Ανυπομονώ να έρθει η άλλη Τετάρτη». Κι εγώ, σκέφτηκε και ξεκίνησε να ντύνεται.