Ξυπνητήρι στις εφτά το πρωί. Επανάληψη κάθε πέντε λεπτά μέχρι τις 08:05 που θα ξυπνήσει, στερημένη από τον ύπνο που με χίλια ζόρια την πήρε χθες. Σηκώνεται με νεύρα από το κρεβάτι.

«Φάε» φωνάζει η μαμά «ή άμα σου πω κάτι πάλι θα αρχίσεις να φωνάζεις»;

Αχ αυτή η γαμημένη ταμπέλα της οξύθυμης. Σάμπως υπήρχε ποτέ άλλος τρόπος για να της δώσουν σημασία; Άλλωστε με αυτήν την ταμπέλα πλέον ένιπτε τας χείρας της η μαμά, δεν έφταιγε αυτή, έφταιγε το οξύθυμο παιδί της επειδή ήταν οξύθυμο.
«Απλά φωνάζει επειδή είναι κακομαθημένη», έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. Τέτοια η κούραση πια που απλά δεν είχε κουράγιο να δει τα λάθη της και να ασχοληθεί με το παιδί της. Τα αίτια της μικρής δεν ήταν αίτια. Δεν είχε λόγους να παραπονιέται. Δεν είχε το δικαίωμα να παραπονιέται. Φαΐ είχε έστω και αυτό το απλό, ρούχα είχε έστω κι αυτά τα φορεμένα, αυτά του οίκτου των άλλων, τι της έλειπε;

Στην τσέπη δύο ευρώ για φαγητό σήμερα.

Ξυπνητήρι εφτά η ώρα πάλι. Ησυχία στο σπίτι, τι να γίνεται πάλι; Πάει να πλυθεί. Γαμώτο, πάλι μας κόψανε το φως. Λογικά ο μπαμπάς θα το επανασυνδέσει όταν έρθει απ’ τη δουλειά.
«Γιατί φέρνεις τόσα λίγα λεφτά στο σπίτι; Έχουμε ανάγκες, έχουμε λογαριασμούς να τρέχουν, τα παιδιά!», την ακούει να φωνάζει. Πόσο να ήπιε ο μπαμπάς σήμερα;

Σήμερα είναι πλούσια, έχει τέσσερα ευρώ για κολατσιό. Θα τα κρατήσει για δύο μέρες, δεν θέλει να δυσκολεύει τη μαμά.

Α, επιτέλους Σάββατο! Κοιμάται. Δεν έχει λόγο να ξυπνήσει νωρίς, τα παιδιά απ’ την παρέα είναι φροντιστήριο. Όχι ότι αν δεν ήταν θα της έλεγαν να βγούνε για καφέ. Πάντα έβρισκε μια δικαιολογία να μην πάει, δεν είχε λεφτά και ντρεπόταν να πηγαίνει μόνο για την παρέα. Τώρα το βάρος έπεφτε στην μεγάλη της αδερφή.
«Τώρα ρίχνουμε όλες τις δυνάμεις και τα λεφτά στην αδερφή σου, όταν θα έρθει η σειρά σου τότε θα συγκεντρωθούμε σε σένα!», υποστήριζε με περισσή ζωηράδα η μαμά.

Πω πω, καλοκαίρι! Θα ονειρεύεται να πηγαίνει παραλία μόνη της, με το ποδήλατο, θα περνάει όμορφα και χωρίς λεφτά, θα μαυρίσει και θα κολυμπήσει! Μόνο που δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά. Το ποδήλατο χάλασε και η επισκευή του ήταν μια κούφια υπόσχεση. Το σκασμένο λάστιχο απλά το δήλωσε, σαν αναφορά. Δεν περίμενε να αλλαχτεί.
«Ε, λοιπόν, θα πάω θάλασσα μόνη μου και με τα πόδια» αναφωνεί ενθουσιασμένη περιμένοντας απεγνωσμένα μια ελάχιστη ενθάρρυνση – γιατί ντρεπόταν κιόλας.
«Μόνη σου; Πας καλά; Άμα σε βιάσουν ή σε κλέψουν να μην έρθεις κλαίγοντας μετά! Δεν μπορείς να προσέχεις αρκετά, θα σε κλέψουν! Ποιος άλλωστε πάει παραλία μόνος του, θα σε περάσουν για τρελή! Και στην ηλικία σου; Τι είσαι, είσαι εσύ τρελή να κάνεις τέτοια πράγματα; Αυτό είσαι;»
Και να ακόμα ένα μητρικό λογύδριο που έριξε τόνους άμμου σε μια μικρή σπίθα αυτοπεποίθησης.
Εκείνο το καλοκαίρι το πέρασε όλο μέσα.

«Ρε συ κατουριέμαι αφάνταστα, εδώ κοντά δε μένεις; Μπορώ να ανέβω πάνω σε παρακαλώ, θα σκάσω και σε καφετέριες σιχαίνομαι!» λέει η φίλη της. «Άντε πάμε ναι» ψελλίζει και τρέμει το φιλοκάρδι της. «Αλλά να ξέρεις σήμερα ο μπαμπάς φτιάχνει ένα φωτιστικό και έχουμε κατεβάσει το ρεύμα οπότε θα πρέπει να βγάλεις το κινητό» δικαιολογείται εντέχνως. Έχει μάθει να λέει ψέματα για να καλύψει τη φτώχεια χρόνια τώρα. Τι να της έλεγε; Ότι δεν έχουν ρεύμα και πως η ΔΕΗ αυτή τη φορά έβαλε λουκέτο ειδικό για να μην ξανανοίξουνε το ρεύμα;

Ξαναρχίζει το σχολείο. Τώρα νυχτώνει νωρίτερα, ο καιρός κρυώνει. Πρέπει να ζεσταίνει νερό στο γκάζι για μπάνιο. Πω πω, αυτή η εργασία για το σχολείο ακόμα να τελειώνει, πρέπει να ανάψει κεριά. Και κουράζονται πολύ τα μάτια της με τα κεριά και δεν έχει την πολυτέλεια να αλλάξουν οι βαθμοί της. Πω πω, πόσο κουράζονται τα μάτια της!

«Πέρασε η ώρα και αύριο έχω σχολείο» σκέφτεται. Πέφτει και κοιμάται.

Και χτυπάει το ξυπνητήρι στις 07:00 για ακόμη μία φορά.

 

Πράσινη Μέντα