‘Άνοιξε τα μάτια της. Ξαφνιάστηκε. Δεν το περίμενε ότι θα άνοιγε ξανά τα μάτια της. Αυτή η σκέψη ακούστηκε δύο φορές στο κεφάλι της, δυο φορές από δυο διαφορετικές φωνές. Ξαφνιάστηκε ακόμα πιο πολύ. Ένιωθε ότι σκεφτόταν αλλά το κεφάλι δεν ήταν ακριβώς δικό της. Της φαινόταν παράξενο. Αφού δεν περίμενε ποτέ να ξανανοίξει τα μάτια της, να δει, να σκεφτεί. Και γιατί δεν ήταν ακριβώς μέσα στο δικό της κεφάλι; Και γιατί υπήρχαν δυο φωνές στο κεφάλι της; Δεν ανησυχούσε όμως, δεν αισθανόταν άσχημα, αισθανόταν ότι ήταν μια χαρά μέσα στο κεφάλι της. Από την δεύτερη φωνή στο κεφάλι της ξεπήδησαν σχεδόν αυτόματα δύο ονόματα: Μαρίζα και Παύλος. Με το που τα σκέφτηκε η άλλη φωνή, η καρδιά σφίχτηκε, έχασε ένα χτύπο και μετά άρχισε να χτυπάει σαν ταμπούρλο.
«Σιγά μαντάμ», σκέφτηκε η άλλη φωνή στο κεφάλι της, σιγά, φτιάξαμε το ένα, μην πάμε από καρδιά τώρα και δεν θα τα προλάβεις να δεις τα πρόσωπα τους, δεν θα προλάβεις να δεις πόσο έχουν μεγαλώσει, πόσο έχουν ομορφύνει. Σωστά, σκέφτηκε και η δική της φωνή, μην πάμε από καρδιά τώρα, αν και δεν είχε ιδέα γιατί το σκέφτηκε. Προσπάθησε να καταλάβει τι γινόταν, να δώσει κάποιο νόημα σε ότι βίωνε, αλλά δεν είχε και μεγάλη επιτυχία η προσπάθεια της. Το μόνο που την ήρθε σαν απάντηση στην ερώτηση της, ήταν η εικόνα μιας υπογραφής, μιας υπογραφής σε χαρτί. Την στιγμή που έβλεπε αυτήν την εικόνα, την είδε και η άλλη φωνή στο κεφάλι της και αναπήδησε. Γιατί όσο και αν αυτή η εικόνα αποτελούσε απάντηση για την δική της σκέψη, η άλλη φωνή στο κεφάλι της, δεν την αναγνώριζε, δεν ήταν δική της ανάμνηση. Ας την κάνω καλύτερα σκέφτηκε, φτιάξαμε το ένα, μην πάμε από καρδιά τώρα. Και με περιμένουν η Μαρίζα και ο Παύλος.

Αισθάνθηκε ότι κατούραγε. Αλλά κατούραγε περίεργα, κατούραγε όρθια.
«Αφού είμαι γυναίκα, γιατί κατουράω όρθια;» αναρωτήθηκε. Κι όμως κατούραγε σαν άντρας, κράταγε και το πουλί στο χέρι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά υπήρχε και κόσμος γύρω τριγύρω, κατούραγε σε δημόσιο χώρο. Δηλαδή, όχι μόνο ήταν άντρας, όχι μόνο κρατούσε το πουλί του στο χέρι, αλλά κατούραγε στην πλατεία Ομονοίας (ναι, το ήξερε το μέρος). Κοίταξε τα χέρια που κρατούσαν το πουλί. Είχαν ένα περίεργο χρώμα, καφεκίτρινο. Και στην φλέβα μέσα από τον αγκώνα είχε ένα τεράστιο πρήξιμο, μια τεράστια μπάλα από σάρκα. Δεν της έκανε εντύπωση, είχε ξαναδεί τέτοια χέρια στην κλινική αιμοκάθαρσης που δούλευε μια φίλη της. Με τις φλέβες διεσταλμένες, να έχουν γίνει τεράστια κανάλια, να έχουν διευρυνθεί πέρα από κάθε όριο, για να βγει το αίμα από μέσα τους. Και το πρήξιμο αγκώνα, φίστουλα το έλεγαν, το ήξερε. Δεν την παραξένεψε αυτό. Την παραξένεψε η φωνή που άκουσε να βγαίνει από αυτήν (ή αυτόν;) που κρατούσε το πουλί και που έλεγε:
«Το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα κατούραγα στην Ομόνοια αν πήγαιναν όλα καλά. Ξέρεις τι θα πει να μην έχεις κατουρήσει για 20 χρόνια;». Αφού ο κύριος που κρατούσε το πουλί το έβρισκε φυσιολογικό όλο αυτό, προσπάθησε κι εκείνη να βγάλει μια άκρη από την όλη κατάσταση και το μόνο που της ήρθε ξανά στο μυαλό ήταν η υπογραφή στο χαρτί. Αυτή την φορά αναγνώρισε την υπογραφή της, ναι η δική της ήταν. Και μαζί με την εικόνα της, την κατέκλυσε και η χαρά και η ικανοποίηση που είχε νιώσει όταν την έβαζε.

Το μόνο που ήθελε ήταν να τη μυρίσει. Να την κρατήσει στην αγκαλιά του και να την μυρίσει. Να μυρίσει το δέρμα της, να χώσει το πρόσωπο του στα μαλλιά της και να ανασάνει το άρωμα τους μέχρι την τελευταία κυψελίδα. Τώρα μπορούσαν να χωρέσουν το άρωμα της, δεν ήταν γεμάτες ίνες τώρα, ήταν άδειες, ήταν έτοιμες να γεμίσουν το δικό της άρωμα που το είχε απορρίψει τόσα χρόνια. Από έφηβος ακόμα, το ήξερε ότι αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής του κι όμως την είχε διώξει. Την είχε διώξει γιατί δεν ήθελε να την κάνει χήρα στα 40 της, δεν ήθελε να της προσφέρει μια ζωή με ημερομηνία λήξης. Τώρα όμως ήταν αλλιώς τα πράγματα. Θα σταματούσε να χάνεται σε άλλες αγκαλιές που το επιδίωκε να είναι εφήμερες, γιατί όλα είχαν ημερομηνία λήξης. Τώρα όλα είχαν αλλάξει.

«Γιατί;» σκέφτηκε εκείνη μέσα στο κεφάλι του. Το είχε συνηθίσει πια να βρίσκεται σε ξένα κεφάλια, δεν την πείραζε. «Σάμπως το δικό μου κεφάλι ήταν καλύτερο; Κεφάλι με ανεύρυσμα πόσο καλό μπορεί να είναι;» σκέφτηκε.
«Γιατί;» Και πάλι σαν απάντηση της ήρθε η υπογραφή της σε ένα χαρτί που επάνω έλεγε κάρτα δωρητή.

Το κορίτσι σκεφτόταν τι μαγιό θα αγοράσει. Είναι μικρούλι το γλυκό μου, σκέφτηκε μέσα στο κεφάλι του κοριτσιού, ήμουν και εγώ κάποτε 15 χρονών. Τι ωραία ηλικία, δεν είναι ηλικία αυτή για να στερείσαι πράγματα. Σε αυτήν την ηλικία τα κάνεις όλα στον μέγιστο βαθμό, τα απολαμβάνεις με όλες σου τις αισθήσεις, όλες οι εμπειρίες είναι βαμμένες με τα πιο λαμπερά χρώματα, όλες οι φωνές και οι ήχοι είναι στη διαπασών. Δεν είναι ηλικία αυτή για να στερείσαι ακόμα και το μπάνιο στη θάλασσα ή στην πισίνα και κυρίως δεν είναι ηλικία για να σκέφτεσαι: «Δεν υπάρχει μέλλον για μένα, δεν θα σπουδάσω ποτέ για να γίνω κτηνίατρος και τα αγαπάω τόσο τα ζώα, στα είκοσι μου μπορεί και να έχω ήδη πεθάνει». Τώρα το μόνο που σκεφτόταν ήταν τι μαγιό θα αγοράσει για το πρώτο της μπάνιο και ας της έλεγε η μάνα της ότι θα φαίνεται το σημάδι από την εγχείρηση της μεταμόσχευσης, που ξεκίναγε από την κοιλιά και έφτανε στο λαιμό της. Χέστηκα, σκέφτηκε το κορίτσι, εγώ θα βάλω μπικίνι.

Μαζί σου
σκέφτηκε και εκείνη, για να μην σου πω ότι εγώ θα έκανα γυμνισμό στην Αντίπαρο και ας σοκαριζόταν η μαμά. Της φάνηκε τόσο αστεία αυτή η σκέψη, που ξεπήδησε ένα γελάκι από το στόμα του κοριτσιού χωρίς να το θέλει. Η μαμά σήκωσε παραξενεμένη το κεφάλι της και την κοίταξε, αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ. Της έφτανε που θα ζούσε, που θα την είχε κοντά της. Και όλα αυτά λόγω της υπογραφής σκέφτηκε. Ναι λόγω μιας απλής υπογραφής.

Κουμπούκα