Άραγε αν ουρλιάξω θα ακούσει κανείς; Δεν θέλω να φωνάξω για να ταράξω τους γείτονες, οι οποίοι εδώ που τα λέμε, ενεργοποιούνται μόνο στον ήχο αυτοκινήτου που τρακάρει, ή στους άγριους τσακωμούς με πιθανότητες ξυλοδαρμού. Διαφορετικά ούτε μέχρι το μπαλκόνι δεν βγαίνουν. Έχουν αγριέψει τα πράγματα, φοβούνται, φοβόμαστε.

Αν ουρλιάξω, αν πετάξω στους τοίχους όσο πιο δυνατά μπορώ ό,τι βρω μπροστά μου, αν κλωτσήσω τις πόρτες να σπάσουν; Θ’ αλλάξει κάτι, ή απλά θα έχω βγάλει ένα κάρο δουλειές και έξοδα για ν’ αντικαταστήσω τις μικρές μου καταστροφές;
Θα μ’ ακούσεις επιτέλους; Θα με καταλάβεις; Μεγάλωσα, θυμώνω εύκολα, με ενοχλούν σχεδόν τα πάντα και έχω την περίεργη, εγωιστική απαίτηση, στο χώρο μου να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλω εγώ.
Μη μου σβήνεις τα φώτα, υπάρχει λόγος που τα άφησα αναμμένα. Μη ρίχνεις τη στάχτη σου στο νεροχύτη, δεν θέλω να τη βλέπω. Δεν θέλω να καπνίζεις στο σπίτι μου. Το ανεχόμουν όσο ζούσαμε μαζί, αλλά τώρα δεν θέλω. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβεις;

Σταμάτα να με κρίνεις. Δεν συζητάς, κρίνεις. Δεν ήσουν έτσι. Κι εσύ μεγάλωσες και παραξένεψες. Είναι φορές που πιστεύω ότι αδιαφορείς, παρ’ όλο που λες ότι δεν είναι έτσι. Να ‘ξερες πόσο με θυμώνεις. Τα ‘χεις παρατήσει όλα. Δεν ήσουν έτσι. Πάλευες, φοβόσουν μα πάλευες. Μεγάλωσες και φοβάσαι ακόμη περισσότερο. Κι εγώ το ίδιο. Νοιώθω ότι σε χάνω. Στηριζόμουν πάνω σου. Με είχες τόσο καλομαθημένη, μα πάντα εκεί και στις διαφωνίες μας εσύ εκεί και στις λάθος αποφάσεις μου, εκεί. Τώρα δεν ξέρω τι συμβαίνει.

Θυμώνω μαζί σου ενώ θα ‘πρεπε να σε φροντίζω, μα δεν…

Με θυμώνεις τόσο πολύ. Κάθε κουβέντα σου με εξοργίζει, το βλέμμα, ο τόνος της φωνής σου. Γιατί; Γιατί να πρέπει να τσακώνομαι, να χτυπιέμαι κυριολεκτικά για να με ακούσεις, να με ακούσεις πραγματικά.

Ανοίγω απότομα την πόρτα να φύγω, να πάω που; Καβάλα στην πλάτη οι ανασφάλειες και λίγο στο σβέρκο και στο κεφάλι και στις τσέπες και στα πόδια, αλλά σου λέω ότι τάχα θα φύγω. Ξέρεις ότι δεν έχω τα κότσια να το κάνω. Άραγε αν έλεγες εσύ κάτι τέτοιο, τι θα σκεφτόμουν για σένα; Θα σε κατηγορούσα ότι με εγκατέλειπες, ότι αδιαφορείς, ότι σου έγινα βάρος και θα κλαψούριζα για το πόσο μόνη είμαι.

Μόνο κάποιες στιγμές που βλέπω τι συμβαίνει κάπως πιο αντικειμενικά, τότε εξοργίζομαι, τρελαίνομαι, αηδιάζω με τον εαυτό μου, δεν δικαιολογείται αυτή η συμπεριφορά. Ξέρεις κάτι; Περιμένω να μου πει κάποιος ότι ίσως, λίγο μόνο, να μην έχω εντελώς άδικο. Πάντα περίμενα κάποιος να με δικαιολογήσει, να με καταλάβει. Από μικρή τότε που έπαιζα στο δωμάτιό μου, φανταζόμουν ότι κάποιος εξωτερικός παρατηρητής θα ερχόταν δίπλα μου, θα με κοιτούσε μέσα στα μάτια (ω, ναι!) και θα μου έλεγε πόσο δίκιο έχω κατά βάθος. Πολύ τον περίμενα αυτόν τον παρατηρητή, ο οποίος θα είχε κύρος και άποψη και λέγε με επίκληση στην αυθεντία ένα πράμα. Πάντα η εύκολη λύση, έχω ταλέντο σ’ αυτό, όπως και στο να φεύγω στις δυσκολίες κι όταν δεν μπορώ μια κατάσταση, τότε είναι που θέλω να ουρλιάξω και να σπάσω σχεδόν τα πάντα.

Μου λείπεις. Μου λείπει η σιγουριά που μου έδινες. «Όλα καλά θα πάνε» έλεγες και πήγαιναν. Πως το ήξερες; Τότε δεν μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα να μάθω το πώς, μ’ ένοιαζε να το πεις και να γίνει. Λογικό είναι άλλωστε, μαμά είσαι, όλα τα ξέρεις, είναι δουλειά των μαμάδων αυτή.

Να ουρλιάξω μια στιγμή, να τρομάξουν οι γείτονες, να τρομάξω κι εγώ μαζί τους, να γυρίσει ο χρόνος πίσω, τότε που ήμουν παιδί κι εσύ το αιώνιο στήριγμά μου.