Μια από τις πιο συχνές φράσεις που μπορεί να ακουστεί μετά από έναν θάνατο, είναι το παραποιημένο «ο νεκρός δεδικαίωται». Παλιά πίστευα πως ήταν η ανάγκη που έχουν κάποιοι, να πιστέψουν πως η κάθαρση είναι δυνατή για όλους. Πως τα αδικήματα τους, μικρά ή μεγάλα, έχουν κάποια ελπίδα να διαγραφούν, έστω και μετά θάνατον. Λες και με το που θα ειπωθεί η φράση, ένα σφουγγάρι θα εμφανιστεί ως διά μαγείας και θα παρασύρει κάθε κακοποίηση ή αδίκημα που προηγήθηκε, αφήνοντας πίσω του αστερόσκονη.

Το είπα κι εγώ για εσένα. Όχι μία, αλλά αμέτρητες φορές τον τελευταίο χρόνο και κάθε φορά που το έλεγα, όλο και κάτι κλοτσούσε μέσα μου.

«Άφεση αμαρτιών», έλεγα στους λίγους που ήξεραν κάποια ελάχιστα πράγματα. Περασμένα ξεχασμένα, μου λέγανε. Ήθελα τόσο πολύ να βρω τη δύναμη να σε συγχωρήσω, τόσο που νόμιζα ότι είχα αρχίσει να τα καταφέρνω. Είπα θα κρατήσω τις καλές στιγμές και για μήνες έσπαγα το κεφάλι μου, να συλλέξω ένα παζλ με κομμάτια που είτε δεν υπήρχαν, είτε είχαν θαφτεί κάτω από απόρριψη χρόνων.

Θέλω να ξεχάσω, αλλά δεν με αφήνεις ακόμα και τώρα. Θυμάμαι ακόμα πως χτυπούσε η καρδιά μου, όταν πρωτοπήρες στην αγκαλιά σου το παιδί μου στο μαιευτήριο. Τα χέρια μου έσφιγγαν το σεντόνι, για να μη την τραβήξω απότομα πίσω στην αγκαλιά μου και δυσαρεστηθείς. Σε έβλεπα να την κρατάς και ούρλιαζε κάθε κύτταρο μου όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα. Άγγελος μου φάνηκε η μαία που μπήκε και σου είπε να μου τη δώσεις να τη θηλάσω.

Θυμάμαι ακόμα την απαξίωση στη φωνή σου, καθώς μου επισήμανες πόσα λάθη έκανα, καθώς προσπαθούσα να τη θηλάσω την πρώτη μέρα. Δεν τόλμησα ούτε τότε να φωνάξω, πως το να βάζεις ένα δίχρονο να θηλάσει σε μια γυναίκα που δεν έχει γεννήσει κι ας είναι θετή του μητέρα, όχι δεν θεωρείται θηλασμός και όχι δεν είναι χαριτωμένο! Μόνο όταν ξεχύθηκε η «καλοσύνη σου» για το πως έπρεπε να είχες κάνει δικό σου παιδί, που δεν θα ήταν αχάριστο, έσπασα. Έτσι περάσαμε το πρώτο βράδυ μου λεχώνα, εσύ να με περνάς σαράντα κύματα έξω από το δωμάτιο κι εγώ μέσα να κοιτάω τον τοίχο. Γιατί πονούσε λιγότερο από το να δω τον οίκτο στα μάτια των υπολοίπων, που ζούσαν τη χαρά τους ως έπρεπε.

Δεν θα καταλάβω ποτέ ποια ανάγκη σε ώθησε να υιοθετήσεις και ποια δύναμη με έριξε στον δρόμο σου, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα.

Όταν ήμουν μικρή, είχα ορκιστεί στον εαυτό μου, ότι δεν θα σου μοιάσω ποτέ ως μητέρα και πίστευα ότι τα είχα καταφέρει. Είχα ορκιστεί πως ότι κι αν λένε, ποτέ δεν θα στερήσω στο παιδί μου την αγκαλιά και τα φιλιά. Όταν έρχεται από μόνη της να κουρνιάσει στην αγκαλιά μου, είναι ότι πιο όμορφο έχω νιώσει. Απορώ αν κατάλαβες ποτέ, ότι εδώ και πολλά χρόνια όποτε με αγκάλιαζες τραβιόμουν. Ακόμα και τώρα είναι μετρημένοι οι άνθρωποι που η επαφή μαζί τους δεν κάνει τα χέρια μου να τρέμουν.

Δεν με αφήνεις να ξεχάσω, γιατί πολύ απλά ακόμα φέρω τα σημάδια σου. Όχι τα επιφανειακά. Αυτά έχουν σβηστεί. Εκτός από μια λίγο στραβή μύτη από χαστούκι ευγενικής σου χορηγίας, επειδή ανεβοκατέβαινα κάποιες κυλιόμενες σκάλες στα 7 μου.

Δεν καταφέρνω όμως να τηρήσω το ότι θα της μιλάω πάντα ήρεμα, πως θα έχω υπομονή.

Έχω νιώσει πολλές φορές το στομάχι μου να γίνεται κόμπος και ένα κενό στο στήθος τόσο αποπνικτικό, που πιστεύεις ότι ποτέ δεν πρόκειται να γεμίσει. Ένα κενό που πονάει πιο πολύ από οποιονδήποτε αυτοτραυματισμό.

Η στιγμή όμως που ράγισα δεν ήταν τότε, ήταν τώρα. Όταν σε ένα έντονο πείσμα της μικρής δεν είχα την υπομονή να κρατήσω ήρεμο τόνο και πετάχτηκα απότομα πάνω φωνάζοντας, κάνοντας κίνηση προς το μέρος της. Η στιγμή που ένιωσα κάτι μέσα μου να σπάει σε κομμάτια, ήταν όταν η φωνούλα της ακούστηκε τρομαγμένη, «μη με πονέσεις μαμά μου!».

Δεν θυμάμαι πόση ώρα την είχα αγκαλιά εκείνη τη μέρα, ούτε πόσες ώρες έκλαψα εκείνο το βράδυ, γιατί μαζί με τη φωνή της ήχησε κάπου από το παρελθόν μια άλλη φωνή, να ουρλιάζει. «Όχι άλλο ξύλο μαμά, σε παρακαλώ! Δεν θα το ξανακάνω». Κι ας μην καταλάβαινα σχεδόν ποτέ τι είχα κάνει, που να είχε τόσο βαρύ αντίτιμο.

Δεν με αφήνεις να ξεχάσω, όταν αυτό που σε κάποιες μητέρες έρχεται φυσικά, εγώ πρέπει να παλέψω με τον εαυτό μου καθημερινά για να το κατακτήσω. Όταν τρέμω κάθε μέρα, μην τυχόν σου μοιάσω έστω και λίγο. Γιατί ξέρω πώς είναι να τρέμεις κάποιον που αγαπάς.

Δεν θέλω να ξεχάσω, γιατί τους τελευταίους μήνες που μετακομίσαμε για να σε φροντίσουμε, δεν ήξερα πως να διαχειριστώ την ηρεμία σου. Μια ηρεμία που την έζησα μόνο και μόνο λόγω των φαρμάκων.

Δεν θέλω να ξεχάσω, γιατί όταν με το ζόρι ανέπνεες και με κόπο μου ψέλλισες «σε αγαπάω», η πρώτη μου σκέψη ήταν «καλά εντάξει» κι ας απάντησα «κι εγώ μανούλα μου». Γιατί δεν θέλω ΠΟΤΕ στη ζωή της η κόρη μου να αμφιβάλει για το αν την αγαπάω. Γιατί μητέρα πρέπει να σημαίνει αγάπη, ασφάλεια και ζεστασιά.

Ίσως κάποια στιγμή να βρω τη δύναμη να σε συγχωρέσω. Δεν θέλω όμως να ξεχάσω ποιον δρόμο είχες διαλέξει. Γιατί αν ξεχάσω, θα χαθεί στο σκοτάδι και τότε μπορεί να τον περπατήσω εγώ και αυτό δεν θα το συγχωρήσω σε μένα.

 

P.F.