Εκείνη κάθεται μόνη της, με ένα βιβλίο στο χέρι, καφέ και τσιγάρο. Η μέρα είναι όμορφη, σχεδόν ανοιξιάτικη. Λίγο την ενδιαφέρει βέβαια αυτό. Σε λίγο θα εμφανιστεί εκείνος. Θα την πλησιάσει, θα κάτσει δίπλα της στην άσπρη πλαστική καρέκλα κι εκείνη θα πιει απ’ την κούπα της για να κρύψει την αμηχανία της. Θα προσποιηθούν κι οι δύο ότι η συνάντησή τους είναι εξίσου τυχαία με τον διάλογό τους.

“Καλημέρα”
Ήλιος παγωμένος, το πρωινό φως που δεν ακουμπάει ακόμα το δέρμα. ‘Ωρα εννέα. Καφές. Μια τζούρα από το τσιγάρο της.

“Τι διαβάζεις;”
Δεν διαβάζω. Απλά κάθομαι εδώ με το βιβλίο στο χέρι και τα μάτια μου ακίνητα, να ξέρεις. Όλο μου το σώμα είναι ακίνητο, οι μύες μου σφιγμένοι κι εσύ περιμένεις μια απάντηση που δεν μπορώ να σου δώσω.

“Δεν σου έχω πει να μην μου μιλάς το πρωί;”
Δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Δεν μπορώ. Την είδες τη μεγάλη γλάστρα στον κήπο απέναντι; Τα λουλούδια της είναι βιολέ και κόκκινα και φούξια και φουντωτά. Τα πότιζε ένας κύριος λίγο πριν έρθεις. Τον ξέρω. Δεν ξέρω αν τον συμπαθώ ακόμα όμως, το χαμόγελό του είναι πολύ εγκάρδιο. Με τρομάζει.
Έχω χρόνια εδώ. Αλλά τη γλάστρα δεν την έχω ξαναδεί με λουλούδια ανθισμένα. Βέβαια και μπλε σαν το δικό σου δεν είχα ξαναδεί.

“Γιατί είσαι πάλι κατσούφα;”
“Γιατί διαβάζω και με αποσπάς.”
Γιατί δεν μπορώ να σου πω ότι θα προτιμούσα να πνιγώ με το καλώδιο από τα ακουστικά μου, από το να μην ξαναδώ τα λουλούδια του κυρίου απέναντι. Το παγωμένο φως του πρωινού. Εσένα. Κι έχω πεθάνει ήδη πολλές φορές, αλλά πάντα το μετανιώνω και επιστρέφω μετά από κάποιον καιρό. Λίγο καιρό, μην φανταστείς. Δεν είμαι καμιά γενναία. Αλλά καμία από τις φορές που πέθανα δεν είχε μπλε. Δεν είχε λουλούδια. Είχε μόνο τσουβάλια και σχοινί για τις φορές που ντυνόμουν σκιάχτρο, καθρέφτες ραγισμένους, σπασμένους, πατώματα που έτρυζαν, πούπουλα σκορπισμένα στο πάτωμα, παλιές φωτογραφίες, αποτσίγαρα, βρόμα.

“Αναπτήρα έχεις;”
“Μμμ.”
“Έλα μίλα μου λίγο.”
Δεν θέλω όμως. Δεν έχω, δεν μπορώ να σου πω κάτι. Να σε κοιτάξω λίγο θέλω. Μετά ίσως να γυρίσω στις σελίδες μου που είναι ασπρόμαυρες. Συγγνώμη, τα πολλά χρώματα με τρομάζουν. Βλέπεις, έμαθα τα πράγματα γύρω μου να είναι ασπρόμαυρα. Να είναι επίπεδα. Να μην με νοιάζει πότε θα τα καταστρέψω, σκόνη, στάχτη, νερό να τα σκεπάσει όλα, πότε θα τα ξαναχτίσω. Να μην με νοιάζει που πέφτω για ύπνο και γύρω μου μυρίζει μούχλα. Ποιος θέλει να σώσει κάτι τέτοιο;
Να μην χρειαστεί να διορθώσω.
Να μην χρειαστεί να προσαρμόσω.
Να μην χρειαστεί να διαφυλάξω.
Να λέω το φως, φως. Την αυλή, αυλή. Εσένα με το όνομά σου. Μόνο λέξεις, στερούμενες ουσίας. Κανένας χώρος για το μπλε σου. Κανένας χώρος για χρωματιστά λουλούδια.

“Ούτε το όνομά μου δεν μπορώ να πω ακόμα, κι εσύ θες και διάλογο;”
Πώς να σου πω ότι η φωνή σου είναι κόκκινη, έντονη και ότι το όνομά σου είναι θάλασσα;
Πώς να σου πω πως είσαι φτιαγμένος από πράγματα άφθαρτα κι εγώ το μόνο που ξέρω, το μόνο που κάνω καλά, είναι να περιμένω το φεγγάρι και μετά να καταστρέφω;
Είμαι φτιαγμένη από μασίφ ασήμι, σχοινί, λινάτσα και δαντέλα. Οξειδώνονται, καταστρέφονται, είναι τραχιά, λεπτεπίλεπτα, πεπερασμένα. Δεν τα αφήνεις στη βροχή. Εγώ είμαι φεγγάρι που λάμπει μόνο για όσους θέλει, είμαι φουρτούνα, είμαι ασήμι και πράσινα νερά.

“Πρωινός τύπος εντελώς. Άσε κάτω μωρέ το βιβλίο – Τζακ Κέρουακ, «Στο δρόμο», δες τι διαβάζει πρωί πρωί. Και μετά λες ότι είναι πολύ νωρίς για να μιλήσεις”
Γέλασες.
Πήρες την πανοπλία μου έτσι και γέλασες.

“Δεν ξέρεις τον Κέρουακ, απαίδευτε.”
Εσύ είσαι ήλιος, είσαι θάλασσα ζεστή τον Αύγουστο, κόκκινο και μπλε.

Δεν είμαι ήλιος, όμως. Ό,τι και να νομίζεις.
Είμαι λύκος που ουρλιάζει. Δε θα σου ξεράνω τα λουλούδια σου, δεν έχω σκοπό. Αλλά είμαι δίνη, αρπακτικό και αυτά θα ξεριζωθούν. Θα τα ξεριζώσεις. Τα θέλω.

Σου παίρνω το βιβλίο από τα χέρια.
Χαμογελάω.
Χαμογελάς.
Δεν το ξέρεις, αλλά έχεις ακόμη πολλά να δώσεις. Κι εγώ είμαι Νάρκισσος. Άπληστος. Πεινασμένος.

“Θες να κάνουμε κοπάνα;”
Σηκώνεις το φρύδι και κουνάς το κεφάλι. Θες. Αν είχαμε έρθει ίδια ώρα, θα έλεγες ναι. Θα μου πεις να το κανονίσουμε την επόμενη φορά, δεν γίνεται χωρίς πλάνο. Θα σου πω εντάξει.

Προς το παρόν, ξέρω ότι δεν μπορείς να με κοιτάξεις. Δεν μπορείς να μου μιλήσεις. Σε φοβίζω; Αυτό που φοβήθηκες την τελευταία φορά, σε σκότωσε και σε έθαψε πρόχειρα κάτω από το χαλί; Δεν ξέρω. Δεν με ενδιαφέρει. Μα θα μου πεις από μόνη σου, το ξέρω, εν καιρώ.

Προσποιείσαι ακόμη ότι τα έχεις παρατήσει. Ότι δεν σε ενδιαφέρει. Ότι ο κόσμος σου είναι τετράγωνος, με γωνίες από σπασμένα γυαλιά που σκίζουν και κόβουν. Αλλά καίει μια φωτιά μέσα σου, δυνατότερη απ’ όσο μπορείς να φανταστείς, δυνατότερη απ’ όσο έχω δει ποτέ.
Και κρυώνω, κοριτσάκι.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κρυώνω.

“Άμα τελειώσουμε πάμε για καφέ;”
“Αν μου δώσεις πίσω το βιβλίο μου, ναι.”
Μια μέρα, κοριτσάκι, θα θαφτούμε μαζί κάτω απ’ το χαλί, γιατί έτσι λέω εγώ.
Μια μέρα θα με ευχαριστείς για την τραγωδία.

 

The little Viper