Χτυπάει το τηλέφωνο και νιώθω τον κόμπο που ζει στο λαιμό μου να μεγαλώνει. Η φωνής της στην άλλη άκρη της γραμμής, σπασμένη.
“Μπορείς να ‘ρθεις;” Με ρωτάει, πρακτικά παρακαλεί.
Κοιτάω την μπύρα που είναι μισή, το τσιγάρο που μόλις έστριψα, τα ρούχα που πέταξα πριν μισή ώρα μονάχα, στη καρέκλα.
“Μπορώ” κλείνω τηλέφωνο, ντύνομαι στα γρήγορα.
Σκέφτομαι, δεν έχω καμία όρεξη να σ’ ακούσω.

Σχεδόν τρέχω τα δύο τετράγωνα που με χωρίζουν απ’ τη πιάτσα των ταξί.
Τι όμορφο μυστήριο κουβαλάω μέσα μου ρε φίλε; Δεν έχω καμία όρεξη να την ακούσω και όμως έχω μέσα μου κάτι που το μόνο που θέλει είναι να τη κρατήσω στα χέρια μου. Αυτό το κάτι, αυτό το όμορφο μικρό τέρας μου, σπρώχνει όλο μου το κορμί μπρος τα εμπρός. Προς εκείνη.
Πάμε, παμε, πάμε μου φωνάζει.

“Από κάτω είμαι.”
Ήχος θυροτηλέφωνου. Ασανσέρ. Εκτός όροφος. Ένα φιλικό νιαούρισμα, εκείνη με το βλέμμα παγωμένο σαν να είναι θυμωμένη κι όχι θλιμμένη. Δεν ξέρω κι όλας, μπορεί να νιώσει θλίψη; Από εκείνη την αυθεντική, την κατάμαυρη;

“Συγγνώμη που σε έφερα μες τη νύχτα.” Υπαρκτό ίχνος ενοχής στη φωνή της.
Την παίρνω αγκαλιά. Αληθινή αγκαλιά, σφιχτή να είναι σίγουρη πως είμαι εκεί. “Δεν με πειράζει.” Της λέω.
Ήθελα να πιω το τσιγάρο μου, σκέφτομαι. Να διαβάσω το βιβλίο μου.
Και περνάνε οι ώρες και την ακούω να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει. Μαλακώνουν και τα μάτια της, βέβαια. Φεύγει ο θυμός, έρχεται η ρομαντική της θλίψη, εκείνη η εφηβική. Και σπαράζει. Και το όμορφο μικρό τέρας μέσα μου με σπρώχνει μπροστά. Μπροστά, σε εκείνη, την αρπάζω, τη κρατάω σφιχτά. Σφιχτά.

Ίσως αν είναι αρκετά σφιχτά να κολλήσουν όλα της τα κομματάκια. Ίσως να μην με ματώνει πια κάθε που την αγκαλιάζω, ίσως να καταφέρω να πιω και ένα τσιγάρο ρε πούστη μου σερί. Απ’ τη πρώτη τζούρα ως την τελευταία.

Φεύγω το επόμενο μεσημέρι. Έχει καλμάρει λίγο. Με έχει ρωτήσει και πως είμαι, πως τα περνάω στη δουλειά, πως τα πάμε με τον γκόμενο. Έχουμε πιει και καφέ. Εκείνο το ζουμί που αποκαλεί καφέ.
Ευτυχώς ξέρει να μαγειρεύει, σκέφτομαι.

“Ευχαριστώ μάτια μου.” Το εννοεί.
“Δεν κάνει τίποτα.” Το εννοώ.
Το ευχαριστώ/ είναι πρόστυχη πληρωμή.
Σκέφτομαι αλλά δεν της το λέω. Δεν γνωρίζει από ποίηση εκείνη, δεν θα το εκτιμήσει όσο θα έπρεπε. Τι εγωισμό τεράστιο έχω καμία φορά ρε ‘συ.

Ασανσέρ. Φτάνω στο μηδέν. Ο ήχος της πόρτας που κλείνει. Περπατάω αργά ως τον κεντρικό για να πάρω ταξί.
Φτάνω σπίτι. Πετάω τα ρούχα στη καρέκλα που τα είχα πετάξει και χθες. Ανάβω το τσιγάρο που είχα παρατήσει. Ξεκινάω να μετράω πληγές καθώς τραβάω από τη σάρκα μου τα κομμάτια που άφησε πάνω μου.

“Μαλακισμένο.”
Μουρμουράω στο άδειο σπίτι.
Σ’αγαπάω, σκέφτομαι.