Ένα δευτερόλεπτο είναι αρκετό για να αλλάξει τη ζωή σου για πάντα. Ένα μόλις δευτερόλεπτο φτάνει, για να γκρεμίσει τους δρόμους που είχες φτιάξει κι ονειρευτεί και να δημιουργήσει καινούριους, πιο δύσβατους και σκοτεινούς ή πιο φωτεινούς και πολύχρωμους. Δεν χρειάζεται πάνω από ένα δευτερόλεπτο, για να δεις το οικοδόμημα της ζωής σου να γκρεμίζεται ή για να δεις φως να τρυπώνει στο σκοτάδι που ζεις… Το ήξερε η Στεφανία καλά αυτό. Το είχε ζήσει στο πετσί της . Μια στιγμή, ένα δευτερόλεπτο, άλλαξε τα πάντα κάποτε…

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Τα μάτια της ήταν κόκκινα απ’ το κλάμα και το βλέμμα της ήταν κενό, κολλημένο στο ταβάνι. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της. Φορούσε ακόμη το γκρι φόρεμα που φορούσε και χτες. Ούτε τα παπούτσια της είχε βγάλει. Έκανε κρύο κι όμως εκείνη ένιωθε να ζεσταίνεται αφόρητα. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν απ’ το μέτωπό της.

Ταρακουνήθηκε σύγκορμη όταν άκουσε βήματα. Είχαν έρθει. Το ήξερε πως δεν θα αργούσαν. Σηκώθηκε όρθια μπροστά στο κρεβάτι, ίσιωσε με άτσαλες κινήσεις το φόρεμά της, έφτιαξε νευρικά τα μαλλιά της με τα δάχτυλά της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Άκουσε ένα βαρύ χτύπημα στην πόρτα και προχώρησε με αργά βήματα. Άνοιξε. Τρεις άντρες με στολή ήταν μπροστά της. Έμειναν να την κοιτάζουν σοκαρισμένοι. Ένωσε τα χέρια της και τα σήκωσε μπροστά τους. Της πέρασαν χειροπέδες και την οδήγησαν έξω απ’ το σπίτι.

Την έβαλαν στο περιπολικό κι ο ένας κάθισε δίπλα της. Οι άλλοι δύο μπήκαν στις μπροστά θέσεις και ξεκίνησαν. Ο αστυνομικός που καθόταν δίπλα της, άρχισε να της μιλάει. Κάτι την ρωτούσε. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και γύρισε το βλέμμα της πάλι στο δρόμο. Κόλλησε το μέτωπό της στο τζάμι κι έμοιαζε σαν να μην τον ακούει καν. Tο μυαλό της ήδη ταξίδευε…

Ήρθε στο νου της εκείνος. Θυμήθηκε τότε που ερχόταν κάτω απ’ το σπίτι της και κόρναρε ανυπόμονα μέχρι να κατέβει. Κι όταν την έβλεπε, την έκλεινε στην αγκαλιά του και τη γέμιζε φιλιά. Τον θυμάται να οδηγεί και κάθε λίγο να γυρνάει να την κοιτάξει και να της χαμογελάει. Τι όμορφα χαμογελούσε! Της κρατούσε το αριστερό χέρι πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων όταν οδηγούσε και σε κάθε κόκκινο φανάρι, γέμιζαν το αυτοκίνητο φιλιά.

Θυμήθηκε πόσο του άρεσε να την φωτογραφίζει. Όπου κι αν ήταν, σ’ όλες τις φάσεις. Ακόμη κι όταν ξυπνούσε αναμαλλιασμένη στο κρεβάτι του, δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έπιανε με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Του πετούσε μαξιλάρια και του έλεγε να μην το κάνει αυτό! Ήταν χάλια όταν ξυπνούσε! “Σαν νεράιδα είσαι! Ακόμη κι έτσι είσαι τόσο όμορφη!” της έλεγε και τη γέμιζε φιλιά.

Θυμήθηκε το σώμα του όπως ήταν κολλημένο πάνω στο δικό της κάθε φορά που έκαναν έρωτα. Τα χέρια του να χαϊδεύουν το κορμί της. Τα χείλη του να ταξιδεύουν σε κάθε σημείο και να ανακαλύπτουν κάθε κομμάτι της.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τη φίλησε. Ήταν τότε που δούλευε ακόμη σ’ εκείνο το μπαρ. Την περίμενε να σχολάσει. Είχε σχεδόν ξημερώσει όταν βγήκαν απ’ την πόρτα γελώντας. Την κρατούσε απ’ τη μέση και την έσπρωξε απαλά στον τοίχο. Έσκυψε και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της… Η Στεφανία έγλειψε ασυναίσθητα τα χείλη της. Σαν να είχε ακόμη τη γεύση του πάνω τους κι ας είχε ήδη περάσει 1 χρόνος. Ένας ολόκληρος χρόνια χωρίς εκείνον… Πόσο δύσκολο ήταν όλο αυτό το διάστημα; Πόσο γρήγορα άλλαξαν όλα; Μόλις σε ένα δευτερόλεπτο…

Ποτέ δεν περίμενε αυτή την κατάληξη. Ποτέ δεν περίμενε πως θα μπορούσε να του κάνει κακό. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη, που τον λάτρεψε όσο τίποτα, θα ήταν αυτή που θα του έκοβε το νήμα της ζωής. Μόλις λίγες ώρες είχαν περάσει κι όμως στο μυαλό της έμοιαζε σαν να είχαν περάσει αιώνες. Αμυδρά θυμόταν όσα έγιναν. Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και τον είδε μπροστά της, ένιωσε πως της κόπηκαν τα πόδια. Πόσο της είχε λείψει! Το μόνο που ήθελε ήταν να κλειστεί όπως τότε μέσα στα χέρια του, να μυρίσει το δέρμα του, να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού του. Με το πρώτο βλέμμα του ξέχασε θαρρείς μαγικά όσα της είχε κάνει, όσα είχαν συμβεί κι ήθελε να κρυφτεί σαν μωρό στην αγκαλιά του.

Θυμήθηκε τα λόγια που της έλεγε τότε. Το πόσο όμορφη ήταν! Το πόσο φωτεινά ήταν τα μπλε της μάτια! Το πόσο λάτρευε τα χείλη της! Το πόσο ποθούσε το κορμί της! Στεκόταν μπροστά του και τον κοιτούσε και το μόνο που περίμενε από εκείνον ήταν μια αγκαλιά. Αυτός όμως στεκόταν μπροστά της και την κοιτούσε αμίλητος. Το βλέμμα του θαρρείς έκρυβε μια αηδία γι’ αυτό που αντίκριζε. Πόσο την θύμωσε αυτό το βλέμμα τη Στεφανία! Ούτε κατάλαβε γιατί του κάρφωσε το μαχαίρι στο λαιμό. Ακόμη κι όταν το αίμα του πεταγόταν πάνω της, δεν σταμάτησε. Έβγαζε κι ξανάμπηγε το μαχαίρι. Ήταν τόση η μανία της! Τον χτυπούσε με τόσο μίσος! Που ήταν κρυμμένο όλο αυτό το μίσος; Μόνο αγάπη νόμιζε πως είχε στην καρδιά της για τον Άρη, παρόλα όσα είχαν συμβεί… Κι αλήθεια… γιατί είχε το μαχαίρι μαζί της; Αφού το μόνο που ήθελε ήταν να τον αγκαλιάσει! Δεν σκόπευε να του κάνει κακό! Στο μυαλό της γινόταν πόλεμος.

Άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν ήδη μέσα σ’ ένα γραφείο του αστυνομικού τμήματος. Απέναντί της ήταν ένας άντρας με στολή.

-Θα σας τα πω όλα… είπε με μια ανάσα

Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, τους είπε όλη την ιστορία με τον Άρη. Τους μίλησε για τους τέσσερις μήνες που ήταν μαζί. Τους είπε για τον θυελλώδη έρωτα που έζησαν. Τους μίλησε για τον χωρισμό τους… αυτόν τον τόσο επώδυνο χωρισμό, δυο μόλις μήνες μετά το ατύχημα…

-Του ζητούσα να σταματήσει να τρέχει! Δεν με άκουγε! Είχε πιει! Είχε πιει πολύ! Φοβόμουν! Δεν κατάλαβα πως έγινε! Θυμάμαι μόνο πως προσευχόμουν να σταματήσει όλο αυτό, όταν το αυτοκίνητο έφυγε απ’ την πορεία του. Κάπου χτυπήσαμε, το αυτοκίνητο αναποδογύρισε… δεν ξέρω! Δεν θυμάμαι! Θυμάμαι μόνο πως τον είδα να βγαίνει αργά απ’ το αυτοκίνητο. Προσπαθούσα να ξεκουμπώσω τη ζώνη ασφαλείας, αλλά είχε φρακάρει! Ο Άρης στεκόταν έξω απ’ το αυτοκίνητο και απλά με κοιτούσε. Του φώναζα να έρθει να με βοηθήσει, εκείνος όμως δεν έκανε βήμα! Είδα φλόγες! Άρχισα να πνίγομαι κι όμως ήταν αδύνατο να απεγκλωβιστώ απ’ το κάθισμα! Δεν θυμάμαι πολλά… ξύπνησα στο νοσοκομείο. Όταν είδα το πρόσωπό μου… Δεν ήμουν έτσι εγώ! Δεν ήμουν εγώ αυτό το παραμορφωμένο πλάσμα! Με είχε καταστρέψει η φωτιά!

Η Στεφανία ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Ο άντρας απέναντί της αναστέναξε βαριά κι άναψε τσιγάρο.

-Όσο ήμουν στο νοσοκομείο, δεν ήρθε καν να με δει! Τον έπαιρνα τηλέφωνο και δεν απαντούσε! Κόντευα να τρελαθώ! Όταν βγήκα απ’ το νοσοκομείο έψαξα να τον βρω. Όταν με είδε, έμεινε να με κοιτάζει! Το βλέμμα του ήταν… δεν ξέρω… μου είπε πως δεν γίνεται να είμαστε μαζί. Ήταν τόσο δύσκολο! Ήταν τόσο δύσκολο όλο αυτό που πέρασα! Μ’ άφησε να τα περάσω όλα μόνη μου κι ας ήταν εκείνος υπαίτιος! Και παρόλα αυτά, πήγα και τον βρήκα κι αντί έστω και τότε να παραδεχτεί το λάθος του και να προσπαθήσουμε να γίνουμε πάλι όπως πριν, μου είπε να φύγω και να μην τον ξαναενοχλήσω! Προσπάθησα να το ξεπεράσω! Αλήθεια προσπάθησα! Το μυαλό μου όμως… Μου έλειπε! Ένας Θεός ξέρει πόσο μου έλειπε! Χτες το βράδυ πήγα πάλι να τον βρω! Ήθελα να του πω πόσο τον αγαπάω αλλά… είχε πάλι αυτό το βλέμμα… με κοιτούσε αηδιασμένος! Δεν το άντεχα αυτό το βλέμμα! Με κοιτούσε σαν να είμαι τέρας! Εκείνος με είχε καταντήσει έτσι! Αλλά… πείτε μου… ζει; Είναι καλά; Μήπως τώρα θέλει να με δει;

…………………………………………………

Η Στεφανία οδηγήθηκε στο ψυχιατρικό τμήμα των φυλακών. Αυτοκτόνησε 1 μήνα αργότερα…