Ένα ζευγάρι φτερά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Εγώ γιατί δεν μπορώ να πετάξω, όπως τα πουλιά;», είχε ρωτήσει τη μητέρα της κάποτε. Δε θα ήταν πάνω από 4 χρονών. Εκείνη είχε βάλει τα γέλια και της είχε εξηγήσει ότι οι άνθρωποι δεν πετάνε, γιατί δεν έχουν φτερά.

Από τότε, κάθε χρόνο, τη στιγμή που έσβηνε τα κεράκια των γενεθλίων της, έκανε την ίδια ευχή: να αποκτήσει ένα ζευγάρι φτερά. Μάταια προσπαθούσαν όλοι να την πείσουν ότι μια τέτοιου είδους ευχή ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί και ότι θα έπρεπε να «προσγειωθεί» στην πραγματικότητα.

«Είμαι γεννημένη, για να πετάω…», απαντούσε χαμογελώντας. «Απλώς, δεν έχω ακόμα φτερά.»
Ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία και αγνάντευε τη θέα. Έκλεινε τα μάτια της και ονειρευόταν ότι γινόταν ένα με τον αέρα που φύσαγε το πρόσωπό της, ένιωθε το βάρος της να εξαφανίζεται, σχεδόν μπορούσε ν’ ακουμπήσει τα σύννεφα. Ταξίδευε στους πιο μακρινούς προορισμούς με τη φαντασία της και όλα τα κοίταζε από ψηλά…

Στο σχολείο, οι δάσκαλοι απορούσαν με τον τρόπο που ζωγράφιζε. Μπορούσε να σχεδιάσει με τρομακτική ακρίβεια την κάτοψη του δωματίου της, του σπιτιού της, ακόμα και της γειτονιάς της ή της πόλης της. Σαν να τα έβλεπε, πράγματι, όλα από ψηλά.

Δεν είχε κλείσει ακόμα τα 10 της χρόνια, όταν έφυγε από τη ζωή η αγαπημένη της γιαγιά. Τότε άκουσε από κάποιους συγγενείς τη φράση «θα σε προσέχει από εκεί ψηλά» και έμεινε να τους κοιτάει αποσβολωμένη.
«Από πού, δηλαδή;», ρωτούσε επίμονα.
«Η γιαγιάκα τώρα είναι στον ουρανό, απλά δεν μπορείς να τη δεις…», της εξηγούσαν, πιστεύοντας ότι είχε ανάγκη από παρηγοριά.
«Ναι, αλλά πού ακριβώς είναι; Πώς μπορώ να πάω κι εγώ εκεί; Πρέπει να πεθάνω, για να γίνει;»
Οι συγγενείς αντάλλασσαν αμήχανες ματιές και προσπαθούσαν να οδηγήσουν τη συζήτηση αλλού, ώστε ν’ αποφύγουν τις περίεργες ερωτήσεις του κοριτσιού.
Τα χρόνια πέρασαν. Κι όπως συμβαίνει με τα περισσότερα παιδικά όνειρα, το κορίτσι αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αληθινής ζωής.

Σπούδασε, ερωτεύτηκε ένα καλό παιδί και μαζί του απέκτησε δύο υπέροχα παιδιά. Η ζωή της ήταν γεμάτη και η ίδια πλημμυρισμένη από ευτυχία.
Ένα απόγευμα, σε μια βόλτα με τη μικρή της κόρη, στάθηκαν ν’ αγναντέψουν μαζί τη θέα από έναν λόφο. Τότε η μικρή, μαγεμένη από το τοπίο, τη ρώτησε: «Μαμά, γίνεται να πετάξω, για να τα δω όλα αυτά καλύτερα;» Εκείνη χαμογέλασε και της απάντησε γλυκά: «Καρδιά μου, αυτό δε γίνεται, γιατί εσύ είσαι άνθρωπος και οι άνθρωποι έχουν πόδια, όχι φτερά.» Το παιδί έσκυψε το κεφάλι απογοητευμένο.

Επέστρεψαν στο σπίτι αμίλητες, η καθεμία βυθισμένη στις δικές της σκέψεις. Πόσο την είχε αγγίξει αυτή η κουβέντα της κόρης της, πόσο πίσω την είχε γυρίσει…
Την επόμενη μέρα, ξαναπήγαν στο ίδιο σημείο.
«Ρώτα με ξανά αυτό που με είχες ρωτήσει χθες», είπε στην μικρή της.
«Αφού μου απάντησες, τι νόημα έχει;», της αντιγύρισε.
«Έκανα λάθος, ξανακάνε μου την ερώτηση.»
«Γίνεται να πετάξω..;»
«Γίνεται. Κάθε φορά που θα στέκεσαι σ’ ένα σημείο σαν αυτό, θα κλείνεις τα μάτια σου και θα νιώθεις το βάρος σου να χάνεται. Θα ανοίγεις τα χέρια σου και θα ταξιδεύεις, θ’ αγγίζεις με τις άκρες των δαχτύλων σου τα σύννεφα και θ’ αφήνεις τον αέρα να διαπερνά κάθε σου κύτταρο. Τότε θα πετάς.»
«Δεν είναι αλήθεια αυτό που λες! Τότε θα κάνω ότι πετάω, δε θα πετάω πραγματικά! Με κοροϊδεύεις!»
«Όχι, αγάπη μου, δε σε κοροϊδεύω, σου λέω τι έκανα εγώ… Στην ηλικία σου ήθελα ακριβώς το ίδιο πράγμα, ονειρευόμουν να πετάξω…»
«Και δεν τα κατάφερες! Και τώρα μου λες να κάνω το ίδιο μ’ εσένα, για να μην τα καταφέρω ούτε εγώ! Αλλά εγώ θα μπορέσω! Μ’ ακούς;»

Στην πρώτη επίδειξη, την κοίταζε με κομμένη την ανάσα. Κι αν κάτι δεν πήγαινε καλά; Κι αν δεν τα είχε υπολογίσει όλα όπως έπρεπε; Οι παλάμες της είχαν ιδρώσει, τα μέλη του κορμιού της έτρεμαν.
Όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω στο κοριτσάκι της. Στο αστέρι της. Έμοιαζε σαν άγγελος, τόσο φωτεινή, τόσο σίγουρη, τόσο όμορφη…

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε. Δεν μπορούσε να κοιτάει, δεν άντεχε το άγχος, ένιωθε ότι θα λιποθυμήσει.

«3, 2, 1…0», ακούστηκε από τα μεγάφωνα κι εκείνη κρύφτηκε στην αγκαλιά του άντρα της, που στεκόταν δίπλα της.
Το πλήθος, εκστασιασμένο, άρχισε να χειροκροτεί σαν τρελό και να φωνάζει επευφημίες. Τότε έστρεψε αργά – αργά το κεφάλι της προς τον ουρανό και την είδε.
Το κορίτσι της τα είχε καταφέρει. Τα πρώτα ρομποτικά φτερά για ανθρώπους στην ιστορία του κόσμου ήταν γεγονός.

Το κορίτσι της πετούσε. Κι εκείνη πετούσε δυο φορές μαζί της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook