Ώρα: 23.18
Απόλυτο σκοτάδι. Το βοριαδάκι κατεβαίνει από το βουνό παρασέρνοντας τα φύλλα των δέντρων γύρω μου αλλά δεν το νιώθω. Το μόνο που νιώθω είναι ο ιδρώτας που αργοκυλάει κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης μου και έχει κάνει μούσκεμα μέχρι και το εσώρουχο. Είμαι σκαρφαλωμένη πάνω στην πλαστική καρέκλα που αργοπεθαίνει κάτω από το βάρος μου (κοίτα να δεις που τελικά θα με φάει λάχανο η μερέντα) και προσεύχομαι ολόψυχα να μείνει ατόφια και να μην καταρρεύσει προκειμένου να με κρατήσει ζωντανή. Είμαι τυλιγμένη με ένα χωριάτικο ριχτάρι που ήταν απλωμένο πάνω στον καναπέ της βεράντας, το οποίο βρωμάει αλλά δεν με νοιάζει καθόλου, οι αισθήσεις μου είναι οξυμένες και επικεντρωμένες στην αναπνοή μου που φέρνει στις στιγμές εκείνες μετά το τρέξιμο στο πάρκο που σταματάς και αργοπεθαίνεις χωρίς να μπαίνει οξυγόνο μέσα σου, ψάχνοντας με γουρλωμένα μάτια κάποιον να σου κάνει τεχνική αναπνοή.

Το μόνο φως που αχνοφαίνεται πίσω από το βρωμερό ριχτάρι είναι η οθόνη του λαπτοπ απέναντι μου πάνω στο τραπέζι. Η ταινία έχει τελειώσει εδώ και 43 λεπτά (τα μετράω ένα ένα, μετράω και τα δευτερόλεπτα αλλά οκ) και εγώ αρνούμαι να δώσω την εντολή στο σφιγμένο κορμί μου να φύγει από τη βεράντα. Με στοιχειώνει ακόμα η σκιά της τεράστιας κατσαρίδας που διέσχισε νωχελικά την οθόνη του λαπτοπ την ώρα προβολής της ταινίας και εξαφανίστηκε κάπου από πίσω. Και επειδή δεν πιστεύω πως οι κατσαρίδες πηγαίνουν οπουδήποτε μόνες τους (το «ένας φτωχός και μόνος καουμπόι» δεν ισχύει για αυτά τα βρωμερά και τρισάθλια όντα, δυστυχώς) όπως επίσης ότι υπάρχει καμία μαγική τρύπα που να τις ρουφάει στα έγκατα της γης (όπου και ανήκουν), από κείνη τη στιγμή και μετά βρίσκομαι καθηλωμένη εδώ πάνω και αγωνίζομαι να πείσω τον εαυτό μου πως α) Δεν είμαι ασφαλής εδώ που βρίσκομαι, β) Αυτό που νιώθω να περπατάει στο μπράτσο και τη δεξιά γάμπα μου είναι της φαντασίας μου και γ) Πρέπει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ να σηκωθώ και να ανοίξω το καταραμένο φως της βεράντας για να δω που βρίσκεται το τέρας. Τώρα που το σκέφτομαι ας μείνω λίγο ακόμα εδώ πάνω.

Ώρα: 01.23
Πριν από 56 δευτερόλεπτα κατάφερα να πετάξω μέχρι το διακόπτη της λάμπας στο μπαλκόνι και να ανάψω το φως. Κυριολεκτικά πέταξα, νομίζω πως δεν έχω ξαναδεί τον εαυτό μου τόσο ευλύγιστο κάνοντας δύο τούμπες και ένα φλικ φλοκ μέχρι να ανάψω το φως και να σκαρφαλώσω ξανά στην καρέκλα. Αν σκεφτείς μάλιστα πως ο πισινός μου είχε μουδιάσει τόση ώρα πάνω στο πλαστικό, νομίζω ότι πρέπει να αναφωνήσεις μαζί μου «Εύγε κοπελάρα μου και δεν σου το είχα με την καμία!!!»

Κοιτάω γύρω μου μέσα από τη χαραμάδα του ριχταριού. Το μυωπικό βλέμμα μου έχει ξεχάσει ότι δεν βλέπει την τύφλα του και ερευνά με αετίσιο μάτι το τεράστιο μπαλκόνι ψάχνοντας να βρει που είναι η αγέλη των κόκκινων φτερωτών κατσαρίδων. Δεν βλέπω τίποτα αλλά τώρα ακούω ένα αχνό σύρσιμο στο παντζούρι του παραθύρου από πίσω μου. Ξέρω πως δεν πρέπει να κοιτάξω, θα πάθω έμφραγμα αν κοιτάξω αλλά γυρίζω το κεφάλι μου αργά για να βρεθώ μούρη με μούρη με τον τυραννόσαυρο Ρεξ (βλ. υπερμεγέθες μολυντήρι), ο οποίος κρατάει νωχελικά στο στόμα του τον υπαίτιο του τρόμου μου και μου τον επιδεικνύει με περίσσια περηφάνεια. Καθώς κοιτάζω το αποτρόπαιο θέαμα, φωνή δεν βγαίνει από το λαρύγγι μου, μέχρι και οι φωνητικές μου χορδές έχουν πάρει δρόμο και τρέχουν πανικόβλητες. Δεν ξέρω τι να κάνω…. Ωπα ΩΠΑ!! Ο Ρεξ άφησε την κατσαρίδα από το στόμα!! Που σκατά πήγε;;;;;;;;;;;;;;;;; Θεέ βοηηηηηήθ

Ώρα: 03.16
Εδώ και 2 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα έχω ανοίξει τα μάτια μου και συνειδητοποίησα πως έχω πέσει από την καρέκλα και είμαι τυλιγμένη με το ριχτάρι σαν ντολμάς ξαπλωμένη πάνω στο κρύο μωσαϊκό της βεράντας. Ο Ρεξ και η κατσαρίδα έχουν εξαφανιστεί εδώ και ώρα (δεν τολμάω να σκεφτώ αν πέρασαν να δουν τι στο καλό κάνω κάτω στο πάτωμα, ζω με την ψευδαίσθηση ότι τα βρήκαν μεταξύ τους και αγκαλιασμένοι βάδισαν αργά προς το ηλιοβασίλεμα). Σηκώνομαι με κόπο φτύνοντας τα εκατοντάδες μυρμήγκια που βρήκαν ευκαιρία να χωθούν σε όποια οπή του κορμιού μου μπόρεσαν και σέρνω με κόπο το κουρασμένο κορμί μου προς την κρεβατοκάμαρα. Σταματώ απότομα μπροστά στην μπαλκονόπορτα και διαπιστώνω πως ένα μακρουλό αντικείμενο γύρω στους 50 πόντους (κυριολεκτικά, όχι σαν αυτούς που αναφέρουν οι άντρες και οι κομμώτριες) περπατάει πάνω στην σήτα. Λέω αποκλείεται, δεν γίνεται, ΕΜΦΑΝΙΣΤΕ ΤΙΣ ΚΑΜΕΡΕΣ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ και κοιτάζω πιο προσεκτικά. 40 ποδάρια μου κάνουν κωλοδάχτυλο και μία φωνή (την άκουσα, ντάξει;) μου λέει: «Που πας εσύ μανάρι; Ελα να σε πάρω μία αγκαλίτσα χε χε ΧΕΧΕΧΕΧΕΧΕΧΕ!!!!!»

Ώρα: 05.39
Ακούω τα κοκόρια από μακριά να κακαρίζουν. Τα μάτια μου έχουν πρηστεί από το κλάμα ενώ ό,τι ευχή και κατάρα υπήρχε στο λεξιλόγιο μου ειπώθηκε εν μέσω λυγμών και αναφιλητών. Πλέον δεν έχω κουράγιο να κατεβώ από το τραπέζι πάνω στο οποίο είμαι σκαρφαλωμένη. Το τζιτζίκι που έχει αράξει δίπλα μου με κοιτάει με βλέμμα «είσαι πολύ ξεφτίλας ρε φίλε» και εγώ δεν την παλεύω ούτε να ουρλιάξω από τον πανικό μου. Το μόνο που με παρηγορεί είναι πως σε λίγο ξημερώνει, θα πετάξω τα πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο και θα εξαφανιστώ εν ριπή οφθαλμού.
Διακοπές στη φύση σου λένε.
Θα περάσεις υπέροχα σου λένε.

Εύχομαι να πιάσουν οι κατάρες μου.