Έχεις ένα όνειρο. Που σε καίει, είσαι ολόκληρος ένα ζωντανό ηφαίστειο δυνατοτήτων και προοπτικών. Δεν είσαι διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους σε τίποτα άλλο, πέρα από το μυαλό σου που ζεματάει, που σε σπρώχνει να αγγίξεις τον ουρανό. Σου λένε πως αυτή η λάβα σου ονομάζεται ταλέντο, δεν ξέρεις πως το λένε – ξέρεις μόνο πως πιέζει το κρανίο σου να βγει έξω από αυτό, έξω από το σώμα σου, να αγγίξει άλλους ανθρώπους, να οδηγήσει τούτο το σαρκίο σου ψηλά.

Και ξεκινάς. Με μέσα πενιχρά γιατί είσαι πλούσιος άνθρωπος μόνο σε όνειρα.

Και η λάβα σου αρχίζει να αγγίζει ανθρώπους. Οι σπίθες σου, τους κάνουν να γυρίζουν προς τα εσένα, να σε κοιτούν. Έκπληκτοι, “τι έγινε τώρα;”.

Νιώθουν πως την ζέστα σου αυτή, την θέλουν. Τους κάνει να νιώθουν καλά, τους κάνει να ΝΙΩΘΟΥΝ.

Είσαι και συ αμήχανος. Με τον τρόπο που ανταποκρίνονται οι άλλοι σε αυτό που εκπέμπεις. Δεν ξέρεις πως να διαχειριστείς τις επευφημίες και τον ζήλο που επιδεικνύουν στο όραμα σου.

Όλο και περισσότεροι βγαίνουν μπροστά. “Θέλω να σε βοηθήσω! Θέλω να πας ψηλά γιατί το αξίζεις”. Άγνωστοι άνθρωποι. Ξένοι.

Είναι παράξενο να σου προσφέρουν βοήθεια άνθρωποι που δεν γνωρίζεις. Να σου λένε “για να κάνεις το βήμα που θες, χρειάζεσαι ένα σκαλοπάτι. Δεν έχεις τη δυνατότητα να το αποκτήσεις μόνος σου, θα το κάνω εγώ για σένα.”

Το σκαλοπάτι ήταν μικρό και θα το κατάφερνες και μόνος σου. Μα να, κάποιος που σου φωνάζει ‘ΕΓΩ ΕΓΩ!!!!! Η ΛΑΒΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙΑ, ΜΕ ΑΓΓΙΞΕ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ!’ και υποκύπτεις.

Είναι η πρώτη φορά που κάνεις το λάθος να πιστέψεις πως οι άνθρωποι προσφέρουν βοήθεια χωρίς αντάλλαγμα, μόνο και μόνο επειδή πίστεψαν στο ταλέντο σου και θέλησαν από την καλή τους τη καρδιά να υποστηρίξουν το όνειρο σου.

Ξεκινάς να διαγράφεις την πορεία σου. Με δουλειά. ΠΟΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΤΟΣΗ ΠΟΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. Μέρα νύχτα. ΔΟΥΛΕΙΑ. ΚΙ ΑΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΔΟΥΛΕΙΑ.

Δεν κάνεις τίποτα άλλο, όλα σε 2η μοίρα. ΜΟΝΟ ΔΟΥΛΕΙΑ.

Να ρίχνεις κάρβουνα στη φωτιά σου, που δόξα τω Θεώ, δε σβήνει μα φουντώνει…

Και κόσμος από κάτω να χειροκροτεί, να επικροτεί, να ενθαρρύνει. Να υποστηρίζει και να διεκδικεί μερίδιο από τη λάβα σου που με χαρά μοιράζεις, “ναι, ανέβα στο όχημα μου. Και συ. Και συ!”.

Να σου προσφέρουν δώρα που δεν ζήτησες, υπηρεσίες που δεν χρειάστηκες, να αρνούνται ανταμοιβές που πρόσφερες. Να ορκίζονται αφοσίωση και να σπρώχνονται ποιος θα σου πρωτοπροσφέρει εκδούλευση, να φανούν ότι είναι δίπλα σου, να ΔΕΙΞΟΥΝ ότι είναι δίπλα σου, πως χάρη και σε εκείνους μπήκες σε τροχιά, “να κοίτα πόσο ψηλά πάει, ΣΕ ΜΕΝΑ ΤΟ ΧΡΩΣΤΑΕΙ”.

Και η τροχιά κάποια στιγμή, αρχίζει να χωλαίνει. Από το βάρος όσων ‘χρωστάς’ – όσων σου κρατάνε με τεφτέρι πως χρωστάς.

Και φταις εσύ, που νόμιζες πως δεν θα έφτανε η στιγμή ποτέ να σου ζητήσουν πίσω τα ‘δεδουλευμένα’ τους. Aυτά που με χαρά σου πρόσφεραν όταν νόμιζαν πως θα τους κουβαλάς αιώνια στην πλάτη σου, πως θα γλείφεις σα σκυλάκι για πάντα τα πόδια τους, τα κολλημένα στη γη, τα αλυσοδεμένα σε απωθημένα και μικροψυχίες.

Το σκαλοπάτι που σου προσφέρθηκε, έγινε πηγάδι που σε πνίγει. Κι ας φώναζες ΔΗΜΟΣΙΑ πόσο το εκτίμησες. Έπρεπε να το κάνεις τατουάζ, έπρεπε να το αλυσοδέσεις γύρω από το λαιμό σου για να ικανοποιηθεί ο άνθρωπος που στο πρόσφερε με το μικρό του τεφτεράκι που κερδίζει ανθρώπους, φιλίες και λόγο ύπαρξης, πουλώντας μικρές βοήθειες. “Χαρίζοντας” βοήθειες και εμφανίζεται μετά, να πάρει την πληρωμή του. Να συλλέξει υποταγή και selfies και αυτόγραφα και έγγραφες αποδείξεις πως είναι σημαντικός στη ζωή σου και υπεύθυνος για τα βήματα σου…

Τα βήματα σου. Που έσταξες με χιλιάδες ώρες δουλειάς. ΜΕ ΔΟΥΛΕΙΑ… ΠΟΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΔΟΥΛΕΙΑ…

Και έρχονται και άλλοι και σου φωνάζουν πως είσαι σκάρτος άνθρωπος, πως δεν εκτίμησες το “σπρώξιμο” τους. Σπρώξιμο που έχεις ξεπληρώσει με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Βροντοφωνάζοντας το ‘ΕΕΕΕΕΕΕ ΑΚΟΥΣΤΕ, ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΑΝ!!!!!’ κ το γράφεις παντού, το λες παντού. Και ας ήταν η βοήθεια τους επιβεβλημένη πάνω σου, κι ας μην την ζήτησες ποτέ. Κι ας την ξεπλήρωσες με χίλιους τρόπους, δεν έχει σημασία πως εσύ έδινες πίσω πάντα με τον τρόπο σου, σημασία έχει το πως κάποια στιγμή ζήτησες να πετάξεις χωρίς βοήθεια… Και τότε εξαγριώθηκαν… Όταν ζήτησες το δίκιο σου, όταν ζήτησες να πετάς χωρίς τη βοήθεια κανενός, τότε έγινες αχάριστη. Γιατί ήσουν καλή περίπτωση μόνο οταν ένιωθαν πως μπορούν να σου είναι χρήσιμοι ώστε να κερδίζουν φως από το φως σου. Όταν είπες ‘δεν θέλω άλλη βοήθεια, θέλω μόνο ότι αξίζω, όχι άλλα δώρα, όχι άλλες χάρες’ , έγινες αχάριστος άνθρωπος τότε. ‘Πως τολμάς να μην μας έχεις άλλο ανάγκη; ΘΥΜΑΣΑΙ ΤΟΤΕ ΠΟΥ…’ και βγαίνει το τεφτέρι του Σάιλοκ και ζητάει χρωστούμενα.

Και πως να ξεπληρώσεις πράγματα και υπηρεσίες που ποτέ δεν ζήτησες; Πως να ξεπληρώσεις βοήθειες που την ώρα που δόθηκαν, δόθηκαν με ζήλο και επιμένοντας πως πρόκειται για δώρα; Τι τεφτέρι να δείξεις εσύ, που ντρέπεσαι να πεις πως ότι μου έδωσες στο ξεπλήρωσα με το να σε κουβαλάω στην πλάτη μου τόσο καιρό; Πως να αποδείξεις πως ότι βοήθεια ζήτησες, την επέστρεψες και με το παραπάνω;

ΑΦΩΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Χωρίς ζέστα, χωρίς φωτιά δική τους. Άνθρωποι που πήραν σπίθα και δεν μπόρεσαν ποτέ να την αξιοποιήσουν, προσπαθούν να σβήσουν τη δική σου φλόγα.

Χαμογελάς πικρά, κραδαίνουν στα χέρια τους πανό που γράφουν “ΧΑΡΕΣ”. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, πρέπει να τις ξεπληρώσεις. Δεν μπορείς να βγάλεις από πάνω σου το βρόχο που σου έχουν περάσει γύρω από το λαιμό σου. Ό,τι είχες προσφέρει ως τώρα δεν μετράει, το τεφτέρι τους απαιτεί άλλες πληρωμές, θα βρεις τον τρόπο να ξεπληρώσεις. Και σου έγινε πια μάθημα ζωής και όπου σου πουλάνε εκδούλευση και χάρες πανικοβάλλεσαι, δυστυχώς αδικείς και καλούς ανθρώπους έτσι πια, μα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, φοβάσαι, κοιτάς όλους με καχυποψία, “γιατί είσαι καλός μαζί μου, τι θέλεις από μένα;”

Ξέρεις καλά πως η τροχιά σου δεν έχει επιστροφή. Ξέρεις πως η πυρκαγιά σου δε σβήνεται με το σάλιο κανενός όσο ψηλά κι αν προσπαθεί να φτύσει. Δεν κάνεις βήμα πίσω. Ό,τι έχεις δουλέψεις είναι δικό σου και το απαιτείς. Θα επιστρέψεις και ότι σου ‘χαρίστηκε’ και θα συνεχίσεις να κυλάς ψηλά.

Θα έχεις απώλειες που σε πονάνε, ακόμα κι αν αναγκαστείς να αποχωριστείς κομμάτι από τη δουλειά σου που έχτισες με πολύ κόπο. Αν έχτισες τον πύργο σου πάνω σε ένα μικρό σκαλοπατάκι που σου ‘χαρίστηκε’ ΓΚΡΕΜΙΣΕ ΤΟΝ. Να πα να γαμηθεί. Τίποτα δεν αξίζει τόσο, όσο η αξιοπρέπεια σου. Θα χτίσεις πάλι, από την αρχή, τι είσαι ρε, κανένας που φοβάται τη δουλειά;

Κάνε ότι χρειάζεται για να είσαι ελεύθερος. Διεκδίκησε με πάθος ό,τι σου ανήκει, ξεπλήρωσε, ΠΡΟΧΩΡΑ. Όποιος δεν είναι εκεί για σένα, δεν ήταν και ποτέ.

Κι αν το ξεχνάς… μην το ξεχνάς! Η ΛΑΒΑ ΣΟΥ. ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ. ΤΑ ΞΕΝΥΧΤΙΑ ΣΟΥ. Ο ΚΟΠΟΣ ΣΟΥ! Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΟΥ.