Ένα παραμύθι αλλιώτικο από τ’ άλλα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κυρία που αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Είχε τα δικά της, δύο, αλλά της άρεσε τόσο να είναι δίπλα σε παιδιά, που το έκανε επάγγελμα! Η δουλειά της, λοιπόν, ήταν να προσέχει τα παιδιά άλλων οικογενειών, άλλα μεγαλύτερα σε ηλικία, άλλα μικρότερα. Κάποια για λίγο καιρό και κάποια άλλα για περισσότερο. Η κυρία αυτή είχε μία πολύ μεγάλη καρδιά, η οποία είχε πολλά μικρά κουτάκια. Σε αυτά τα κουτάκια κρατούσε ξεχωριστά την αγάπη που είχε για το κάθε παιδάκι που φυλούσε.

Θα ρωτήσει τώρα κάποιος, πώς γίνεται μια καρδιά να έχει κουτιά; Γίνεται και παραγίνεται, μιας και όποιον αγαπάμε, τον βάζουμε σε ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας πάντα! Και θα ρωτήσει και κάποιος άλλος, γιατί η κυρία αποφάσισε να κάνει επάγγελμα το να προσέχει και να φυλάει παιδάκια; Γιατί υπάρχουν πολλοί γονείς που δουλεύουν και δεν μπορούν να είναι όλη μέρα με τα παιδιά τους, να τα προσέχουν, να τα φροντίζουν, να τα ταΐζουν και να παίζουν μαζί τους συνεχώς. Έτσι αποφάσισε να μην κάνει άλλα παιδιά, μα να βοηθά άλλες οικογένειες με τα δικά τους.

Κάποτε την κάλεσαν σε ένα σπίτι για να προσέχει ένα μωρό κοριτσάκι. Ήταν πολύ μικρή, ενός μήνα μόνο. Μια σταλίτσα παιδάκι ήταν μονάχα! Αυτό το μικροσκοπικό κοριτσάκι μάγεψε την κυρία Ντίνα – έτσι την έλεγαν – από την πρώτη στιγμή. Είχε κάτι που έκανε τον άλλο να την αγαπήσει από το πρώτο λεπτό. Ήταν πολύ ήσυχο μωρό. Στην αρχή κοιμόταν πολύ, όπως όλα τα μωρά. Και η κυρία είχε πάρα πολύ άγχος γιατί δεν είχε αναλάβει ξανά να προσέχει τόσο μικρό παιδάκι.

Είχε περάσει μόλις μία εβδομάδα που είχε αναλάβει να προσέχει την μικρή. Την κρατούσε στην αγκαλιά της, την τάιζε γάλα με το μπιμπερό και καθώς η μικρή κρατούσε με τα χεράκια της το μπιμπερό και την κοίταζε. Εκείνη τη στιγμή η κυρία Ντίνα συνειδητοποίησε ότι ήδη την αγαπούσε! «Παράξενο» , σκέφτηκε, «εκτός από τα δικά μου παιδιά, που τ’ αγάπησα από το πρώτο δευτερόλεπτο, είναι η πρώτη φορά που αγαπώ παιδί τόσο μα τόσο γρήγορα!» Εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε και συνέχισε να απολαμβάνει την συντροφιά της μικρής.

Έτσι τα χρόνια πέρασαν, η μικρή άρχισε να μιλά, να περπατά, να κατανοεί όλο και περισσότερα. Οι ώρες που περνούσαν μαζί κυλούσαν σαν νερό. Ερχόταν η μητέρα της μικρής από την δουλειά της, εκείνη έτρεχε κατευθείαν στην αγκαλιά της, μα ταυτόχρονα στενοχωριόταν, γιατί ήξερε πως ήταν η ώρα να φύγει η κυρία Ντίνα, που με τα χρόνια είχε φτάσει να είναι σαν δεύτερη μαμά της. Η μικρούλα δυσκολευόταν να καταλάβει ότι η κυρία είχε και τη δική της οικογένεια, τα δικά της παιδιά και πως έπρεπε να είναι κοντά τους. Αρκετές φορές έκλαιγε δυνατά ή έκανε αταξίες προκειμένου να παρατείνει τον χρόνο που θα ξόδευαν μαζί, έστω κι αν η νταντά της την μάλωνε γι’αυτό.

Μία μέρα η μητέρα κι ο πατέρας της μικρής είχαν καθίσει στο τραπέζι της κουζίνας και συζητούσαν. Τα πρόσωπά τους ήταν πολύ σοβαρά. Η μικρούλα άκουγε, αλλά δεν καταλάβαινε για τι μιλούσαν. Κάτι για ευκαιρία, ότι ήταν η μόνη λύση και για καλύτερο μέλλον έλεγαν.
«Συζητήσεις των μεγάλων.», σκέφτηκε. «Βαρετά πράγματα είναι αυτά.»

Κάποιες μέρες αργότερα κι ενώ οι γονείς συζητούσαν συνεχώς («ουφ! Όλο σοβαροί είναι. Τι βαρετό το να είσαι μεγάλος τελικά. Δεν θα μεγαλώσω ποτέ κι άμα το κάνω δεν θα γίνω σαν αυτούς!»), πήραν μια μεγάλη απόφαση. Θα μετακόμιζαν της είπαν. Το κοριτσάκι τους ρώτησε τι ήταν αυτό και της εξήγησαν πως θα πήγαιναν σ’ένα άλλο σπίτι, μακριά από το δικό τους.
– Και τι θα γίνει με την Ντάνα; Θα έρθει μαζί μας, ε;
– Όχι αγάπη μου. Έχει τη δική της ζωή, τη δική της οικογένεια, δεν μπορεί να τους παρατήσει για να έρθει μαζί μας.
– Να πάρουμε και την οικογένειά της μαζί. Να πάμε όλοι μαζί σε αυτό το Αγγλία που θέλετε!
– Δεν μπορεί να γίνει αυτό, Έλενα… Λυπάμαι…

Αν κανείς μπορούσε ν’ αφουγκραστεί τις καρδιές της μικρής και της νταντάς της, θ’ άκουγε ένα “κρακ” εκείνη την ώρα. Η μικρή ωρυόταν μέρες, προσπαθούσε να πείσει τη νταντά να φύγει μαζί τους ή απειλούσε ότι θα έφευγε και θα πήγαινε να ζήσει μαζί της και άλλα τέτοια. Μάταια, όμως. Η Ντάνα της, όπως την έλεγε, δεν θα ακολουθούσε στην Αγγλία.

Τα χρόνια πέρασαν, μα κράτησαν επαφή, μιλούσαν όσο συχνά τους το επέτρεπε η καθημερινότητά τους. Η καρδιά της μικρής είχε αρχίσει από καιρό να σχηματίζει κουτάκια. Η νταντά εκείνη είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Η Ντίνα έψαχνε έναν τρόπο για να της εξηγήσει πως όσα παιδιά κι αν μεγαλώσει, εκείνη η μικρή και οι αναμνήσεις που έχτισαν παρέα εκείνα τα 7 χρόνια, θα έχει πάντα μα πάντα ξεχωριστή θέση στην καρδιά της.

 

Αφιερωμένο στην Έλενα και την Ντίνα, που όσα χιλιόμετρα κι αν τις χωρίζουν, οι καρδιές τους πάντα θα είναι δίπλα δίπλα, να χτυπούν, να χορεύουν, να παίζουν μαζί κρυφτό και να μαζεύουν αγριολούλουδα. Αφιερωμένο σε όλες τις Έλενες και τις Ντίνες αυτού του κόσμου που έχουν επιτύχει ένα τόσο όμορφο και αγνό δέσιμο

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook