«Αν δεν ήταν ο Παναγής να με κουβαλήσει 12 χιλιόμετρα μέσα στο κρύο και την βροχή, αυτή την στιγμή δεν θα ζούσα για να σου μιλάω». Ο Χρήστος αφού επανέλαβε για πολλοστή φορά την ιστορία για το πώς επέζησε από τον πόλεμο στα αλβανικά σύνορα, χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι. Οι καφέδες τα νερά και ότι υπήρχε πάνω στο τραπέζι, πετάχτηκαν στον αέρα. Η Ουρανία έφυγε κλαίγοντας για ακόμη μια φορά.

Αδερφός της ήταν και τον αγαπούσε πολύ. Όταν γύρισε σώος και αβλαβής από το μέτωπο η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Για μήνες τον είχαν για νεκρό, μα σαν τον είδαν στο κατώφλι του σπιτιού και αυτή και η νύφη της η Ασπασία, έπεσαν λιπόθυμες. Πέντε γυναίκες μέσα στο σπίτι προσεύχονταν καθημερινά να γυρίσει. Η Ουρανία με την Ασπασία και τα τρία κορίτσια του Χρήστου. Οι κόρες του που καμάρωνε γι αυτές και ούτε που τον ένοιαζε αν δεν είχε αποκτήσει γιο. Μα σαν γύρισε ο αδελφός της, μαζί με την χαρά ένιωσε και την δυστυχία η Ουρανία. Χρόνια τώρα αλληλογραφούσε με τον Παντελή που της είχε δώσει όρκο αγάπης λίγο πριν φύγει κι αυτός για τον πόλεμο. Από μικρά παιδιά σχεδόν αγαπούσε ο ένας τον άλλον και βρήκε το θάρρος να της το πει την ημέρα που έφυγε. Της ζήτησε να τον περιμένει και μόλις επέστρεφε θα την στεφάνωνε. Τον κράτησε τον λόγο του και σαν γύρισε ήθελε να την γυρέψει. Μα σαν ορφανή από γονείς μόνο από τον αδερφό της τον Χρήστο θα την ζήταγε. Ο Χρήστος άργησε μα γύρισε και περίμενε λίγο να περάσει χρόνο με την οικογένεια του, πριν την γυρέψει. Δυστυχώς όμως δεν γνώριζε πως ο Χρήστος είχε τάξει στον Παναγή πως θα τον παντρέψει με την Ουρανία.

Τον Χρήστο με τον Παναγή τους έδεσε πραγματική φιλία Αν και μικρότερος ο Παναγής αποδείχτηκε φίλος και σωτήρας για τον Χρήστο. Σε μια μάχη στην πρώτη γραμμή ο Χρήστος τραυματίστηκε στο πόδι. Με την βοήθεια του Παναγή μπόρεσε να σωθεί κουβαλώντας τον στην πλάτη, για πολλά χιλιόμετρα μέχρι να είναι ασφαλής. «Όταν γυρίσουμε πίσω με το καλό θα σε παντρέψω με την αδερφή μου» . Αυτή ήταν η συμφωνία και ο Παναγής δέχτηκε μετά χαράς να συγγενέψει με τον καλύτερο του φίλο.

Κι έφτασε η μέρα που ο Παναγής θα ερχόταν να γνωρίσει την Ουρανία και να γίνουν τα αρραβωνιάσματα. Όλη μέρα στο σπίτι γίνονταν ετοιμασίες και μέσα στην φασαρία ο Χρήστος δεν κατάλαβε την απουσία της Ουρανίας. Η Ασπασία το γνώριζε από τα ψες πως θα το έσκαγε με τον Παντελή μα ούτε που τόλμησε να ξεστομίσει κάτι στον άντρα της . Μόνο όταν πέρασε αρκετή ώρα έδωσε το γράμμα που άφησε η Ουρανία στον Χρήστο. Έκανε ακριβώς ότι την είχε ορμηνέψει, όταν κόντευε μεσημέρι και θα είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά με τον Παντελή, θα έλεγε πως βρήκε ένα γράμμα στην κάμαρα της Ουρανίας. Ο Χρήστος απορημένος άνοιξε το γράμμα και άρχισε να το διαβάζει. Οι μυς του προσώπου του συσπάστηκαν και το βλέμμα του αγρίεψε. Η Ασπασία τρόμαξε και προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Δεν είχε ξαναδεί τον άντρα της έτσι και αυτό ήταν αλήθεια. «Πες μου Ασπασία ότι αυτό που διάβασα μόλις τώρα ήταν ψέματα. Γιατί δεν γνώριζα εγώ για τον Παντελή;» Η Ασπασία προσπάθησε να απολογηθεί και να του πει ότι η Ουρανία αρκετές φορές έκανε να του μιλήσει αλλά αυτός δεν άκουγε κουβέντα.

«Τι ντροπή Θεέ μου, τι θα πω εγώ τώρα στον Παναγή που έρχεται για τον αρραβώνα;» Η Μαρίνα η μεγαλύτερη από τις κόρες του, τρόμαξε από τις φωνές και έριξε ένα δίσκο με ποτήρια που κράταγε. Φορούσε το κάλο της φόρεμα που πλέον ήταν μικρό και διέγραφε τις πρώτες καμπύλες που άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους. Η Μαρίνα κόντευε να κλείσει τα 16 και ήδη φαινόταν δεσποινίδα. Ο Χρήστος την κοίταξε εκείνη την στιγμή σαν να την έβλεπε πραγματικά για πρώτη φορά. Η Ασπασία που σαν μάντεψε την σκέψη του, φώναξε πως είναι ακόμη μικρή. Αυτή βεβαία στην ηλικία της την είχε ήδη γεννήσει. Η Μαρίνα απομακρύνθηκε χωρίς να έχει καταλάβει το παραμικρό. «Γυναίκα έταξα στον Παντελή και γυναίκα θα του δώσω, πάει και τελείωσε». Εφόσον ο Χρήστος δεν θα άλλαζε γνώμη ότι κι αν του έλεγε η Ασπασία, ανέλαβε τον άχαρο ρόλο να ενημερώσει την Μαρίνα και τις μικρότερες αδελφές της, τι επρόκειτο να συμβεί.

Η Ασπασία έντυσε την Μαρίνα με ένα δικό της φόρεμα και τις έλυσε τις σφιχτές πλεξούδες. Της έβαλε και λίγο κοκκινάδι άπαυτο που έκρυβε στο κομοδίνο της και τα κορίτσια λάτρευαν να το βρίσκουν και να το φοράνε. Όλα ήταν πλέον έτοιμα κατά την άφιξη του Παναγή. Ο Χρήστος τον υποδέχτηκε στην αυλή του σπιτιού και γνώρισε τους γονείς και τον αδελφό του σωτήρα του, όπως τον αποκαλούσε. Η Ασπασία έφερε τα κεράσματα και η συζήτηση είχε ξεκινήσει για τα καλά. Το κλίμα ήταν ευχάριστο και ο Χρήστος βρήκε κάποια στιγμή την ευκαιρία να ενημερώσει τον Παναγή για την απρόσμενη αλλαγή. Ντράπηκε λίγο γιατί τον Χρήστο τον έβλεπε σαν φίλο και όχι σαν πεθερό, μα σαν είδε την Μαρίνα που εμφανίστηκε του κόπηκε η ανάσα. Μέχρι και ο Χρήστος ξαφνιάστηκε από την αλλαγή της Μαρίνας και του θύμισε την Ασπασία στα νιάτα της. Η βράδια κύλησε υπέροχα και όρισαν και την ημερομηνία του γάμου. Άλλες τρεις φορές συναντήθηκε ο Παναγής με την Μαρίνα πριν το γάμο πάντα με την παρουσία τρίτων. Την ήμερα του γάμου η Μαρίνα έλαμπε και όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα για το όμορφο ζευγάρι. Κάποια στιγμή και ενώ το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά, η Μαρίνα έλειπε ώρα. Ο Παναγής την αναζήτησε διακριτικά και την βρήκε στην πίσω αυλή. Έπαιζε κουτσό μαζί με τις αδελφές της και τα αλλά παιδιά του χωριού. Του φάνηκε αστείο έτσι όπως είχε μαζέψει άτακτα το νυφικό και χαχάνιζε σαν μικρό παιδί. Το βράδυ την κοίμισε στην αγκαλιά του και την καλημέρισε με ένα γλυκό φιλί.

Το πρωί αποχαιρέτισε κλαίγοντας το πατρικό της και τις αγαπημένες της αδελφές που έκλαιγαν με αναφιλητά. Ανέβηκε στην άμαξα και ξεκίνησε για το νέο της σπίτι μαζί με τον άντρα της. Ο άντρας της που ήταν υπομονετικός και τρυφερός που κοιμήθηκε στην αγκαλιά του αρκετό καιρό μέχρι να τον εμπιστευθεί και γίνουν πραγματικό ζευγάρι.