«Ένα κοριτσάκι ήταν σαν την πρωτογνώρισα. Εγώ στα 30, εκείνη 22. Εγώ μεγαλωμένος μέσα στην κάπνα της νύχτας, χωμένος κάθε βράδυ και σ΄ άλλη αγκαλιά. Εκείνη μια ανέμελη φοιτητριούλα, ένα κλαρί λεμονανθού που μύριζε φρεσκάδα. Ερωτεύτηκα το δροσερό της γέλιο, την καθαρή και δυνατή ματιά της, έκανα τα όνειρά της δικά μου. Τη ρώτησα τι θέλει να κάνει στη ζωή της κι εκείνη σχεδίασε σε μια χαρτοπετσέτα – νοτισμένη από το αλκοόλ εκείνης της βραδιάς- μια φιγούρα γυναικεία, μια ανδρική κι ένα παιδί στη μέση. Μια οικογένεια. Ένα παιδί. Πόσο ξένα μου φαίνονταν όλα αυτά μέχρι εκείνη τη στιγμή».

«Τον ερωτεύτηκα τον Γιάννη. Για χάρη του παράτησα γονείς και σπουδές. Βλέπεις δεν συμφωνούσαν με την επιλογή μου. Η κόρη του στρατιωτικού να παντρευτεί άνθρωπο της νύχτας; Έναν μπαρόβιο; Και σιγά το μπαρ δηλαδή. Ένα μικρό μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στέκι ονειροπόλων φοιτητών, που λίγα χρόνια μετά έκλεισε. Λίγο το ατύχημα, λίγο η κρίση ο Γιάννης δεν άντεξε. Ήταν και το παιδί στη μέση. Κάποιος έπρεπε να δουλέψει. Κάποιος να μείνει σπίτι να το μεγαλώσει. Είπαμε να μείνει αυτός.»

«Τη θυμάμαι ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά της εκκλησίας, λαμπερή και όμορφη · τόσο όμορφη. Ήθελα να την κάνω ευτυχισμένη, να αποδείξω σε όλους τους ότι άξιζα, ότι δεν ήμουν το “ρεμάλι” που έλεγε ο πατέρας της. Μα όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελά. Ένα ατύχημα έβαλε λουκέτο στο μαγαζί κι έκαψε κόπους ετών. Τα έξοδα έτρεχαν κι η Χαρά έψαξε για δουλειά. Για λίγο είπε μέχρι να συνέλθω, μέχρι να επουλωθούν τα εγκαύματα. Και μετά ήρθε η κρίση και το “για λίγο” έγινε “για πάντα”».

«Βίο ανθόσπαρτο μας ευχήθηκαν οι λιγοστοί φίλοι που ήρθαν στο γάμο. Και ήταν. Τουλάχιστον στην αρχή. Ζούσαμε τον απόλυτο έρωτα. Παντού, κάθε στιγμή της μέρας. Με όλη τη δύναμη της ψυχής και του κορμιού μας. Κι έπειτα ήρθε η πρώτη αποβολή. Και μετά η δεύτερη. Κι έπειτα η τρίτη. Εγώ μαράζωνα, κι εκείνος δίπλα μου να μου κρατά το χέρι, να υπομένει τα ξεσπάσματά μου. Κι ήταν τα δικά του χέρια που κλήθηκαν να κάνουν καθημερινά την ένεση της ελπίδας. Εκείνα τα χέρια που κάποτε έσφιγγαν τους μηρούς μου με πάθος και που δούλευαν νύχτα μέρα για να γίνουμε γονείς. Και το παιδί που τόσο λαχταρούσα ήρθε. Και μαζί υποχρεώσεις και έγνοιες που δεν είχα φανταστεί. Στα 28 ήμουν πλέον πρώτα μητέρα και μετά ερωμένη. Έπρεπε πρώτα να σκεφτώ εκείνο, και μετά εκείνον».

«Νιώθω λίγος. Εκείνη εργάζεται σκληρά, κι εγώ δηλώνω οικοκυρικά. Ναι, μια νοικοκυρούλα χαρωπή έχω γίνει 5 χρόνια τώρα. Ζω στη σκιά της, ζω με τον κόπο της. Κι εκείνο το ενοίκιο που παίρνω από το μαγαζί φτάνει ίσα ίσα για να συντηρώ τον εαυτό μου. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι τι να σκέφτεται για μένα. Τι να λέει στους συναδέλφους της. Άραγε λέει; Φοβάμαι τις ανείπωτες σκέψεις της, όλα όσα μπορεί να νιώθει και τα κρύβει από συμπόνια. Εκείνη στα 37 πιο όμορφη από ποτέ, κι εγώ 45, άνεργος, βάρος στη γυναίκα που ήθελα να κάνω “βασίλισσα”. Ναι, χαίρομαι που μεγάλωσα το γιο μου, αλλά τώρα μεγάλωσε και δεν με έχει ανάγκη, όπως κανείς δεν έχει ανάγκη έναν ανειδίκευτο. Κι όχι, δεν είναι ο εγωισμός που μιλά. Ούτε έχω καμιά διάθεση αυτολύπησης. Απλά κουράστηκα. Πέρασαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια κι εγώ μια σταθερή δουλειά δεν βρήκα. Του ποδαριού μονάχα και για λίγο. Προσπαθώ, μα κάθε προσπάθεια πέφτει στο κενό. Μια από δω, μια από κει κι έπειτα τίποτα… Με ρωτά πως ήταν η μέρα μου σαν γυρνά απ’ τη δουλειά. Πώς να πήγε κλεισμένος σ’ ένα διαμέρισμα πάνω από ένα νεροχύτη, με μια σκούπα στα χέρια; Όχι, δεν ξέρεις πως είναι να περισσεύεις. Πως είναι να προσδοκάς τη μέρα που θα είσαι εσύ αυτός που θα πάρει στο παιδί σου το παιχνίδι που ζητά. Τη μέρα που θα γυρίσεις σπίτι κουβαλώντας ψώνια εσύ, και όχι η γυναίκα σου. Εγώ θα’ πρεπε να είμαι ο κουβαλητής. Όχι εκείνη. Το καταβαίνεις;».


«Τον αγαπώ τον Γιάννη. Ποτέ δεν έπαψα να τον αγαπώ κι ας μην είμαστε όπως πρώτα. Με έμαθε να παλεύω για τα θέλω μου, να μην αφήνω κανέναν και τίποτα να μου τα κλέψει. Δεν άφησε στιγμή το χέρι μου κι ας ήταν αυτός που κλήθηκε να μείνει πίσω. Θέλησα να συνεχίσω τις σπουδές μου, δεν είπε όχι. Θέλησα να κάνω μεταπτυχιακό, δεν έφερε αντίρρηση. Έκανε τα όνειρά μου δικά του κι έγινε για χάρη μου η μάνα του παιδιού που λαχταρούσα. Νύχτα, μέρα, χειμώνα, καλοκαίρι. Για λίγο ακόμα, έλεγε, μέχρι να τα καταφέρει το κοριτσάκι μου. Κι όμως, θα μπορούσε να με κρατήσει σπίτι και να γυρίσει στη νύχτα που τόσο καλά ήξερε. Είχε τόσους φίλους άλλωστε να τον βοηθήσουν. Αλλά ήμουν εγώ αυτή που ποτέ δεν τον ενθάρρυνα. Βολεύτηκα βλέπεις για να μην αυξηθούν οι δικές μου υποχρεώσεις. Κάποιος έπρεπε να μένει με το παιδί κι εγώ είχα κοπιάσει τόσο για τη θέση μου στην εταιρεία. Άλλωστε, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα πρέπει να είναι ο άντρας αυτός που δουλεύει και η γυναίκα να μένει στο σπίτι».

«Πριν μήνες την ρώτησα αν είναι ευτυχισμένη, αν μ΄αγαπά ακόμα. Χρειάστηκε χρόνο για να σκεφτεί. Και τελικά απλά χαμογέλασε. Κι αυτή η θύμηση με συγκλονίζει ακόμα. Με ρωτά γιατί με παίρνει ο ύπνος τελευταία στον καναπέ. Γιατί ντρέπομαι για ΜΕΝΑ, αλλά με τι λόγια να το πω; Δεν αντέχω να δώσω όλες τις απαντήσεις που έχω στο μυαλό μου. Φοβάμαι μην ανοίξω τους ασκούς του Αιόλου. Όχι, δεν θέλω να τη χάσω, αλλά φοβάμαι πως τα πνευμόνια μου πλέον δεν γεμίζουν με αρκετό αέρα. Για όλους είμαι ο κύριος που ξεπροβοδίζει το πρωί την κυρία και που το βράδυ μαζεύει τα πιάτα από το τραπέζι, είμαι αυτός που κάθεται όσο η γυναίκα μου δουλεύει. Ήθελα να καμαρώνει για μένα, να με θαυμάζει. Κι εκείνη κι ο γιος μου… Στη ζωή, έλεγε η μάνα μου, πως παίρνει κανείς ο,τι διαπραγματεύεται. Εγώ τι διαπραγματεύτηκα;».

«Με ρώτησε αν είμαι ευτυχισμένη, αν τον αγαπώ, κι εγώ χαμογέλασα. Θεώρησα τόσο περιττή την ερώτηση και τόσο αυτονόητη την απάντηση. Η αγάπη δεν μας παρατάει σύξυλους να φύγει. Είναι λέξη μεγάλης αντοχής, όπως είπε κάποιος. Κι εγώ δεν έχω λόγο να μην τον αγαπώ. Στενοχωριέμαι που ξημερώνει στον καναπέ, που χάνεται το βλέμμα του στο άπειρο. Και φοβάμαι πως είμαι εγώ αυτή που έσβησε η φλόγα του για μένα, για την ίδια τη ζωή, και τώρα ο καπνός από τα αποκαΐδια με πνίγει. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι είναι ανεπαρκής, αλλά και ποτέ δεν είπα ένα «ευχαριστώ» για όλα όσα κάνει για μας. Και δεν είναι ούτε η ηλικία του, ούτε τα προσόντα του, όπως λέει. Φταίει που εκεί έξω δεν υπάρχουν δουλειές. Από την άλλη κι εγώ δεν προσπάθησα να τον βοηθήσω. Ακόμα και τότε χρειαζόμουν άτομο στο γραφείο για εξωτερικές δουλειές, δεν τον πρότεινα για να μην το φέρω σε δύσκολη θέση. Ξέρω πως δεν είναι λογικό, δεν είναι σωστό, αλλά με φαντάζεσαι να είμαι το αφεντικό του; Νόμιζα πως το να αναλάβει όλες τις ευθύνες του σπιτιού, αρκεί. Και ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου ως στήριγμα δικό του. Όχι. Εκείνος είναι το δικό μου. Είναι ο γονιός που με έδιωξε, ο πατέρας κι η μάνα του παιδιού μου, είναι όλα όσα θα έπρεπε να είμαι εγώ. Η φροντίδα, η αγκαλιά της παρηγοριάς, το στοργικό φιλί του γονιού, το χάδι του έρωτα. Χωρίς τη δική του υπομονή, τη δική του δύναμη δίχως ίχνος εγωισμού, δεν θα είχα τίποτα απ’ όσα έχω. Ούτε καν τον γιο μου» .

Η Χαρά άφησε το φως του ήλιου να πλημμυρίσει το σαλόνι και φίλησε τον Γιάννη στο μάγουλο, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τα ανάκατα μαλλιά του.
– Σ’ ευχαριστώ.
– Για ποιο πράγμα;
– Που ήρθες στη ζωή μου. Που είσαι η ζωή μου.

Φεύγοντας άφησε ένα σημείωμα στο τραπέζι. Ένα σημείωμα, σαν εκείνα που άφηνε εκείνος, σαν έφευγε κάποτε τα βράδια για δουλειά.

Στις πιο δύσκολες στιγμές
στις μεγάλες διαδρομές
έχω εσένα
Κι όταν θέλω μια αγκαλιά
ένα χάδι, δυο φιλιά
έχω εσένα, μόνο εσένα…