TheBluez.gr » 💓 The RedHotBluez » Ήταν μια φορά

Ήταν μια φορά

Ξαπλωμένοι και οι δύο στον κορμό του δέντρου, χάζευαν αγκαλιά τα αστέρια στον ουρανό. Ήταν το αγαπημένο του μέρος. Ένα μικρό άλσος, λίγο πιο έξω από την πόλη που έμεναν. Ο παράδεισός του. Χάνεται κάθε φορά μέσα στο πράσινο των πεύκων και των βελανιδιών. Ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο – αν αυτό μπορεί ποτέ να γίνει εφικτό – καθώς χαζεύει τα αγριολούλουδα και τους θάμνους. Εκεί πήγαινε κάθε φορά που ήθελε να γλιτώσει από το ξύλο του πατέρα του. Εκεί πήγαινε όταν ήθελε να γλιτώσει από την κακία του κόσμου. Ήταν το προσωπικό του καταφύγιο.

Εκεί μπορούσε να είναι ελεύθερος. Αποδεσμευμένος από τα «πρέπει» της μητέρας του, από την υποκρισία της κοινωνίας. Έβαζε τα ακουστικά στα αυτιά του και χανόταν στις κραυγές της Black Metal. Μακριά από τα βλέμματα του κόσμου, ντυμένος στα μαύρα και με  «corpse – paint», το βάψιμο του νεκρού, άσπρο πρόσωπο με μαύρα μάτια, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του. Δαίμονες που εμφανίζονταν από παντού. Στο σπίτι, στο σχολείο, στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Δαίμονες που δεν τον άφηναν να βγάλει προς τα έξω όλα αυτά που είχε μέσα στην ψυχή του. Δαίμονες που του είχαν νεκρώσει την ψυχή.

Πόσες φορές δεν είχε σκεφτεί να βαφτεί έτσι και να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ζωντανούς – νεκρούς. Πόσο θα διέφερε άραγε από όλους αυτούς που λένε ότι ζουν;  Όλοι «νεκροί» είναι. «Νεκροί» μέσα σε έναν ατέρμονο αγώνα επιβίωσης. Έναν αγώνα για λεφτά, δόξα, φήμη. «Νεκροί» μέσα σε μία κοινωνία που μοναδικός σκοπός της είναι η ικανοποίηση του «εγώ». Σε μία κοινωνία που έχει απολέσει την ανθρωπιά. Αδιαφορία, υποκρισία, ωχαδερφισμός και εξόντωση επικρατούσε παντού. Από την μικρή του πόλη μέχρι τις πρωτεύουσες του πλανήτη.

Ο κόσμος όδευε στην καταστροφή. Αν ακόμα δεν είχε φτάσει σε αυτήν. Κρίση λέγανε οικονομική. Όμως, η κρίση ήταν περισσότερο ηθική. Όλες οι αξίες είχαν ξεφτίσει. Ακόμα και αν γινόντουσαν φιλανθρωπικές ενέργειες, ακόμα κι αν γινόντουσαν κινήσεις βοήθειας προς τους έχοντας ανάγκη, ήταν συνήθως κινήσεις εντυπωσιασμού. Μακριά το πρόβλημα από εμάς, κι όπου θέλει ας είναι. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που πραγματικά ενδιαφερόντουσαν για τον συνάνθρωπό τους. «Νεκροί» ήταν οι περισσότεροι. «Νεκροί» όπως αυτός.  Απλά αυτός θα έβγαζε τη νεκρική ψυχή του και προς τα έξω. Δεν θα υποκρινόταν ότι ζει, όπως όλοι οι άλλοι.

«Εμμονή με τον θάνατο» του είχε πει ο ψυχίατρος. Όμως, τι μπορούσε και αυτός να καταλάβει από όλα αυτά που τον «σκότωναν». «Ερωτευμένος» με τον θάνατο. Χρόνια πάλευε με την κατάθλιψη. Χρόνια προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την κακία των άλλων. Χρόνια προσπαθούσε να βρει κάποια να τον αγαπήσει. Με έναν πατέρα που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το ποτό και το ξύλο, και με μία μητέρα «θρησκόληπτη», κολλημένη στο «γράμμα» της Αγίας Γραφής, έγινε ένα παιδί εσωστρεφές, ντροπαλό, ανίκανο να αναπτύξει οποιαδήποτε υγιή σχέση. Έγινε ένας ενήλικας μισός, κενός, ευνουχισμένος. Ανίκανος να εκφραστεί, να «πατήσει» πόδι, να αντισταθεί. Του είχαν κλέψει τον αέρα και δεν μπορούσε να ανασάνει.

«Τι μαλακίες είναι αυτές που μαγείρεψες πάλι;», φώναζε ο πατέρας του όποτε δεν του άρεσε το φαγητό και πέταγε το πιάτο στο πάτωμα της κουζίνας. Και η μητέρα του, με τον σταυρό στο χέρι προσευχόταν και δεχόταν αγόγγυστα τα χτυπήματά του. «Έλα εδώ ρε κωλόπαιδο, να μου βγάλεις τα παπούτσια» του φώναζε τα βράδια που γυρνούσε μεθυσμένος από τις ταβέρνες και τον κλωτσούσε στα πλευρά την ώρα που έσκυβε εκείνος να του τα βγάλει. Και έβγαινε το ζωνάρι από το παντελόνι και προσγειωνόταν στην πλάτη του. Ένα μαρτύριο ζούσε. Ένα μαρτύριο που τον συνόδευε παντού.

Και η μητέρα; Η μητέρα με τις προσευχές, τα δεν πειράζει, τα «Έτσι κάνουν οι άντρες» και την διαστρεβλωμένη ερμηνεία του σεβασμού, της αγάπης και της συγχώρεσης που δίδασκε η πίστη της, υπέμενε τα πάντα. «Μην μιλάς. Σεβασμός στους γονείς σου λένε οι εντολές του Θεού». «Έχει δίκιο ο πατέρας σου. Δεν πρέπει να του αντιμιλάς. Τίμα τον πατέρα σου λένε οι εντολές του Θεού». Κάθε φορά που πήγαινε να διαμαρτυρηθεί, ερχόταν ως απάντηση και μία εντολή του Θεού. Και εκείνος προσπαθούσε να κατανοήσει ποιος είναι εκείνος ο Θεός που λέει ότι πρέπει ο πατέρας να μεθοκοπάει, να ουρλιάζει και να δέρνει. Αλλιώς του τα λέγανε στο σχολείο. Άλλον Θεό του παρουσίαζαν, καλό, φιλεύσπλαχνο, γιατί η μητέρα του έκανε τόσο λάθος;

Η κατάθλιψη δεν άργησε να του χτυπήσει την πόρτα. Κλείστηκε στον εαυτό του, δεν μιλούσε σε κανέναν και απλά υπέμενε όλα όσα συνέβαιναν στο σπίτι του, προκειμένου να αντέξει. Από τις πρώτες τάξεις του σχολείου δέχτηκε τα πειράγματα, τις κοροϊδίες και το ξύλο των συμμαθητών του. «Φρικιό», «Ανώμαλε», «Αδερφή» ήταν τα πιο «ευγενικά» επίθετα με τα οποία τον στόλιζαν οι συμμαθητές του. Στην εφηβεία η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη και ο ίδιος έπεφτε όλο και πιο πολύ στην κατάθλιψη. Τότε ήταν που γνώρισε την Black Metal και μέσα από τους στίχους της και την μουσική της ένοιωθε να λυτρώνεται. Ναι, γιατί η Black Metal δεν ήταν απλά μία μουσική με κραυγές χωρίς νόημα. Για εκείνον η Black Metal ήταν μία κραυγή απόγνωσης και αγωνίας. Μία κραυγή σωτηρίας.

Σε μία τέτοια συναυλία είχε γνωρίσει και εκείνη. Έναν χρόνο πριν. Με μαύρα ρούχα αυτός, αρβύλες στρατού, περικάρπιο με καρφιά και αλυσίδες στο λαιμό. Με χρωματιστό φόρεμα και πάνινα παπούτσια εκείνη. Αμέσως του τράβηξε την προσοχή, καθώς ήταν η παραφωνία μέσα στη μαυρίλα του πλήθους. Και ενώ όλοι γύρω της χτυπιόντουσαν και αποθέωναν το συγκρότημα που βρισκόταν στη σκηνή, εκείνη στεκόταν απλά και κοίταζε το σκηνικό που θύμιζε νεκροταφείο. Την παρατηρούσε και όλο και μεγάλωνε η απορία του τι γύρευε ένα άνθος μέσα σε μια καμένη γη. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Η αύρα της τον είχε μαγέψει. Το χαμόγελό της τον είχε σαγηνεύσει.

Σκεφτόταν πώς να την πλησιάσει, πώς να της μιλήσει, πώς να τη γνωρίσει. Αλλά όσα σενάρια και να έκανε στο μυαλό του, την ίδια στιγμή τα απέρριπτε. Μα, πώς ήταν δυνατόν ένα τέτοιο πλάσμα να γυρίσει να τον κοιτάξει. Πάλι ο φόβος και ο δισταγμός έκαναν την εμφάνισή τους. Πάλι κλείστηκε στον εαυτό του και δεν έκανε το πρώτο βήμα. Μέχρι που η μοίρα αποφάσισε να κάνει αυτή την κίνησή της. Ένα απότομο σκούντημα από κάποιον και εκείνη βρέθηκε στην αγκαλιά του.

«Συγνώμη. Με σπρώξανε», του φώναξε.

«Δεν πειράζει. Είσαι καλά; Χτύπησες;», της απάντησε και της πρόσφερε το πιο όμορφο χαμόγελό του.

Και έτσι ξεκίνησε η γνωριμία τους. Μίλησαν λίγο ακόμα μετά το τέλος της συναυλίας και έδωσαν ραντεβού για καφέ την επόμενη μέρα στο στέκι της. Όλο το βράδυ την σκεφτόταν και μετρούσε τις ώρες μέχρι το απόγευμα της επομένης. Αποσβολωμένος έμεινε να την κοιτάζει μόλις την είδε να περιμένει μπροστά στην είσοδο της καφετέριας. Στο φως της ημέρας ήταν ακόμα πιο όμορφη, πιο γλυκιά. Ήταν ένας άγγελος.

Χαιρετήθηκαν, φιλήθηκαν σταυρωτά και μπήκαν μέσα. Η αμηχανία των πρώτων λεπτών χάθηκε αμέσως και άρχισαν να μιλάνε για τους εαυτούς τους. Εκείνος δεν είχε να πει και πολλά. Αρκέστηκε στα τυπικά, ηλικία, σπουδές, ενδιαφέροντα. Δεν ήθελε να της μαυρίσει την ψυχή. Και μετά την άφησε να μιλάει. Ήθελε να μάθει τα πάντα για αυτήν. Ήθελε να την ακούει. Να την χαζεύει, να την θαυμάζει και να την ακούει.

Και εκείνη του μίλαγε, του χαμογελούσε και χωρίς να το καταλάβει τον έβγαζε από την μιζέρια του. Η ίδια, όπως του είπε, δεν άκουγε αυτού του είδους τη μουσική, είχε πάει μόνο και μόνο για χάρη της παρέας της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί οι νέοι να είναι τόσο απαισιόδοξοι. Γιατί να τα βλέπουν όλα σκοτεινά και μαύρα. Η ζωή είναι ένα μοναδικό δώρο που δεν πρέπει να το σπαταλάμε σε θλιβερές σκέψεις και ακόμα πιο θλιβερές πράξεις. Όσα προβλήματα και να έχουμε, πρέπει να στεκόμαστε όρθιοι απέναντί τους. Τίποτα δεν είναι ικανό να μας λυγίσει. Μας λυγίζει μόνο ό,τι αφήνουμε εμείς να μας λυγίσει, του έλεγε και εκείνος απλά της χαμογελούσε.

Ο καφές τελείωσε, η ώρα πέρασε και έδωσαν ραντεβού για την επόμενη μέρα. Και την μεθεπόμενη, και την επόμενη μετά. Μέχρι που, μετά από ένα μήνα, επιχείρησε να τη φιλήσει. Και εκείνη ανταποκρίθηκε με ένα πάθος που του έλεγε «Μα, τι περίμενες τόσο καιρό;». Η σχέση ξεκίνησε δειλά – δειλά, επιφυλακτικά. Κυρίως από μέρους του. Γιατί ο φόβος της δέσμευσης και της απογοήτευσης στη συνέχεια, υπήρχε ακόμα μέσα του.

Όμως, εκείνη κατάφερνε σιγά – σιγά και με υπομονή να σπάει τα τούβλα του τοίχου που είχε στην καρδιά του. Και άρχισαν να περνάνε καλά. Εκείνη η χαρά της ζωής, η αισιοδοξία προσωποποιημένη. Εκείνος πιο μελαγχολικός, σκοτεινός, η απαισιοδοξία προσωποποιημένη. Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον με έναν τρόπο μαγικό. Με έναν τρόπο ακατανόητο για όλους τους άλλους. Με το χαμόγελό της και την αγάπη της είχε καταφέρει να διώξει τις μαύρες σκέψεις του θανάτου από το μυαλό του.

Ναι, γιατί λίγο πριν εμφανιστεί στη  ζωή του φλέρταρε με την αυτοκτονία. Τίποτα δεν τον γέμιζε, τίποτα δεν το ικανοποιούσε. Το μόνο που του έφερνε ευχαρίστηση ήταν όταν έκανε ότι και ο αγαπημένος του τραγουδιστής. Έθαβε τα ρούχα του για να σαπίσουν και τα φορούσε μετά για να έχει την μυρωδιά του θανάτου πάνω του. Αυτοτραυματιζόταν για να δει πώς είναι να νοιώθεις τον θάνατο να πλησιάζει. Με απόγνωση συνειδητοποιούσε ότι οι ψυχοθεραπείες και τα αντικαταθλιπτικά δεν του πρόσφεραν τίποτα. Μέχρι που ήρθε εκείνη στη ζωή του και ανέτρεψε τα πάντα.

Όλα αυτά σκεφτόταν εκείνη την στιγμή που την κρατούσε αγκαλιά και ένα αχνό χαμόγελο έσκασε στα χείλη του. Ήταν η πρώτη φορά που την πήγαινε στο καταφύγιό του. Ένοιωθε πλέον την ανάγκη να της γνωρίσει και το τελευταίο προσωπικό του οχυρό. Το τελευταίο κομμάτι της καρδιάς του που κράταγε μόνο για τον εαυτό του. Είχε έρθει η ώρα να της δοθεί ολοκληρωτικά.

Ένα αεράκι φύσηξε, τα φύλλα των δέντρων άρχισαν να κουνιούνται και ένα ανατριχιαστικό γρύλισμα ακούστηκε πίσω από τους θάμνους. Εκείνη αναρίγησε και τον αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά.

«Φοβάσαι;», τη ρώτησε καθώς τα δάχτυλά του άγγιζαν απαλά τον λαιμό της και κατέβαιναν αργά και σταθερά την πλάτη της.

«Ναι» του απάντησε εκείνη και σφίχτηκε ακόμα πιο δυνατά επάνω του.

«Ξέρεις τις ιστορίες που ακούγονται για αυτό το μέρος;», τη ρώτησε με τη γλώσσα του να την ακουμπάει απαλά και αισθησιακά στο αυτί.

«Ναι. Τελετές σατανισμού. Επίκληση του Σατανά. Νεκρά ζώα και πεντάλφες», του απάντησε.

«Και; Φοβάσαι μήπως μας συμβεί τίποτα;», τη ρώτησε χαϊδεύοντας τα ακροδάχτυλά της.

«Σου είπα ότι φοβάμαι. Και απορώ γιατί ήρθαμε εδώ».

«Εδώ, γλυκιά μου, είναι το καταφύγιό μου. Εδώ έρχομαι όταν θέλω να ηρεμήσω. Να αδειάσω από όλα αυτά που κατακρεουργούν το ‘είναι’ μου. Μέσα στη σιγαλιά του δάσους, κάτω από τα φύλλα των πλατάνων, με μοναδικό φως το φεγγάρι, έρχομαι σε επαφή με εμένα. Σκοτώνω ότι φρικιαστικό με ακολουθεί. Σκοτώνω κάθε σκέψη που με οδηγεί στο τέλος. Σκοτώνω κάθε σκιάχτρο που στοιχειώνει τη ζωή μου».

«Έχεις καταφέρει να σκοτώσεις τον θάνατο της ψυχής σου;», τον ρώτησε καθώς έστρεψε το πρόσωπό της προς το δικό του.

«Εγώ όχι. Εσύ το κατάφερες. Κατάφερες να φέρεις το χρώμα στη ζωή μου, μάτια μου», της είπε και τη φίλησε απαλά στα χείλη.

«Σε παρακαλώ», του ψιθύρισε, «Βγάλε κάθε τι κακό από το μυαλό σου. Δεν θέλω να ακούσω τίποτα φρικιαστικό. Είμαι εδώ για να σε βγάλω από το σκοτάδι» και του ανταπέδωσε το φιλί.

«Όχι αγάπη μου. Δεν θα σου πω τίποτα φρικιαστικό. Απόλαυσε το φως της πανσελήνου που πέφτει πάνω στα μελιά σου μάτια και τα κάνει να μοιάζουν με δυο κεχριμπαρένιες χάντρες.

Κοίταξε ανάμεσα στους θάμνους και άκουσε τα ξωτικά που κολυμπούν μέσα στο νερό. Αφουγκράσου την ελπίδα που είχε φύγει όλα αυτά τα χρόνια και με σένα επέστρεψε ξανά.

Άκου τη θλίψη που με είχε κυριεύσει και το αίμα μου που ζητούσε διαφυγή μέσα από ένα σώμα κενό.

Νοιώσε τα συναισθήματά μου, πόνος και μίσος μαζί, αγάπη και έρωτας μαζί. Όλα αυτά που ανακατεύονται μέσα μου και έχουν φύγει για πάντα. Όλα αυτά που με έκαναν να πιστεύω ότι πέθανα.

Όμως, όχι, Αγάπη μου. Δεν πεθάναμε. Απλά δεν είχα ζήσει ποτέ πριν συναντηθούμε»*.

Έβγαλε το Mp3, της έβαλε το ένα ακουστικό στο αυτί, έβαλε το άλλο στο δικό του και πάτησε το play.

Και την έκανε για άλλη μία φορά δική του. Κάτω από το φως του φεγγαριού. Με τη μουσική και τους στίχους του αγαπημένου του τραγουδιού να τους συνοδεύουν στο αιώνιο ταξίδι της ένωσης.

* Παράφραση των στοίχων του τραγουδιού Burzum – Det Som Engang Var

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου

«H ζωή μου μια βόλτα». Όχι η ταινία του Παπακαλιάτη αλλά η ζωή μου πραγματικά. Γεννημένη στην Καλαμάτα, καταγωγή και από Κομοτηνή, με πατέρα λιμενικό όργωσα όλη την Ελλάδα. Και καθώς μου αρέσουν τα ταξίδια είπα να συνεχίσω την παράδοση και παντρεύτηκα λιμενικό.
Καλαμάτα, Αστάκο, Ληξούρι, Πάτρα, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη (φοιτήτρια), Καστέλι Χανίων, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Άγιος Νικόλαος και μάλλον εμένα είχαν στο μυαλό τους οι Lokomondo όταν έγραφαν το τραγούδι «Οδύσσεια». Σεργιάνι στην Ελλάδα, σεργιάνι στην ψυχή μου, σεργιάνι μέσα από χαρτί και μολύβι. Ρίξαμε άγκυρα, λοιπόν, για όσο πάει στον Άγιο Νικόλαο στην Κρήτη και ασχολούμαι με την μεγάλη μου αγάπη. Το βιβλίο. Από το νηπιαγωγείο «διάβαζα» μέσω της μαμάς. Και από τότε μέχρι σήμερα διαβάζω. Και από τότε μέχρι σήμερα ταξιδεύω με τις λέξεις. Και πριν λίγο καιρό άρχισα τα ταξίδια μου αυτά να τα μοιράζομαι μαζί με άλλους.
Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου

Latest posts by Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου (see all)

1 σκέψη για το “Ήταν μια φορά”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *