Ίντου δε τουάιλάιτ ζόουν

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ξυπνάς.
Κοιτάς την ώρα και κουνάς το ξυπνητήρι πέρα δώθε μήπως είναι μεθυσμένο και τα δείχνει όλα λάθος. Όχι, γαμώτο, είναι ακόμη 04:55. Εσύ θες να κοιμηθείς ξανά και να βυθιστείς σ’ εκείνο το όνειρο που σε έδειχνε στην κορυφή του Everest να αγναντεύεις το Άλφα του Κενταύρου αλλά η κύστη σου διαμαρτύρεται και σου λέει “κατούρα τώρα ή θα πω σε όλους ότι κατουριόσουν πάνω σου μέχρι και την Β’ Δημοτικού”. Δεν έχεις άλλη επιλογή, υπακούς.

Σηκώνεσαι. Σκοτάδι παντού. Περνάς απ’ το σαλόνι κι ένα αεράκι μπαίνει από ένα ξεχασμένο, ανοιχτό παράθυρο, αλλά βαριέσαι οικτρά να πας να το κλείσεις. Φτάνεις στην τουαλέτα, ανακουφίζεσαι, ακουμπάς το χέρι στο κρύο πλακάκι, τινάζεις πίσω το κεφάλι λες και φτάνεις σε οργασμό, σκουπίζεσαι, ντύνεσαι, βγαίνεις. Δεν φυσάει αεράκι πια. Αν ήταν Κυριακή ξημερώματα κι είχες κοπανήσει 6 μπίρες και 13,4 σφηνάκια δεν θα σε ένοιαζε καν. Τώρα όμως σου μπαίνουν ψύλλοι στ’ αυτιά.
Έκλεισε κανείς το παράθυρο;
«Αγάπη μου, εσύ το έκλεισες;» φωνάζεις προς το σαλόνι και το σαλόνι απαξιεί να σου απαντήσει. Η αγάπη σου έχει φύγει εδώ και πολύ καιρό (με τον Γιώργο) κι έχει πάει διακοπές στο Μπαλί (πάλι με τον Γιώργο). Μπαίνεις στο σαλόνι, ελέγχεις τον χώρο, σκοντάφτεις στο τραπεζάκι του σαλονιού, φεύγουν 2-3 παναγίες από το στόμα σου, η πόρτα είναι κλειδωμένη, όλα καλά, ήρθε η ώρα να ξανακοιμηθείς.
Μπαίνεις στο δωμάτιο και μένεις στήλη άλατος. Τώρα το παράθυρο του δωματίου σου είναι ανοιχτό, το παράθυρο που πριν ΔΕΝ ήταν, κι ένα ελαφρύ αεράκι κάνει τις κουρτίνες να χορεύουν μπροστά σου. Κάνεις δύο βήματα, τρέμει το φυλλοκάρδι σου, σκέφτεσαι όλα τα θρίλερ που έχεις δει στο σινεμά, φαντάζεσαι δολοφόνους με πριόνια, τσεκούρια και χαρτοκόπτες να στέκονται απ’ έξω, φτάνεις στο παράθυρο και το κλείνεις με δύναμη.
Ο αέρας όμως είναι δυνατός, φυσάει μία τελευταία φορά, οι κουρτίνες ανασηκώνονται και τότε τον βλέπεις.
Και παγώνεις.
Ο άντρας με το κοστούμι και τον χαρτοφύλακα.
Δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθείς τώρα με τίποτα.

Είχες ακούσει τις φήμες από συναδέλφους, από φίλους στο Internet, διάβασες φόρουμ, διάβασες posts, διάβασες και τον Τσελεμεντέ, όλα μιλάνε για τον τύπο με το κοστούμι και τον χαρτοφύλακα. Ο “Κοστουμάτος” τον έχουν ονομάσει κι όλοι έχουν παρόμοιες, τρομακτικές εμπειρίες. Είτε πρωί, είτε μεσημέρι, είτε νύχτα, κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο τύπος μπροστά τους και τους κοιτούσε χωρίς να κάνει καμία κίνηση. Χαρακτηριστικά του δεν μπόρεσε να δει κανείς, όλοι οι κοστουμάτοι έμοιαζαν μεταξύ τους, όλοι κρατούσαν έναν σκουρόχρωμο χαρτοφύλακα και έβγαζαν μία ανατριχιαστική αύρα.
Μοιράζεσαι κι εσύ την εμπειρία σου στο Internet, ξεκινάνε όλοι να σχολιάζουν, να συμφωνούν, να σε συμβουλεύουν («Ρώτησα την γιαγιά μου από το κάτω Αλεποχώρι, βάζεις στην είσοδό σου λίγο ρίγανη, θυμάρι και σέλερι μαγειρεμένα σε χαμηλή φωτιά, τα πασπαλίζεις με καρύδα, χτυπάς και μία κρέπα, κι ο τύπος δεν θα σε πλησιάσει ποτέ»), να σου λένε ότι πρέπει να πας στην αστυνομία («όχι, είναι δικός τους, είναι πείραμα της κυβέρνησης, είναι εξωγήινος και στον χαρτοφύλακα κρύβει το τελευταίο CD της Βέρα Λάμπρου»), να επικρατεί ένας χαμός.
Και μόνο ένας τύπος φαίνεται να λέει «Ρε, παιδιά, μήπως ο άνθρωπος χρειάζεται οδηγίες; Έχει σκεφτεί κανείς να τον πλησιάσει και να τον ρωτήσει;»
Το facebook τρελαίνεται, angry and sad reactions only, τον λένε τρελό, τον λένε παλαβό, τον λένε παρανοϊκό. Κανείς δεν φαίνεται να συμμερίζεται αυτήν την ιδέα κι εσύ κλείνεις τον υπολογιστή απηυδισμένος.

Ξυπνάς πάλι.
Κοιτάς το ξυπνητήρι, το πετάς από το κομοδίνο, σιχτιρίζεις την ώρα και την στιγμή που μπήκες στο Internet. Η ώρα είναι 03:23 και δεν σε παίρνει ο ύπνος με τίποτα. Θα σέρνεσαι το πρωί στην δουλειά, θα μπεις στο γραφείο αργοπορημένος κι ο προϊστάμενός σου θα σε κοιτάξει με ύφος «Ήθελες άδεια το καλοκαίρι, καριολάκι; ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΘΑ ΣΕ ΠΑΕΙ», θα του κοπανήσεις το πληκτρολόγιο στο κεφάλι, θα μπεις φυλακή κι όλα αυτά για έναν μαλάκα με ένα χαρτοφύλακα.
Σηκώνεσαι, πας στο σαλόνι, βάζεις λίγο χυμό φραγκοστάφυλο που ήταν σε προσφορά από τα Lidl, αράζεις πολυθρόνα, ανάβεις τηλεόραση. Ας χαζέψω λίγο το φοβερό τηλεπαιχνίδι ο Κύβος για να κοιμηθώ, σκέφτεσαι και πέφτεις πάνω σε επανάληψη του Ρετιρέ. Χειρότερο κι από θρίλερ.
Περνάει μισή ώρα, δεν αντέχεις άλλο κιτσαριό των 90ς και κλείνεις την τηλεόραση. Και τότε πετάγεσαι πάνω, το ποτήρι με τον χυμό χύνεται στο πάτωμα, ξανασκοντάφτεις στο τραπεζάκι, κι άλλες παναγίες έχουν την τιμητική τους. Στην αντανάκλαση της οθόνης της τηλεόρασης είναι εκείνος.
Ο Κοστουμάτος.
Στέκεται πίσω από τον καναπέ σου, με το κοστούμι του, τον χαρτοφύλακά του και σε κοιτάει.
Απλά, σε κοιτάει.
Δεν κουνιέσαι, σηκώνεις το χέρι, τον δείχνεις με το ένα χέρι όσο με το άλλο κλείνεις το στόμα σου, δεν μπορείς να καταπιείς, η καρδιά σου παίζει solo drums, έχεις παγώσει και περιμένεις απλά το τέλος.
Ο τύπος κάνει ένα βήμα μπροστά.
Εσύ δεν κάνεις τίποτα.
Εκείνος κάνει ακόμα ένα βήμα κι αρχίσει να διακρίνεται η φιγούρα του στο μισοσκόταδο.
Εσύ δεν κάνεις τίποτα.
Βλέπεις ένα τεράστιο χαμόγελο και δύο καστανά μάτια να σε κοιτούν. Υψώνει τον χαρτοφύλακα και κρύβεις το προσωπό σου ντροπιασμένος γιατί θα βρουν το πτώμα σου και μαζί του τα συλλεκτικά τεύχη του “Καρουζέλ” που μάζευες στο Γυμνάσιο, βγάζει ένα φυλλάδιο από τον χαρτοφύλακα και στο προτείνει.
Περιμένεις το τέλος.


«Καλησπέρα σας, μήπως έχετε λίγο χρόνο να μιλήσουμε για την Herbalife?»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook