Ήταν περασμένες 11 όταν ο Στρατής χτύπησε την πόρτα της Βασιλικής. Όταν εκείνη του άνοιξε, διέκρινε ίχνη από βιαστικά στεγνωμένα δάκρυα.
– Πάλι κλαις; Τι είπαμε;
– Άσε με μωρέ Στρατή, αφού ξέρεις…
– Καλά άσε τα κλάματα τώρα, ήρθαν οι άλλοι;
– Ο Βασίλης είναι εδώ και ο Παναγιώτης. Μου έστειλε μήνυμα και η Δέσποινα, έρχεται, α αυτή θα είναι, χτυπάει το κουδούνι κάτω.

Ο Στρατής μπήκε στο διαμέρισμα, η Βασιλική δεν έκλεισε την πόρτα, έμεινε να περιμένει την γυναίκα που ανέβαινε με το ασανσέρ. Χαιρετήθηκαν εγκάρδια και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.

Τι παράξενη παρέα. Τίποτα άλλο δεν τους έδενε, πέρα από το ότι ήταν και οι πέντε γείτονες. Στην ίδια πολυκατοικία η Βασιλική με τον Βασίλη, παραδίπλα σε μια μονοκατοικία ο Στρατής, ο Παναγιώτης είχε μια καφετέρια σε έναν δρόμο παραπάνω και η Δέσποινα έμενε ένα στενό πιο πέρα μέχρι που μετακόμισε πριν καμιά δεκαριά μέρες μακριά, σε άλλη συνοικία. Μα την σημερινή συνάντηση δεν την έχανε. Με τίποτα. Κι ας έμενε πια μισή ώρα δρόμο μακριά.

Παράταιρες και οι ηλικίες και τα ενδιαφέροντα τους! Η Βασιλική ήταν 59 χρονών, χωρισμένη με έναν γιο μεγάλο, παντρεμένο. Εισοδηματίας, μοντέρνα γυναίκα, με μεγάλα πράσινα μάτια, πολυταξιδεμένη, ευκατάστατη και ιδιαίτερα κομψή. Ο Βασίλης ήταν 27 χρονών. Κομπιουτεράς, όλη μέρα χωμένος σε υπολογιστές, οθόνες, κώδικες. Πανύψηλος, θηριώδης, πολύ εύσωμος. Συζούσε με την κοπέλα του, μια πανέμορφη κοπέλα σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο τρίτος της παρέας, ο Στρατής, ήταν μουσικός. Δίδασκε κιθάρα και έπαιζε κιόλας σε μουσικές σκηνές για νυχτοκάματο. 41 ετών, παντρεμένος, είχε 3 κόρες, χρεωμένος μέχρι το λαιμό σε τράπεζες, κοιμόταν λίγο, δούλευε πολύ για να τα βγάλει πέρα και να μην τους πάρει η τράπεζα το σπίτι.

Ο Παναγιώτης είχε το καφέ, λίγο πιο πάνω από το σπίτι της Βασιλικής. Γυμνασμένο παλικάρι, φανατικός οπαδός της υγιεινής τροφής και της σωματικής άσκησης, 33 χρονών. Η Δέσποινα, η τελευταία που μπήκε στο σπίτι, ήταν 24 χρονών. Έμενε με τους γονείς της μέχρι πριν λίγες μέρες, που νοίκιασε ένα σπίτι μόνη της. Αστυφύλακας ήταν, στην ασφάλεια του αεροδρομίου. Μόλις είχε σχολάσει από τη βάρδια της, είχε ένα σακ βουαγιάζ μαζί της, πήγε στο δωμάτιο της Βασιλικής να αλλάξει ρούχα, να βγάλει τη στολή της.

Ασύνδετες προσωπικότητες οι πέντε τους. Χωρίς πολλά κοινά. Η αλήθεια ήταν πως δεν ήταν καν φίλοι. Και όμως. Τους έδενε μια μεγάλη απόφαση. Και μια μεγάλη αγάπη.

Η Βασιλική είχε ένα μαστίφ ναπολιτάνο. Γιγάντιο σκυλί, πραγματικά! Την Ίρμα. 5 χρόνια, τα δυο θηλυκά, γυναίκα και σκύλος, ήταν αχώριστα. Παιδί της υπολόγιζε η Βασιλική την Ίρμα. Και η αλήθεια είναι πως μόνο που δεν την είχε γεννήσει, όπως τον γιο της τον Αχιλλέα, που εξίσου λάτρευε το σκυλί της μάνας του.

Ο Βασίλης, ο θηριώδης κομπιουτεράς, είχε ένα ημίαιμο λαμπραντοράκι που του είχε δώσει ένας φίλος του, τον Μπόζο! Ήταν πολύ διστακτικός να πάρει άλλο ζώο μετά τον θάνατο από γηρατειά του Ξέρξη, του αγαπημένου του λύκου. Μα το Λενιώ ήθελε. Και ότι ήθελε η Ελένη, ήταν ΝΟΜΟΣ για τον Βασίλη. Και έτσι πήραν τον Μπόζο, που ήταν μόνο 6 μηνών κούταβος και τους έβγαζε την Παναγία στις βόλτες και στο σπίτι μέσα τα έκανε όλα άνω κάτω, μα η Ελένη γελούσε και από το καροτσάκι της μάζευε τα μαξιλάρια του καναπέ και τα ριχτάρια που έριχνε ο σκυλάκος στο παιχνίδι του.

Ο Στρατής δεν είχε ζώα.

Ο Παναγιώτης είχε στο καφέ του καμιά 10ριά γάτες που τάιζε και 2-3 αδέσποτα σκυλιά. Ένα από αυτα τα αδέσποτα, τον Axl τον είχε πάντα μαζί του, όπου πήγαινε. Στο σπίτι, το μαγαζί, σε εκδρομές, σε παρέες. Ο Axl ήταν η μασκότ της γειτονιάς, όλοι τον ήξεραν, όλοι τον χαιρετούσαν και ο 7χρονος πρώην αδέσποτος, νυν άρχοντας, αγνώστου ράτσας και προέλευσης γούσταρε και απολάμβανε τα χάδια. Κυρίως των κοριτσιών.

Η Δέσποινα είχε μια σιαμέζα, την Σακίρα, που της έκαναν δώρο οι γονείς της (μετά από πολλά παρακάλια) όταν η κοπέλα ήταν 15 χρονών. Η συγκεκριμένη γάτα δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι, μόνο στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, όπου έμεναν, έβγαινε, λιαζόταν, παρατηρούσε τους περαστικούς και μετά γυρνούσε και άραζε με τις ώρες, κοιμόταν στην πολυθρόνα του παππού της Δέσποινας που από τότε που πέθανε ο κυρ-Δημητρός, η γατούλα γουργούριζε σαν κάποιο αόρατο χέρι να τη χάιδευε εκεί. Βλέπεις, ο κυρ-Δημητρός είχε άνοια και όλη μέρα στην πολυθρόνα του κοιτούσε το άπειρο ενώ το χέρι του το είχε πάντα πάνω στην Σακίρα. Της έστρωνε τη γούνα. Μηχανικά. Καταλάβαινε; Ποιος ξέρει. Πάντως η γάτα, τον “έβλεπε” κι ας είχαν περάσει 3 χρόνια.

– Σταμάτα βρε, τι είπαμε; μάλωσε μαλακά ο Παναγιώτης την Βασιλική που δε μπορούσε πια άλλο να κρατήσει τα δάκρυα της.
– Δε μπορώ βρε αγόρι μου, δε μπορώ. Μου λείπει τόσο! ξέσπασε η Βασιλική και έπεσε στη αγκαλιά του παλικαριού που πάλευε να κρατήσει κι αυτός τα δάκρυα του.

Κανείς δε μιλούσε. Όλοι θυμόντουσαν.

——-

Ο Βασίλης εκείνη τη μέρα, πριν 3 μήνες, είχε βγάλει μόνος του βόλτα τον Μπόζο, η Ελένη ήταν αδιάθετη και είχε ξαπλώσει. Ο σκυλάκος έκανε σα τρελός, τραβούσε το λουρί, να τα μυρίσει όλα, να τα κατουρήσει όλα! Ως συνήθως! Χτύπησε το τηλέφωνο του Βασίλη, κάποιος σέρβερ είχε πέσει και προσπάθησε να δώσει λύση από το τηλέφωνο, δεν έδινε μεγάλη προσοχή στο κουτάβι, που κάτι βρήκε και έχωσε τη μουσούδα του. Ο Βασίλης είχε γυρισμένο το κεφάλι, όσο το σκυλί μασουλούσε αυτό που βρήκε. Κάνα δίλεπτο είχε αλλού την προσοχή του ο άντρας. Όταν γύρισε είδε πως το σκυλί είχε κάτι στο στόμα του, τον τράβηξε και προχώρησαν τη βόλτα τους. Λίγα λεπτά αργότερα το κουτάβι άρχισε να κάνει εμετό αίμα. Έτρεμε και του έφευγαν κόπρανα και ούρα. Ξεψύχησε στο αμάξι, λίγα μέτρα μακριά από το κτηνιατρείο.

O Παναγιώτης την ίδια μέρα που πήγε να ανοίξει το μαγαζί, δεν θα την ξεχάσει ποτέ. Στην είσοδο του μαγαζιού, 5-6 νεκρές γάτες από εκείνες που τάιζε και τα 3 σκυλιά. Τρελάθηκε. Τόσο που δεν έδωσε προσοχή στον Axl, που πήγε για τη βόλτα του όσο το αφεντικό του μάζευε πεθαμένα ζώα από την πόρτα του. Λίγη ώρα αργότερα και αφού είχε μαζευτεί κόσμος και είχε κληθεί και η αστυνομία, κάποιος είπε στον Παναγιώτη πως λίγο πιο κάτω, ψυχορραγούσε άλλο ένα σκυλί. Με την ψυχή στο στόμα έτρεξε ο Παναγιώτης τον Axl στον κτηνίατρο που έδωσε μάχη για να σώσει το ζωντανό. Τον πρόλαβαν. Μα το ζωάκι δεν ήταν ποτέ πια το ίδιο. Υποτονικό, ημίτυφλο, μια σκιά του εαυτού του. Λίγο καιρό αργότερα ο Παναγιώτης αναγκάστηκε να του κάνει ευθανασία, λόγω επιπλοκών της φόλας.

Η Βασιλική έβγαλε ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ μέσα από το στόμα της Ίρμας ένα κομμάτι κιμά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μα το σκυλί είχε προλάβει και είχε καταπιεί άλλο ένα. Που είχε κομμάτια γυαλί μέσα, δεν άντεξε η Βασιλική. Λιποθύμησε με το που είδε να ξεψυχάει στα χέρια της το ζωντανό της. Είχαν περάσει 3 μήνες. Ακόμα έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή η γυναίκα για να αντιμετωπίσει το σοκ και τη θλίψη της. Τις νύχτες κοιμόταν στον καναπέ της με ανοιχτή τηλεόραση, βάσανο ο ύπνος, γεμάτος εφιάλτες.

Ο πατέρας της Δέσποινας βρήκε την Σακίρα στο μπαλκόνι, νεκρή. Το ζώο δεν είχε πληγές, δεν ήταν άρρωστο πιο πριν,  ήταν μια χαρά πριν λίγες ώρες! Αποφάσισαν να κάνουν νεκροψία στο ζώο. Βρέθηκε δηλητηριασμένο. Κάποιος είχε πετάξει φόλα στο μπαλκόνι τους, στον πρώτο όροφο.

Ο Στρατής κοιμόταν το πρωί που τον πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του από το ασθενοφόρο με λυγμούς και κραυγές. Είχε γυρίσει 5 το πρωί από το νυχτερινό μαγαζί που έπαιζε κιθάρα, στον ύπνο του επάνω δεν καταλάβαινε καλά τι συνέβη. Έφυγε σα τρελός για το νοσοκομείο. Εκεί τον ενημέρωσαν πως το μικρότερο από τα διδυμάκια του, η δίχρονη Στέλλα έπρεπε να διασωληνωθεί. Το παιδί έπαιζε στην παιδική χαρά. Έσκυψε, έβαλε στο στόμα του αυτό που βρήκε κάτω, δεν το πρόλαβε η μάνα που κυνηγούσε το άλλο παιδί, η φόλα πέρασε στο αίμα του παιδιού σε λίγα λεπτά. Παραλίγο να το χάσουν το παιδί. Δυο εβδομάδες στην εντατική, πάνω από ένα μήνα στο νοσοκομείο. Οι γιατροί ενημέρωσαν τους γονείς πως επιπτώσεις του δηλητήριου στα ζωτικά όργανα του μωρού, ίσως εμφανίζονταν και μετά από χρόνια. Θα ζούσαν στην αγωνία για πολύ καιρό ακόμα.

Από τις ειδήσεις είχε μάθει η Δέσποινα για το παιδί που έφαγε φόλα, την ίδια περίοδο που έχασε και η ίδια τη γάτα της. Ρώτησε συναδέλφους της στο τμήμα της περιοχής και από εκεί έμαθε και για τις άλλες περιπτώσεις. Όλα τα ζώα είχαν δηλητηριαστεί την ίδια περίοδο και οι ιδιοκτήτες τους είχαν κάνει μήνυση κατά αγνώστων. Η νεαρή κοπέλα επισκέφτηκε και τους δυο κτηνιάτρους της περιοχής. Πράγματι, πάρα πολλά κρούσματα μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ζώα δεσποζόμενα και αδέσποτα, γάτες, σκυλιά, ακόμα και πουλιά, σε αυλές, κήπους και δρόμους, είχαν βρεθεί νεκρά. Δεν χωρούσε αμφιβολία. Κάποιος είχε βαλθεί να “καθαρίσει” την γειτονιά από ζώα. Και παραλίγο να στείλει και παιδί στον άλλο κόσμο. Δυστυχώς από όλα τα περιστατικά, μόνο 5 άνθρωποι τα είχαν δηλώσει στο τμήμα. Ο Παναγιώτης, ο Βασίλης, η Βασιλική, η ίδια η Δέσποινα και ο Στρατής, του οποίου η περίπτωση επειδή αφορούσε άνθρωπο κινήθηκε αυτεπάγγελτη διαδικασία.

Ο καιρός περνούσε όμως και ο ένοχος δεν βρισκόταν. Τότε αποφάσισε η Δέσποινα να επικοινωνήσει με αυτούς που είχαν δηλώσει τις δηλητηριάσεις στην αστυνομία. Βρήκε τα τηλέφωνα τους και όλοι συναντήθηκαν πρώτη φορά στο μαγαζί του Παναγιώτη.

Επί 3 μήνες οι 5 αυτοί άνθρωποι συναντιόντουσαν συστηματικά. Σκέφτονταν, σχεδίαζαν. Νύχτα μέρα δούλευαν στο μυαλό τους αυτό που είχαν αποφασίσει.

Το σχέδιο χρηματοδότησαν η Βασιλική και ο Παναγιώτης. Ο Βασίλης με τον Στρατή και την Δέσποινα έστησαν ασύρματες κάμερες μπαταρίας, τις οποίας παρακολουθούσαν από υπολογιστή που δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Τις έκρυψαν σε απρόσιτα σημεία περιμετρικά σε όλη τη γειτονιά. Η Ελένη του Βασίλη παρακολουθούσε νυχθημερόν από τον υπολογιστή, όλο το υλικό.

Τις πρώτες μέρες απογοητεύτηκαν. Κανένα στοιχείο του ανθρώπου που έβαζε φόλες. Μα ήξεραν πως ήταν νωπά ακόμα τα προηγούμενα περιστατικά και ειδικά ο σάλος που είχε ξεσπάσει με το παιδί του Στρατή. Μα, αργά η γρήγορα, όποιος το είχε κάνει, θα ήθελε να το ξανακάνει. Ήταν σίγουροι γι’ αυτό. Άνθρωπος που φτάνει σε σημείο να φολιάσει ζώο σε μπαλκόνι, δεν θα σταματούσε τόσο απλά. Ήξεραν πως αντλούσε ευχαρίστηση από αυτό. Σύντομα θα ήθελε πάλι να σκορπίσει τον θάνατο.

Ένα βράδυ, λίγο μετά τις 12 τη νύχτα, ενώ ο Βασίλης κοιμόταν, η Ελένη παρακολουθούσε με προσήλωση όλα τα σημεία που είχαν στήσει κάμερες. Και τότε τον είδε. Ένας άντρας σχετικά μικρόσωμος, με γκρι ζακέτα φόρμας και γκρίζα μαλλιά, αφού κοίταξε προσεκτικά να δει αν έρχεται κανείς, άφησε κάτι σε μια γωνία. Μια κάμερα τον έπιασε να κάνει το ίδιο λίγα στενά πιο πέρα. Πίσω από κάδους σκουπιδιών, πίσω από δέντρα, έξω από το σχολείο. Η κοπέλα ξύπνησε τον Βασίλη που έτρεξε στα σημεία που είχε περάσει ο άντρας. Πράγματι είχε αφήσει φόλες, είχε πλάσει μπιφτέκια. Τις μάζεψε όλες και την επόμενη μέρα κάλεσε και τους υπόλοιπους να δουν τα βίντεο. Είχαν τον άνθρωπο τους.

Η πρώτη σκέψη ήταν να βγουν με την φωτογραφία του ανθρώπου αυτού στη γειτονιά, να ρωτάνε ποιος τον έχει δει, ποιος τον ξέρει. Λογικά εκεί κοντά θα έμενε. Η σκέψη αυτή απορρίφθηκε σύντομα. Αν τον έψαχναν φανερά, τότε θα τους ταύτιζαν μαζί του. Αυτό ήθελαν να το αποφύγουν. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να προσπαθήσει η Δέσποινα να τον εντοπίσει μέσω του τερματικού της αστυνομίας. Άντρες ηλικίας 60-70 ετών που είχαν βγάλει ταυτότητα στο τμήμα της περιοχής. Αν ήταν τυχεροί, ο άνθρωπος τους θα είχε βγάλει εκεί ταυτότητα, πρόσφατη ώστε να τον αναγνωρίσουν από τη φωτογραφία. Μικρή η πιθανότητα, μα δεν είχαν άλλη επιλογή.

Ώρες ατελείωτες έψαχνε η Δέσποινα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην κινήσει υποψίες από συναδέλφους της σχετικά με το τι ψάχνει. Ήταν πολύ δύσκολο. Εν τέλει, κατέληξε σε 3 άνδρες. Έδειξε τις φωτογραφίες από τις ταυτότητες τους στους άλλους 4, κανείς δεν έμοιαζε πολύ με τον άνδρα από το βίντεο, μα δεν είχαν άλλη λύση. Έπρεπε από κάπου να ξεκινήσουν.

Ο πρώτος άνδρας που ήταν και εκείνος που έμοιαζε περισσότερο με τον τύπο που έψαχναν, έμενε κοντά στο πάρκο, όπου είχε δηλητηριαστεί το μωρό του Στρατή. Θα μπορούσε να είναι αυτός. Κάλεσαν στα στοιχεία επικοινωνίας που βρήκε η Δέσποινα από ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο. Προσποιήθηκαν φίλο του κυρίου Πέτρου, αλλά ο γιος του τους ενημέρωσε πως ο πατέρας του έλειπε εκτός Ελλάδος, στον Καναδά, όπου είχε γεννήσει η σύζυγος του άλλου γιου του.

Ο δεύτερος άνδρας που έμοιαζε στην εμφάνιση με αυτόν που έψαχναν και ταίριαζε ηλικιακά, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα επικοινωνίας. Βρήκαν όμως μία γυναίκα με το ίδιο μικρό όνομα με το όνομα μητρός εκείνου που αναζητούσαν και το ίδιο επίθετο οπότε συμπέραναν πως ίσως ήταν η κόρη του και έψαξαν το τηλέφωνο της. Πράγματι, η γυναίκα ήταν η κόρη του, της είπαν πως ήταν από τον ΟΤΕ για μία προσφορά στο όνομα του πατέρα της, εκείνη όμως τους ζήτησε ενοχλημένη να μην ξαναπάρουν επειδή ο πατέρας της ήταν χρόνια κατάκοιτος σε κλινική.

Για τον τελευταίο άνδρα δεν ήταν πολύ αισιόδοξοι. Δεν έμοιαζε και πολύ στη φωτογραφία της ταυτότητας, ήταν παλιά φωτογραφία. Σκέφτηκαν να μην πάρουν τηλέφωνο, αντ’ αυτού αποφάσισαν να πάνε από τη διεύθυνση που είχαν βρει από την καρτέλα της ταυτότητας. Την πρώτη μέρα μπόρεσε να πάει ο Παναγιώτης, περίμενε ώρες κρυμμένος μα δεν εμφανίστηκε κανείς. Τη δεύτερη μέρα ο Στρατής, πάλι τζίφος. Την τρίτη μέρα πήγε η Βασιλική. Παρκάρισε το αμάξι της πιο μακριά από την είσοδο του σπιτιού του ανθρώπου και έμεινε εκεί 4 ώρες. Περιμένοντας. Ήταν γύρω στις 6 το απόγευμα όταν βγήκε αυτός. Η Βασιλική πετάχτηκε έκπληκτη, παραλίγο να χτυπήσει στην οροφή του αμαξιού. Δεν έμοιαζε με τον άνθρωπο στην ταυτότητα, μα έμοιαζε εκπληκτικά με τον άνθρωπο στα βίντεο με τις φόλες. Ήταν ο άνθρωπος τους. Πολύ πιο γερασμένος από τότε που είχε βγάλει το δελτίο, στο τμήμα. Τον είχαν βρει.

———–

– Έτοιμοι; Όλοι; Ρώτησε ο Βασίλης τους άλλους 4, εκείνη τη μέρα στο σπίτι της Βασιλικής.
Όλοι έγνεψαν καταφατικά. Φορούσαν μαύρα ρούχα, και είχαν στις τσέπες τους γάντια. Ήταν ώρα.

Είχαν μάθει πια τις συνήθεις του ανθρώπου, τον είχαν παρακολουθήσει στενά. Ήταν κηπουρός. 62 ετών. Είχε πρόσβαση σε ουσίες που χρησιμοποιούνταν σε φυτά, μα ήταν τοξικά για ανθρώπους και ζώα. Όλες οι φόλες που έφτιαχνε περιείχαν φυτοφάρμακα και σπασμένα γυαλιά. Ήταν παντρεμένος με νοσοκόμα. Έβγαινε και έριχνε φόλες στη γειτονιά, κάθε φορά που η γυναίκα του είχε νυχτερινή βάρδια. Κάθε φορά γύρω στις 2μιση τη νύχτα.

Εκείνο το βράδυ η θερμοκρασία είχε πέσει πολύ, φυσούσε πολύ και ο ουρανός ήταν κατασκότεινος, κρυμμένα τα αστέρια και το φεγγάρι. Οι δρόμοι άδειοι. Ο Βασίλης από την προηγούμενη μέρα είχε μαζέψει τις κάμερες. Δεν τις χρειάζονταν πια. Κατέστρεψε και το υλικό τους.

Ο Στάθης Φιλίππου ετοίμασε το μείγμα του. Ανακάτεψε βερφαρίνη με σπασμένα γυαλιά και τις αγαπημένες του ουσίες, που μόνο εκείνος ήξερε τη σύνθεση τους, μετά από χρόνια δοκιμών σε ζώα. Από μικρό παιδάκι στο χωριό έφτιαχνε με ψωμάκι φόλες για τα αδέσποτα. Άλλα χρόνια τότε, δεν χρειαζόταν να κρύβεται, τα διώχνανε τα σκυλιά, τους τρώγανε τις κότες! Του είχε μάθει ο παππούς του πως να το κάνει, να είναι σίγουρο πως δε θα γλιτώσει το ζώο. Πέρασαν τα χρόνια, στην Αθήνα πια έπρεπε να προσέχει, βλέπεις πια όλοτς τους είχε πάρει ο πόνος για τα βρομόσκυλα και τα βρομόγατα. Εστίες μόλυνσης, θορύβου, στα διάλο όλα τους, δε τολμούσε να κάνει βήμα και τα έβλεπε μπροστά του, τα βγάζανε βόλτα, αμολάγανε τα σκατά τους παντού, οι γάτες ουρλιάζανε τις νύχτες δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Άρχισε να φτιάχνει τα “μπιφτεκάκια’ του πάλι και με μεγάλη προσοχή, τα έριχνε. Μόλις έφευγε η γυναίκα. Να μην ξέρει. Να μη τον δει κανείς.

Είχε άγρια χαρά εκείνο το βράδυ. Ήταν λίγος καιρός πάλι που είχε αρχίσει να ρίχνει φόλες στη γειτονιά, είχε σταματήσει για λίγο, μετά το επεισόδιο με το παιδί. Γαμώ τη μάνα του, του μπάσταρδου, ποιος ξέρει με ποιο γκόμενο μιλούσε η πουτάνα στο τηλέφωνο και δεν είδε το κωλόπαιδο που έφαγε τη φόλα, παραλίγο να τον εντοπίσουν τότε, είχε τρομάξει. Ευτυχώς κανείς δεν είχε φτάσει στα ίχνη του. Μα ακόμα και τότε, όταν άκουσε την είδηση στις ειδήσεις, ερεθίστηκε. Όπως τις φορές που έβλεπε ζώα να σπαρταράνε και είχε στύση. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε εκσπερματώσει πάνω σε ζώο που ψυχορραγούσε.

Φόρεσε την κουκούλα του μπουφάν του και βγήκε. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Κάπου κάπου άκουγε γάτες να ζευγαρώνουν “το τελευταίο σας θα είναι”, μουρμούρισε.

Περπάτησε μέχρι το πάρκο. Άφησε προσεκτικά ένα μπιφτέκι στο τοιχάκι δίπλα σε ένα παγκάκι. Προχώρησε προς το δασάκι, πίσω από τις κούνιες. Εκεί, μέσα στα δέντρα κρύβονταν συχνά γάτες. Άφησε και εκεί φόλες. Δεν ήθελε να βγει στον κεντρικό δρόμο, αποφάσισε να διασχίσει ένα στενό απόμερο μονοπάτι που έβγαζε κοντά στα σχολεία. Μέσα στη νύχτα δε φοβόταν. Είχε ήδη αρχίσει να νιώθει το όργανο του να πρήζεται στη σκέψη των πεινασμένων αδέσποτων που θα έτρωγαν τη “λιχουδιά” που είχε ετοιμάσει. Μετά θα πήγαινε σε αυλές και κήπους, εκεί ηθελε προσοχή, μην τυχόν έχουν κάμερες. Είχε το νου του όμως. Ίσως έριχνε και σε χαμηλά μπαλκόνια. Ήξερε ποιοι έχουν κατοικίδια σε διαμερίσματα. Τώρα εδώ, πιο κάτω… Μόλις έβγαινε από το αυτό το μονοπάτι.

Ένιωσε ένα χέρι στο λαιμό του. Μια κουκούλα του έκρυψε τα μάτια και του έκλεισε την αναπνοή. Έκανε να παλέψει μα ήταν πολλά τα χέρια που τον κρατούσαν, προσπάθησε να φωνάξει μα του έκλεισαν το στόμα. Τον έριξαν κάτω και ένιωσε έναν οξύ πόνο από τακούνι στον καβάλο, σχεδόν τον διαπέρασε. Άλλη μια φορά, Ξανά και ξανά. Μια γροθιά στα πλευρά, δεν μπορούσε να κουνηθεί τον πατούσαν στο λαιμό, μια κλοτσιά στο πρόσωπο ξανά. Χέρια έψαχναν το μπουφάν του, σκέφτηκε πως ήταν κλέφτες, μα μέσα στο μπουφάν είχε μονάχα φόλες.

– ΠΟΙΟΙ ΕΙΣΤΕ ΑΛΗΤΕΣ!!!! ΒΟΗΘ…

Με το που άνοιξε το στόμα του, ένιωσε τη γεύση του κιμά. TΟΥ ΔΙΚΟΥ ΤΟΥ ΚΙΜΑ. Έκανε να τον φτύσει μα του έκλεισαν τη μύτη και του έσπρωξαν το μείγμα μέσα στο φάρυγγα. Του έβαλαν ένα μπουκάλι νερό στο στόμα και πίεσαν το πλαστικό, νερό χύθηκε στο στόμα του Στάθη και παρέσυρε στον οισοφάγο και κομμάτια κιμά. Ξανά και ξανά. Χτυπιόταν να ξεφύγει, να φωνάξει, μα κάθε προσπάθεια είχε ως αποτέλεσμα να του βάζουν κιμά στο στόμα και να τον αναγκάζουν να καταπιεί. Έχανε τις δυνάμεις του. Ένιωσε οξύ πόνο να του καίει τα σωθικά, ο πόνος ήταν φρικτός, ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε δύναμη. Ένιωσε να πνίγεται στον ίδιο του τον εμετό από αίμα, άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα, έχασε τον έλεγχο της ουροδόχου κύστης του. Όλα ήταν θολά πια, εκτός από τον πόνο. Τον ανυπόφορο πόνο. Τον πόνο που του έσκιζε το κορμί. Ήθελε να ουρλιάξει, να ζητήσει έλεος, μα κανένα έλεος δεν του προσφερόταν πια. Παρακαλούσε να μην αργήσει ο θάνατος, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕ ΑΛΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ.

Πριν κλείσει τα μάτια του για πάντα, πριν αφεθεί να ξεψυχήσει, πρόλαβε και είδε ένα ζευγάρι πράσινα μάτια. Παγωμένα. Απόκοσμα.

“ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΡΓΙΟΛΗ”

 

 

*Το παρόν διήγημα είναι προϊόν μυθοπλασίας.

 

Πώς μπορουμε να σώσουμε ένα ζώο από φόλα