Άνοιξε τα μάτια του και τεντώθηκε πάνω στα μπανανόφυλλα. Οι φωνές της τον είχαν κόψει πάνω στο καλύτερο όνειρο. Ήταν, λέει, ανάμεσα σε κάτι γκομενάκια με φούστες από χόρτο που του χόρευαν γυμνόστηθες. Εκείνος κάπνιζε χόρτο (από το άλλο, του θεού) και χαμογελούσε ευτυχισμένος. Σκύβει ένα γκομενάκι ηλιοκαμένο σαν πολύσπορο φρατζολάκι και…
«Αδαμάντιεεεεεε! Αδαμάντιεεεεεεε! Ξυπνά καλέ μου να πας για κανένα ψαράκι. Μόνο χουρμάδες και καρύδες έχουμε…»
«Βρε Ανθούλα μου, βρε ψυχή μου, χίλιες φορές στο έχω πει. Διαμαντής μανίτσα μου. Πάλι με τον Μεγάλο ήσουν και σε ζάλισε στα κυριλάτα;»
«Εκείνος φροντίζει μόνο για το καλό μας, χαρά της ζωής μου!»
«Φυσικά και είμαι η χαρά της ζωής σου. Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω; Εγώ, εσύ, η μαϊμού, τα δέντρα και εκείνο το καταραμένο φίδι που όλο σε τριγυρίζει… Τι θέλει το φίδι από σένα Ανθούλα;»
«Ζηλεύει το αγοράκι μου;»
«Τι να ζηλέψω μωρή από το σιχαμένο ερπετό με την διχαλωτή γλώσσα;»
«Μην το πεις… αυτή η γλώσσα μπορεί να κάνει θαύματα!»
«Ε; Ναι… μπορεί. Τι να σου πω κι εγώ;»
«Τι να μου πεις βρε; Κάθε βράδυ στον ύπνο σου όλο αγκομαχητά είσαι! Τι κάνεις στον ύπνο σου που δεν κάνεις σε μένα;»
«Πάω για κανένα ψάρι. Πείνασα..

Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες του Διαμαντή και της Ανθούλας στο Χέβεν. Όπου Χέβεν, ένα μέρος ονειρεμένο, καταπράσινο, με πανέμορφα χρωματιστά λουλούδια, πεντακάθαρη γαλάζια θάλασσα και όλων των ειδών τα φρούτα και τα ζώα. Ζούσαν όλοι αρμονικά μεταξύ τους. Κανένας δεν ενοχλούσε τον άλλον. Ο αέρας τραγουδούσε ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων, τα πουλιά ακολουθούσαν την μελωδία του και τα λουλούδια χόρευαν χαρούμενα στο πέρασμά του. Μόνο ένα πρόβλημα υπήρχε. Το ζευγάρι βαριόταν. Πολύ! Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. Ούτε έναν φίλο δεν είχε ο Διαμαντής να δουν μαζί ποδόσφαιρο, να πιουν μπύρες και να βρίσουν, ούτε άλλη γυναίκα να λουκουμαδιάσουν. Τίποτα. Μόνο την Ανθούλα είχε. Δεν έπρεπε να έχει παράπονο. Το γυναικάκι του ήταν μπάνικο και ζουμερό, τον αγαπούσε πολύ και τον κοιτούσε στα μάτια. Αλλά, αγοράκι ήταν κι αυτός. Ήθελε να βάλει και σε άλλη κλειδαριά το κλειδί του. Να βιδώσει και σε άλλη τρύπα την βίδα του. Να βάλει και σε άλλο ρουθούνι το δάχτυλό του. Όλο και πιο αραιά την έβαζε κάτω την Ανθούλα, όλο και πιο πρόχειρα. Μα εκείνη είχε μάτια μόνο για εκείνον. Όχι πως υπήρχε κανένας άλλος δηλαδή, αλλά και να υπήρχε, Διαμαντής και ξερό ψωμί. Κι ας ονειρευόταν νύχτες όλο πάθος κάτω από την πανσέληνο. Κι ας ήθελε χάδια που θα έβαζαν φωτιά στο κορμί της.

Έφαγαν τα ψαράκια τους, ήπιαν γάλα καρύδας κι ο Διαμαντής έπεσε για ύπνο, ευελπιστώντας πως θα δει πάλι τις χορεύτριες με τις χορταρένιες φούστες. Η Ανθούλα κίνησε να πάει την απογευματινή της βόλτα στο δάσος και να μαζέψει μούρα και φράουλες. Περνάει τις μεγάλες καλαμιές, τις ανθισμένες κερασιές και φτάνει στην μεγάλη μηλιά. Κατακόκκινα μήλα κρέμονταν από τα κλαδιά της. Η φλούδα τους γυάλιζε στο φως και το άρωμά τους της έσπαγε τη μύτη. Οι οδηγίες του Μεγάλου ήταν ξεκάθαρες. Δεν έπρεπε ποτέ να φάνε μήλο. Τι κι αν ένα μήλο την ημέρα, τον γιατρό έκανε πέρα, μπορούσαν μόνο να κοιτάνε χωρίς να αγγίζουν. Βγάζει έναν βαθύ αναστεναγμό και κάνει να φύγει. Ξαφνικά κάτι ακούει…
«Χσσσσσσσσσς, χσσσσσσσσσς…»
«Εσύ είσαι πάλι βρε φίδι; Τι θέλεις πια κι όλο με ακολουθείς;»
«Χσσσσσσσσσσς… εγώ σε ακολουθώ ή εσύ έρχεσαι συνέχεια εδώ, στο σπίτι μου;»
«Όχι βρε φίδι, από εδώ είναι το πέρασμα για τις φράουλες…»
«Ναι, αλλά οι φράουλες δεν έχουν γίνει ακόμα…»
«Ευτυχώς που μου το είπες! Άδικα θα έκανα τόσο δρόμο…»
«Ανθούλα, δεν αφήνεις τα σάπια μεταξύ μας; Γιατί δεν με αφήνεις να σε ακουμπήσω λίγο;»
«Πας καλά ρε; Κι ο Διαμαντής;»
«Ποιος μωρέ; Αυτός ο παπάρας; Από ποτέ έχει να σε ακουμπήσει;»
«Ναι αλλά… δεν είναι σωστό!»
«Λίγο, λίγο μόνο θα στην ακουμπήσω την ουρίτσα μου!»

Κατέβηκε από το δέντρο και άρχισε να ανεβαίνει στο πόδι της. Έσφιγγε και άφηνε το μπούτι της και τής κοβόταν η ανάσα. Σήκωσε το φύλλο συκιάς που κρεμόταν από την κοιλιά της και με την διχαλωτή του γλώσσα άρχισε να ταλαιπωρεί το κερασάκι της. Δωσ´ του αναστεναγμούς και βογκητά η Ανθούλα, και τι μου κάνεις φίδι μου, και ΟΦΗ ΟΦΗ σ´ αγαπώ και να ´χει ξεριζώσει όλη την πρασινάδα τριγύρω. Κι εκεί που έχει χάσει το φως της, εκεί που γκρεμίζεται ο κόσμος της όπως τον ήξερε…
«Ανθούλα, θα κάνεις κάτι για μένα;»
«Πες το κι έγινε φίδι μου!»
«Πάρε το μήλο μου και βάλ´ το στο στόμα σου… τύλιξέ το με τη γλώσσα σου!»
«Μα… ο Μεγάλος;»
«Εγώ είμαι ο Μεγάλος! Εγώ είμαι! Πέσ´ το δυνατά!»
«Εσύ! Εσύ! Εσύ είσαι ο Μεγάλος! Ο τεράστιος!»
«Δάγκωσε το μήλο μου Ανθούλα… τώρα!»

Χρατς! Τα κάτασπρα δόντια της έκοψαν ένα χορταστικό κομμάτι. Τα ζουμιά του μήλου πλημμύρισαν το στόμα της και η γλύκα του την ζάλισε. Πριν προλάβει να σκεφτεί τι έχανε τόσα χρόνια, ο ουρανός συννέφιασε, μαύρισε. Κεραυνοί άρχισαν να σκάνε γύρω της, κι εκείνη τρομαγμένη έτρεξε προς την καλύβα τους. Βρήκε τον Διαμαντή να πηδάει την μαϊμού και να μην έχει πάρει χαμπάρι.

«Διαμαντή! Διαμαντή τι συμφορά μας βρήκε!»
«Όχι βρε Ανθούλα μου και συμφορά… να σου εξηγήσω… η μαϊμού ήρθε να μας φέρει μπανάνες και…»
«Ποια μαϊμού; Ποιες μπανάνες; Χανόμαστε!»

Κοιτάει γύρω του σαστισμένος. Οι κεραυνοί έπεφταν ο ένας πίσω από τον άλλον και έκαιγαν τα πάντα. Φλόγες παντού, ο ουρανός μαύρος και η γη σκιζόταν και άνοιγε.
«Τι έκανες μωρή κακούργα; Έφαγες το μήλο; Λέγε πριν σου δώσω τα άντερά σου να τα φας!»
«Ίσα που το δοκίμασα Διαμαντή μου… μα τον Μεγάλο!»
«Να αφήσεις τον Μεγάλο ήσυχο! Ενα πράγμα μας ζήτησε κι εσύ…»
«Κι εσύ Διαμαντή μου! Κι εσύ! Μια χαρά την βάτεψες την μαϊμού…»
«Είπε μωρή τίποτα για μαϊμού; Δεν είπε!»

Κι όσο το ζευγάρι μάλωνε για πρώτη φορά, η γη άνοιγε κι από μέσα έβγαιναν κι άλλοι άνθρωποι. Μιλιούνια! Κι άρχισαν να κατασπαράζουν τους καρπούς των δέντρων, να σκοτώνουν τα ζώα και τα πουλιά και να τσαλαπατάνε τα λουλούδια. Μέσα από το δάσος ακουγόταν το φίδι να γελάει δυνατά. Ώσπου το γέλιο του, κόπηκε απότομα. Λίγο μετά ήταν ζώνη και τσάντα για την κυρία με την ουρά της αλεπούς στον λαιμό…