Η αλήθεια είναι πως έχω βαρεθεί να τον βλέπω. 20 χρόνια τώρα κοιμάμαι και ξυπνάω πλάι του. 20 χρόνια συν τα τέσσερα χρόνια σχέσης πριν παντρευτούμε.
Πόσο αδιάφορος έγινε με τα χρόνια… Βαριέμαι μέχρι και να τον κοιτάξω, πόσο μάλλον το να του μιλήσω. Μπαίνει στο σπίτι και χαιρετά μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού. Κάποτε μ’ ενοχλούσε, μα όχι πια. Καλύτερα έτσι μάλλον.

Παιδιά δεν κάναμε ποτέ. Χαμηλής κινητικότητας σπερματοζωάρια αυτός, αφιλόξενο περιβάλλον εγώ. Κάναμε πολλές προσπάθειες στα πρώτα δύο χρόνια αφού έγιναν οι διαγνώσεις. Μετά κάπου κουραστήκαμε, βαρεθήκαμε, ξενερώσαμε. Για παρένθετη μητέρα ή υιοθεσία ούτε λόγος. Ή δικά μας παιδιά ή τίποτα.

Τα τελευταία έξι χρόνια γυρνάει από τη δουλειά, χαιρετά με το χαρακτηριστικό του νεύμα, παρατάει τα πράγματα του μπροστά στην εξώπορτα και κάθεται να φάει με τη συνοδεία μισού λίτρου κόκκινο κρασί το λιγότερο. Το ένα ποτηράκι με το φαγητό για να βρέξει λίγο τα χείλη έγινε δύο, τα δύο τρία και ούτω καθεξής. Κι αν έλεγα τίποτα; Συνήθως σώπαζε, μα αν μου έκανε την τιμή να μου απευθύνει τον λόγο, άκουγα το γνωστό «τι σε πειράζει εσένα; Το δικό σου συκώτι καταστρέφεις; Ξέρω τι κάνω, παράτα με.» , γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι και κατεβάζοντάς το μονοκοπανιά κοιτώντας με προκλητικά.

Βαρέθηκα. Βαρέθηκα τη μεταξύ μας απόσταση κι αυτή την απαθή στάση του. Η ζωή του είναι το κρασί κι ο υπολογιστής. Σειρές, ταινίες, ενημερωτικά άρθρα και αλκοόλ. Α,ναι, κι ένα άδειο από συναισθήματα κορμί που ξαπλώνει δίπλα του τα βράδια. Όλα είναι καλά, αρκεί να ξαπλώνω δίπλα του τα βράδια.
Μία καλή κουβέντα δεν έχω ακούσει για τουλάχιστον 10 χρόνια. Φτιάχνω τα μαλλιά μου, περιποιούμαι τον εαυτό μου λίγο παραπάνω και το μόνο που ακούω είναι ένα κοροϊδευτικό «πώς είσαι έτσι;». Έχω μάθει πια να τον αγνοώ τις περισσότερες φορές, να προσπερνώ τα σχόλιά του, μα υπάρχουν κάποιες στιγμές που είμαι πιο ευάλωτη και τα λόγια του είναι σαν αγκάθια στην καρδιά.

Βγαίνω και δεν ρωτά που, με ποιον ή αν θ’ αργήσω. Μόνο όταν ξεμένει και είναι στουπί απ’ το κρασί θα πάρει τηλέφωνο για να πάω σε μία κάβα να πάρω καθώς γυρίζω. Στοιχηματίζω πως αν ήμουν μποτίλια κρασί θα με κοιτούσε, θα με φρόντιζε. Μπορεί και όχι. Επειδή είμαι εγώ. Μάλλον θα το έχανα αυτό το στοίχημα τελικά.

Κι αν ξενοκοιτά; Ούτε αυτό με ενδιαφέρει πια. Μακάρι να ξενοκοιτά, να με αφήσει εμένα στην ησυχία μου τα λιγοστά βράδυα του χρόνου που εκείνος παίρνει αυτό που θέλει, πολλές φορές με το ζόρι. Ευτυχώς κρατούσε πάντα λίγο αυτό το βάσανο. Τελείωνε και σηκωνόταν ευθύς αμέσως από πάνω μου και μου πέταγε ένα «σκούπισε τα μούτρα σου, πώς είσαι έτσι;». Λες και τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά μου ήταν ηδονής…

Τι περίμενα όμως; Πάντοτε τον εαυτό του κοιτούσε. Γι’ αυτό και δεν έχει πια φίλους. Αμφιβάλλω αν είχε, ποτέ, έστω έναν πραγματικό φίλο. Όσους έχει γύρω του τους κρατά καθαρά από συμφέρον και τίποτα παραπάνω.

Πόσες φορές σκέφτηκα να τον αφήσω… Πόσες! Μα δεν τολμώ. Φοβάμαι. Φοβάμαι πως θα μείνω μόνη μου. Φοβάμαι πως θα γεράσω και δεν θα έχω έναν άνθρωπο να πω μία κουβέντα. Λες και τώρα έχω! Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να βρω δουλειά. 50 χρονών πλέον και άνεργη 15 χρόνια τώρα. Φοβάμαι πως δεν θα τα βγάλω πέρα. Και το πιο βασικό; Φοβάμαι να πεθάνω μόνη μου…