Αδικαιολογήτως απών (III)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο 

«Δύο και νύχτωσε ρε μαλάκα… Δύο και νύχτωσε και ο άλλος μας έχει χρεώσει υπηρεσίες…» ψιθύρισε κάποιος μέσα στον στοιβαγμένο από φαντάρια θάλαμο.
«Σήκω μαλάκα γιατί είναι ο αρούγκανος ΑΥΔΜ σήμερα και δεν τον έχω όρεξη» μουρμούρισε κάποιος άλλος.
«Σοβαρέψου ρε Αναπλιώτη, δύο και ξημερώνει ρε φίλε» είπε ένας τρίτος.
«Έλα, μαλάκες, ξεκουβαλάτε. Άντε με τον ηλίθιο σήμερα που ‘θελε κάθε ώρα αλλαγές γιατί έχει κρύο! Μας έβαζε τ’ αρχίδι με μείον δεκάξι να βαράμε δίωρα και τώρα, έχει δήθεν και καλά κρύο. Άντε!» είπε ο Αναπλιώτης καθώς φορούσε τις αρβύλες του.
Έπεφτε για μέρες η βροχή που πάγωνε ό,τι άγγιζε. Όλο το στρατόπεδο γλιστρούσε. Ο πάγος σε συνδυασμό με την έλλειψη φωτισμού έκανε τα πράγματα χειρότερα για τους στρατιώτες που έπρεπε να βγουν μέσα στην νύχτα να κάνουν τις υπηρεσίες τους.
Δεκανέας αλλαγής εκείνο το βράδυ ήταν ο Μιχάλης ο Αναπλιώτης, ο παλιότερος στην μονάδα. Ένας γαλήνιος άνθρωπος που είχε αναλάβει την δουλειά του γραφέα κι απέφευγε τις κλίκες. Προσπαθούσε να ‘ναι δίκαιος μ’ όλους αλλά πολλές φορές δεν τον άφηνε η ίδια η υπηρεσία. Έπρεπε κι εκείνος να ακολουθήσει διαταγές.
Φόρτωσε την αρματωσιά και βγήκε έξω απ’ το θάλαμο για να κάνει τσιγάρο όσο ετοιμαζόντουσαν οι συνάδελφοί του για την αλλαγή των σκοπιών. Ατένιζε το παρατημένο γήπεδο στην απόσταση και το βουνό που βρισκόταν από πίσω. Θυμόταν το καλοκαίρι που ‘χε περάσει, το δροσερό καλοκαίρι, με τις μυρωδιές και την ξεγνοιασιά του. Ούτε πολύ υγρασία, ούτε πολύ ζέστη• ήταν μεγαλύτερες οι μέρες και λιγότερο καταθλιπτικές απ’ τις ασάλευτες μέρες του χειμώνα που δεν περνούσαν με τίποτα.
«Άντε ρε! Τέσσερεις και μισή πήγε!» φώναξε ο Μιχάλης μέσα στον θάλαμο. Άρχισαν να βγαίνουν οι φαντάροι σιγά – σιγά στο κρύο. Τους μέτρησε για να βεβαιωθεί πως ήταν όλοι εκεί. Πασίγνωστες οι κουρασμένες φάτσες που παράπαιαν από την αϋπνία και την κούραση, φάτσες που ο Μιχάλης δεν ξεχνούσε, όμως δεν ήταν σίγουρος για το κουρασμένο του μυαλό. «Πάμε να ξεμπερδεύουμε» μουρμούρισε κι ύστερα έφυγαν όλοι μαζί για το καθιερωμένο δρομολόγιο.
Τα χτυπήματα των άρβυλων πάνω στο παγωμένο χώμα ηχούσαν παράταιρα μέσα στην σιγαλιά της νύχτας. Άφησε τον πρώτο σκοπό ο Μιχάλης κι ύστερα τον δεύτερο. Πήρε ένα στριφογυριστό μονοπάτι που κατέβαινε τον λόγγο για να αλλάξει τον τρίτο.
«Που μας πας ρε μαλάκα Αναπλιώτη, θα σκοτωθούμε το κέρατό μου…» αναθεμάτισε κάποιος.
«Όχι, θα σε πάω τον γύρο γιατί ο λοχαγός το ‘χει χαμένο. Προσέχτε ρε που πατάτε μπας και γλυτώσουμε κανένα δεκάλεπτο ύπνου» απάντησε εκείνος.
Αλυσίδα τα φαντάρια στην κατάβαση που πιανόντουσαν απ’ όπου μπορούσαν να κρατηθούν. Κανονικά θα ‘πρεπε να κάνουν το γύρο του λόγγου και να κατέβουν ν’ αλλάξουν τον τρίτο σκοπό μιας κι αυτή ήταν η διαταγή του λοχαγού. Τους έβαζε να κάνουν κύκλο, να περπατήσουν περισσότερο «για να ξενυστάξουν». Ο μόνος που αγνοούσε πάντοτε την διαταγή ήταν ο Μιχάλης. Δεν είχε νόημα να περπατήσουν άσκοπα, να κάνουν κύκλο για να γυρίσουν, να κουραστούν μόνο για να κουραστούν.
Κοίταξε το ρολόι του για μια στιγμή και συνειδητοποίησε πως είχε αργήσει. Ήταν πέντε παρά τέταρτο. «Κωλοβροχή…» μουρμούρισε και πιάστηκε από ένα κλαδί για να κάνει το επόμενο βήμα του. Μια ριπή όπλου ακούστηκε απ’ την βάση του λόφου κι όλοι πάγωσαν. Ούτε οι ανάσες τους δεν ακούγονταν πια. Άφησαν μόνο η βροχή που ‘δερνε την πλάση να δίνει ήχο σ’ εκείνη την μακάβρια στιγμή.
«Τι ήταν αυτό ρε μαλάκες;» φώναξε κάποιος.
«Ρε μαλάκες ποιος ήταν κάτω;» ρώτησε άλλος.
«Σκάστε ρε! Σκάστε!» ούρλιαξε ο Μιχάλης κι άρχισε να κατεβαίνει το στενό μονοπάτι όσο γρηγορότερα μπορούσε.
«Μαλάκες ο Ασλάνογλου ήταν κάτω!»
«Όχι ρε φίλε!»
«Ναι ρε σου λέω, τον Ασλάνογλου άλλαζα!»
Ο Μιχάλης βγήκε σ’ ένα ξέφωτο κι άρχισε να τρέχει προς την υπερυψωμένη σκοπιά που ‘βλεπε προς τον δρόμο. Ήταν η πιο απομακρυσμένη σκοπιά και ταυτόχρονα η πιο ανούσια γιατί σ’ εκείνο το σημείο υπήρχαν και κάμερες. Λαχανιασμένος ανέβηκε την σκάλα. Έβγαλε έναν φακό και κοίταξε μέσα. Πετάρισε τα βλέφαρά του. Δεν είχε χρόνο να πανικοβληθεί. Έπιασε το ματωμένο τηλέφωνο που υπήρχε στην σκοπιά και το σήκωσε. Νεκρό ήταν κι εκείνο σαν τον φαντάρο που κείτονταν πλέον άψυχος στο πάτωμα. Βγήκε έξω. Κοίταξε τους άλλους που κατέβαιναν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
Είχε μουδιάσει το κεφάλι του. Του φαινόταν πως είχαν σταματήσει οι σκέψεις του. Πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί κάτι, να αντιδράσει κάπως. «Ακόμη δεν το φτιάξανε το τηλέφωνο οι μαλάκες» σκέφτηκε. Ο πρώτος φαντάρος ανέβαινε ήδη την σκάλα. Δεν μπορούσε να μιλήσει ο Μιχάλης.
«Είναι…;» ρώτησε ο φαντάρος και τότε πήρε μπροστά ο Μιχάλης. «Φύγε Παυλάκο, φύγε. Τρέχα. Τράβα βρες τον μαλάκα τον λοχαγό και πες του πως ο Ασλάνογλου αυτοκτόνησε».
«Τι;» ψέλλισε ο άλλος.
«Είσαι κουφός ρε;» βρυχήθηκε ο Μιχάλης. «Αυτοκτόνησε ρε μαλάκα, πως το λένε! Πήρε το όπλο και την μπουμπούνισε στον εαυτό του! Τρέχα ρε μαλάκα, τρέχα!»
Κατέβηκε τα σκαλιά και κάθισε στο δεύτερο. Έβγαλε τσιγάρο. Οι άλλοι τον κοιτούσαν μουδιασμένα. Κοίταζαν τα τρεμάμενα χέρια του που ‘ταν λερωμένα με αίμα. «Το ‘χα πει, μαλάκες, δεν το ‘χα πει;» μονολόγησε ο Μιχάλης που ‘χε καρφώσει το βλέμμα του στην κάφτρα του τσιγάρου. «Θα την κοπανήσει ο Ασλάνογλου… Δεν την πάλευε το παλικάρι…» συνέχισε το μουρμουρητό. «Μήτσο μην πας ρε… Είναι χάλια ρε» έκανε όταν τον έσπρωξε κάποιος μα δεν έδωσε και πολύ σημασία. Ήδη ένας φαντάρος ανέβαινε πάνω. Ο Μήτσος ο Δρούγγας, ο γιατρός, ο νέος. Έφτασε πάνω, κοίταξε μέσα στην σκοπιά, κάγχασε κι ύστερα βγήκε έξω.
«Δε σώνεται;» τόλμησε κάποιος να τραυλίσει. Δεν απάντησε ο Μήτσος. Κατέβηκε κάτω και κάθισε δίπλα από τον Μιχάλη. «Είσαι καλά ρε σειρά;» τον ρώτησε ήρεμα.
«Καλά είμαι».
«Πλύν’ τα χέρια σου, έχουν γεμίσει αίματα».
«Καλά είμαι ρε».
«Τι καλά είσαι ρε που ‘χεις ασπρίσει σαν το πανί; Σήκω να σε πάω στο λόχο».
«Καλά είμαι» συνέχισε ο Μιχάλης που κάπνισε αδιάφορα. Πέταξε μακριά το μισοτελειωμένο τσιγάρο και σηκώθηκε. «Πάμε μαλάκες, πάμε να ξεμπερδεύουμε με την μαλακία τούτη. Δύο και ξημερώνει» ψέλλισε καθώς άρχισε να περπατάει κι ύστερα σωριάστηκε στο χώμα.
Κρύωνε και ένιωθε μούσκεμα μέσα στο σκοτάδι. Είχε μουδιάσει το σώμα του και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Βαριανάσαινε. Το κλάμα ενός μωρού ακούστηκε στην απόσταση. Παραξενεύτηκε ο Μιχάλης. Πάλεψε να ανοίξει τα μάτια του. Προσπάθησε να σηκωθεί από κάτω. Γύρισε κι έπεσε κάπου. Άνοιξε τα μάτια και συνειδητοποίησε πως ήταν σπίτι του. Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια για να βεβαιωθεί. Κοίταξε την γυναίκα του που πέρασε από μπροστά του χαμογελώντας. «Πέσε για ύπνο, θα δω εγώ τι έχει ο κανακάρης μας» του είπε. Την αγνόησε ο Μιχάλης. Σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε το συρτάρι, έβγαλε ένα πακέτο με τσιγάρα, άρπαξε ένα και το έβαλε στο στόμα του. Φόρεσε παντόφλες και βγήκε στο μπαλκόνι. Έβρεχε. Είχε πιάσει βροχή μέσα στην νύχτα. Κόντευε να χαράξει κι η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει.
Ούτε κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και πότε βγήκε στο μπαλκόνι η γυναίκα του. Το έπιασε το χέρι κι εκείνος της το φίλησα. «Είδε κακό όνειρο ο πασάς μας. Σαν τον πατέρα του» μουρμούρισε χαμογελώντας.
«Αυτός ο καταραμένος εφιάλτης…»
«Κάποια στιγμή πρέπει να τα βάλεις μαζί του. Πόσα χρόνια είναι που σε βασανίζει;»
«Πολλά… Από τότε πού πιασα το σπίτι…»
«Μήπως από τότε που ήσουν φαντάρος;»
«Στην απόλυση…» έκανε ο Μιχάλης κι ύστερα σώπασε.
«Μ’ εμπιστεύεσαι;» ρώτησε η Βιργινία κι ύστερα πήρε το τσιγάρο απ’ το χέρι του και το άναψε. Του το έδωσε κι εκείνος της χαμογέλασε. «Είναι μεγάλη η ιστορία, μάτια μου. Μεγάλη και επώδυνη…»
«… και μοιάζει με την σιδερένια μπάλα κατάδικου που την σέρνει παντού μαζί του».
«Περισσότερο μοιάζει με φάντασμα».
«Θα μου πεις;»
«Σκηνές… Εικόνες είναι, τίποτα περισσότερο κι αυτές μόνο στον ύπνο μου. Επέλεξα να ξεχάσω την φρίκη. Ύστερα άλλαξα το επίθετο. Θα το έκανα ούτως ή άλλως, δεν ήθελα παρτίδες με το σόι. Ο Μιχαλάκης ο Ασλάνογλου, σπόρο τον φωνάζανε τα παιδιά, ήταν ίσως το καλύτερο άτομο που γνώρισα. Νέος ήτανε τότε, μέτραγε πολλές. Ένας ήρεμος πιτσιρικάς, σκεπτόμενος, λιγομίλητος, κλεισμένος στον εαυτό του. Χώρισε και τον πήρε από κάτω. Η απόσταση, βλέπεις. Τον ζόριζε ο στρατός, τον ζόριζαν και οι μονιμάδες… Το ‘χα πει στα παιδιά πως δεν θα την έβγαζε καθαρή ο σπόρος. Μακάρι να ‘βγαινα λάθος…» άρχισε ο Μιχάλης τον μονόλογό του.
Είχε κάνα μήνα που ‘χε έρθει στην μονάδα. Γενικών καθηκόντων, βλέπε σκοπετάνθρωπος. Κουτσόβγαλε ένα τεχνικό κι έφυγε φαντάρος. Καχεκτικό παιδί. Αυτό θυμάμαι. Ένα καχεκτικό και κλειστό παιδί. Έφαγε και ζόρια στο κέντρο… Μου ‘τα πε κάποια στιγμή που ‘μασταν μαζί στα μαγειρεία. Ζόρια και στο σπίτι, ο μικρότερος από τέσσερα αδέρφια, μεγαλωμένος στην σκιά τους. «Πόσες μετράς;» μ’ είχε ρωτήσει ένα βράδυ και γέλασα. «Τις είκοσι τελευταίες και τις πιο δύσκολες» του ‘χα απαντήσει.
Όταν είχα φτάσει στο στρατόπεδο, νέος κι εγώ, απολύονταν ένα παλικάρι. Ασημακόπουλος. Άλλη πονεμένη ιστορία αυτός. Άνθρωποι κι άνθρωποι, Βιργινία μου. Πολύ μου τον θύμιζε ο πιτσιρικάς. Ήταν δικηγόρος, βέβαια, ο Ασημακόπουλος, είχε πτυχία, μπορούσε να κάνει κάτι στην ζωή του για να πετύχει, μα ήταν απ’ τα άτομα που έφαγαν το μεγαλύτερο ζόρι. Κολλητάρι μ’ ένα άλλο παλικάρι, οι πιο «στ’ αρχίδια τους» άνθρωποι που έχω δει ποτέ. Ίσως και να ‘ταν έτσι επειδή απολυόντουσαν, ίσως και να ‘ταν αυτός ο χαρακτήρας τους. Τρελοκομεία και οι δύο. Δεν θυμάμαι πως τον έλεγαν τον άλλο. Αυτοί μας είχαν δείξει εκείνο το μονοπάτι που κατέβαινε κάτω στην σκοπιά που πέθανε ο Μιχάλης. «Θα σας λιώσει ο σκατόψυχος ο Ζαφειρίου, να ‘χετε το νού σας» μας είχε πει ο Ασημακόπουλος όταν πρωτοπήγαμε. Ο Λοχαγός ο Ζαφειρίου. Κατακάθι με όλη την σημασία της λέξης.
Τον είχε ταράξει τον πιτσιρικά στο καψόνι απ’ την μέρα που πάτησε το πόδι του στην μονάδα. Άργησε ο σπόρος που δεν ήξερε τα κατατόπια στην αναφορά. Έπιασε τα ονόματα ο Λοχαγός. Αγιορείτης, Αναπλιώτης, Ασλάνογλου… Τον ξεφτίλισε εκείνο το πρωί. «Αδικαιολογήτως απών ήσουνα ρε σκουπίδι!» ούρλιαζε ο απολίτιστος. Κατάφερε και του ‘ριξε είκοσι μέρες φυλακή. Το πήρε βαριά ο σπόρος. Από μαγειρεία σε σκοπιά κι από σκοπιά σε ξεχορτάριασμα ήτανε.
Κάνα δυο μέρες πριν φύγει φάνηκε πως δεν την πάλευε. Σουλατσάριζε μόνος του. Δεν μιλούσε με κανέναν, δεν έκανε χαβαλέ, αποκόπηκε. Δεν τον είχαμε απ’ το κοντό. Είπα στα παιδιά πως δεν θα την πάλευε, πως θα ‘παιρνε αναβολή όταν χώρισε. Κάποιος είχε πει• δεν θυμάμαι ποιος, νομίζω ο γιατρός• πως μας δούλευε κανονικά ο σπόρος. Είχα πει τότε να μην τον ζορίζουν πολύ, φαινόταν θα κλατάριζε τελείως. Μέχρι και τον Ζαφειρίου έπιασα και του ‘πα να τον αφήσει ήσυχο.
Μας έκανε σπάσιμο στο τέλος. Μας έδωσε όλες τις άδειες νωρίς, με το στανιό, και μας άφησε μέσα τον τελευταίο μήνα. Τραβούσαμε κι εμπλοκή τότε, δεν βγαίνανε τα άτομα κι ο σαδιστής ο λοχαγός δεν άκουγε κουβέντα. Εικοσάωρες οι μέρες και σπαστός ο ύπνος. Να μην ξέρεις αν κοιμάσαι ή αν είσαι ξύπνιος. Θυμάμαι τον Ραχωβίτη τον Παύλο, το νταμάρι το κολλητάρι μου, να σηκώνεται στις τρείς, να φοράει άρβυλα και κράνος, να παίρνει τ’ όπλο και να φεύγει μέσα στην νύχτα. Νύχτα που δεν είχε καν υπηρεσία. Υπνοβατούσε το παλικάρι. Διαλυόμασταν. Σερνόμασταν απ’ την κούραση.
Έβρεχε. Την τελευταία βδομάδα έβρεχε. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοια βροχή. Έπεφτε κάπου κι έπιανε κατευθείαν πάγο. Πάγωναν τα πάντα στο στρατόπεδο. Μέχρι και τα αδιάβροχα έπιαναν κρυσταλλάκια. Σκατόκαιρος ολκής. Κοίταζες να μη σ’ έρθει κανένας σταλακτίτης στο κεφάλι από κανένα κτήριο και στο ανοίξει. Ο Δρούγγας, ο τρελό-γιατρός, παραλίγο να φάει το κεφάλι του ένα βράδυ, τυχερός ήταν που δεν είχε βγάλει το κράνος. Μας είχε σπάσει τα νεύρα η εμπλοκή κι ήρθε κι ο καιρός να το χειροτερέψει.
Σε τρύπαγε το κρύο εκείνο το βράδυ. Διακόσια πράγματα να φορούσες, κρύωνες. Υγρασία; Ανελέητη. Ήταν κι ο λόγγος τέτοιος που σου χάλαγε την διάθεση το χειμώνα. Είχαμε τον μαλάκα τον Ζαφειρίου αξιωματικό υπηρεσίας. Δεν μας έφταναν τα χάλια μας, θυμήθηκε να μας βγάλει για μονόωρες σκοπιές λόγο κρύου. Να ξεκουραστούμε, είχε πει. Μια ώρα σκοπιά, μισή ώρα περπάτημα, μιάμιση ώρα ύπνο, φτου κι απ’ την αρχή. Είχα να κάνω την τελευταία αλλαγή, στις πέντε. Τέσσερεις με πέντε φυλούσε ο σπόρος κάτω. Περίεργη σκοπιά που δεν κατάλαβα ποτέ την σημασία της. Έβλεπε σ’ έναν αγροτικό δρόμο, σ ανοιχτό μέρος, στην βάση του λόγγου. Συνήθως έβαζα κάποιον εκεί που είχε ν’ ασχοληθεί με κάτι. Εκείνο το βράδυ, κοίτα να δεις πως τα ‘φερε η τύχη, είχα βάλει τον Ασλάνογλου κι έκανε τέσσερεις – πέντε. Ήθελες ένα πεντάλεπτο να κατέβεις κάτω υπό κανονικές συνθήκες, δέκα με πάγο και άλλα δέκα αν πήγαινες τον γύρο.
Κατεβαίναμε το μονοπάτι. Εννιά ψυχές, οχτώ σκοποί κι εγώ, δεκανέας αλλαγής. Κοίταζα μπας και ξεκλέψουμε λίγο ύπνο μέσα στο χάλι μας. Θα ‘χαμε φτάσει στην βάση του λόγγου όταν ακούστηκε η ριπή. Δεν ήθελα να το πιστέψω. Σταμάτησαν όλοι. Άρχισαν να μιλάνε. Τους είπα να σκάσουν για να καταλάβω τι έγινε. Ούτε που κατάλαβα πως έφτασα στην σκοπιά, τρακόσια μέτρα δρόμος. Υπερυψωμένη ήτανε, σκέψου ένα μικρό σπιτάκι που έπρεπε ν’ ανέβεις μεταλλικά σκαλιά που γλιστρούσαν. Φορτωμένος εγώ, μ’ αδιάβροχα κι ιστορίες. Οι άλλοι πίσω. Ανέβηκα και τον είδα. Αίματα. Παντού αίματα. Έβγαλα τον φακό. Κάπου εκεί πρέπει να σταμάτησε να δουλεύει το μυαλό μου. Αρνούμουν να αποδεχτώ πως ο Μιχάλης ήταν νεκρός μπροστά στα πόδια μου. Σήκωσα το τηλέφωνο να ειδοποιήσω. Ήταν χαλασμένο. Τους είχαμε πει ίσα μ’ εκατό φορές να το φτιάξουν. Τίποτα. Ένα αργό τέρας που δούλευε μόνο όταν έπρεπε να φανεί. Για το θεαθήναι. Όλα για το θεαθήναι.
Ύστερα ήρθαν τα παιδιά. Μόνο ο γιατρός ανέβηκε πάνω. Ζαλίστηκα, ανακατεύτηκα, σηκώθηκα να φύγω, να πάω τους άλλες στις σκοπιές τους. Έστειλα τον Ραχωβίτη να βρει τον Λοχαγό. Κατέρρευσα. Ξύπνησα στον θάλαμο ύστερα από καμιά ώρα. Δεν τους ρώτησα ποτέ πως έφτασα εκεί. Δεν ξέρω αν περπάτησα, αν με κουβάλησαν, αν με πήραν με όχημα… Τίποτα. Μαυρίλα σκέτη.
«Σήκω Αναπλιώτη, σήκω ρε να πάμε στην φρουρά» θυμάμαι κάποιον να μου λέει. Ο Περιστεράς, ο πρεζάκιας. Έπιασε να διαβάζει τα ονόματα ο Λοχαγός στην παράταξη. Αγιορείτης. Αναπλιώτης. Ασλάνογλου. Δεν το πήδηξε το καθίκι. Δεν ξέρω αν το έκανε για να μας το χτυπήσει, αν ήτα τόσο σαδιστής, ή αν απλά του ξέφυγε. Πετάχτηκε ο Ραχωβίτης μπροστά και φώναξε «αδικαιολογήτως απών». Ύστερα όρμησε πάνω στον λοχαγό. Μέχρι να κουνηθούμε κατάφερε και του ‘σπασε τέσσερα δόντια ο Παύλος. Τον λιάνισε στο ξύλο. Μισοπεθαμένος ήταν ο Ζαφειρίου όταν καταφέραμε και μαζέψαμε τον Ραχωβίτη. Ήρθε ο διοικητής. Έγινε χαμός. «Φέρε μωρέ μια σφαίρα να του την εφυτέψω του πούστη που απειλεί να με στείλει στρατοδικείο. Θα σας γαμήσω ρε! Το φάγατε το παιδί! Το φάγατε καριόλια και δεν σας γλυτώνει τίποτα τώρα!». Είπαμε πως σάλταρε κι αυτός.
Εκείνο το πρωί μας έδιωξαν. Φύγαμε με τον Ραχωβίτη για Βόλο. Είχα κρατήσει το σπίτι από τότε που ήμουν φοιτητής, τσόνταρε κι ο Παύλος λεφτά για νοίκι και λογαριασμούς, και τις άδειες τις τρώγαμε εκεί. Τα ‘χαμε συμφωνήσει από νωρίτερα να συγκατοικήσουμε μετά τον στρατό. Απ’ το κέντρο κιόλας. Βγήκαμε στην γύρα για δουλειά. Τα φέραμε βόλτα για λίγο καιρό, εγώ με τα έτοιμα, εκείνος μ’ αυτά που έπαιρνε απ’ τους δικούς του. Βρήκα δουλειά, ζορίστηκα, έβαλα μερικά στην άκρη.
Από σπόντα πέτυχε ο Παύλος τον δικηγόρο τον Ασημακόπουλο. Είχε έρθει για ένα δικαστήριο. Βγήκαμε για τσίπουρα. Το ‘βαλε αμέτι μωχαμέτι να κυνηγήσει τον λοχαγό και τον διοικητή. Το ανέλαβε ο Ασημακόπουλος. Δυο – τρεις μέρες μετά ήρθα εδώ. Ήταν τα γενέθλια της αδερφής μου. Είχα χρόνια να την δω. Γύρισα για να ευχηθώ και να φύγω. Μου ‘πε πως η τρελόγρια θα το πουλούσε το σπίτι και θα ‘μενε στο δρόμο. Πήγα και την βρήκα. Δεν μ’ αναγνώρισε. Είχα τρείς μέρες άδεια απ’ την δουλειά, έμεινα εδώ. Έμαθα που παίζει χαρτιά. Έχασε το σπίτι εκείνο το βράδυ η τρελόγρια. Όταν λέω πως της το πήρα στα χαρτιά δεν εννοώ πως το έπαιξα μαζί της. Ήδη χρωστούσε πολλά σε τοκογλύφους. Αν δεν ξεπλήρωνε θα την έτρωγαν. Το έδωσε για να ξεχρεώσει. Το ερείπιο και το οικόπεδο έφυγαν για ένα κομμάτι ψωμί. Έμαθα ποιος το πήρε. Σήκωσα δάνειο. Έβαλα όλα μου τα μέσα για να ψήσω τον τύπο να μου το πουλήσει. Άλλα τόσα μέσα για να πουλήσω τα διαμερίσματα και να σηκώσω την πολυκατοικία. Μόνο εκεί με βοήθησε η τύχη. Ή, όχι. Με βοήθησε γιατί η γριά είχε ήδη ξεπέσει. Αλκοολισμός. Και να ‘θελε, δεν θα μ’ αναγνώριζε. Αργότερα με κατάλαβε που έμεινε στο δρόμο, αλλά που να μιλήσει; Είχα αλλάξει το επίθετο, δεν με θυμόταν κανένας στην πόλη, έλειπα χρόνια ολόκληρα και δεν είχα ποτέ παρέες.
Οι εφιάλτες ήρθαν όταν μετακόμισα εδώ. Ίσως γιατί ήμουν μόνος, ίσως γιατί είχα πολύ χρόνο να σκεφτώ, ίσως γιατί αναπολούσα… Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω. Κάθε που βρέχει μαυρίζει η ψυχή μου. Κάθε που ξημερώνει και βρέχει είναι δέκα φορές χειρότερα…
«Τόσα χρόνια γιατί δεν μου το έλεγες;» ρώτησε η Βιργινία τον Μιχάλη που είχε βουρκώσει.
«Τι να σου πω, κορίτσι μου; Πονάνε αυτές οι αναμνήσεις. Κανένας δεν μίλησε ποτέ για τον σπόρο. Τι να σου έλεγα; Πως βλέπω χυμένα μυαλά στον ύπνο μου; Ή πως το τηλέφωνο που σήκωσα για να ειδοποιήσω είχε κομμάτια απ’ το κρανίο του; Τι να πω και σε ποιον;»
«Πάμε να ξαπλώσουμε» του είπε χαμογελαστά η Βιργινία και τον πήρε απ’ το χέρι. Τον έβαλε στο κρεβάτι, τον σκέπασε κι έπεσε δίπλα του. Δεν του μίλησε καθόλου, μόνο έμεινε δίπλα του να τον κοιτάζει.
«Είναι τούρκικο το επίθετο…» έκανε ύστερα από ώρα ο Μιχάλης, όταν είχε πια ξημερώσει. «Ασλάν ογλού, ο γιός του λιονταριού…» είπε κι ύστερα αναστέναξε. Δεν του είπε τίποτα η Βιργινία. Τον άφησε να συνεχίσει τον συλλογισμό του. «Ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό. Ύστερα έγινε φόρος τιμής σ’ εκείνο το παλικαράκι που χάθηκε τόσο άδικα».
«Καλέ μου Μιχάλη. Υπάρχουν άτομα που αντέχουνε. Εγώ κι εσύ αντέξαμε. Υπάρχουν άτομα που δεν αντέχουν. Εκείνους που δεν άντεξαν τους κρατήσαμε στην μνήμη μας σαν ήρωες, για όσα πέρασαν κι όχι σαν δειλούς. Το παιδί έκανε την λάθος επιλογή σε μια λάθος στιγμή και τίποτα περισσότερο. Το ίδιο λάθος θα μπορούσα να κάνω κι εγώ. Το ίδιο λάθος θα μπορούσες να κάνεις εσύ. Ζήσαμε κι εμείς αυτές τις λάθος στιγμές, όμως κάναμε την σωστή επιλογή. Αυτό δεν μας κάνει ανώτερους ή κατώτερους. Απλά μας διδάσκει πως το μόνο λάθος που δεν διορθώνεται είναι ο θάνατος. Όλα τα άλλα περνάνε. Ή συνηθίζονται».
«Ήρωες ε;» ρώτησε ο Μιχάλης.
«Όλοι είμαστε ήρωες».
«Λάθος επιλογή σε λάθος στιγμή;»
«Πόσες φορές το σκέφτηκες;»
«Πολλές. Εσύ;».
«Αμέτρητες. Όμως είμαστε ακόμη εδώ. Δεν είμαστε αδικαιολογήτως απόντες»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook