Βιλνέβ, 1741 μ.Χ.

«Ελεανόρ;» ρώτησε παραξενεμένος ο Αλέν Φουκόν και η εντύπωση που είχε η Ελεανόρ εντάθηκε κι άλλο. Κάτι συνέβαινε με τον νεαρό ιδιοκτήτη του κάστρου. Ήταν χλωμός και αδύνατος. Τα ρούχα του ήταν φθαρμένα. Δεν είχε το συνηθισμένο αυτάρεσκο ύφος και δεν προσπαθούσε να την προσεγγίσει ερωτικά, όπως είχε κάνει αρκετές φορές παλιότερα, με την ίδια να μην ανταποδίδει. Όπως και με τον Γκαστόν. Ο πρώην αξιωματικός ήθελε επίσης την Ελεανόρ. Αλλά είχε κι αυτός πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και η κόρη του αγρότη Νόα Ζένε, είχε μεγαλώσει με συγκεκριμένες αξίες, μία από τις οποίες ήταν η μετριοφροσύνη.
«Είσαι καλά, Αλέν;» τον ρώτησε.
«Σε τι μπορώ να σε βοηθήσω, Ελεανόρ;»
«Ψάχνω τον πατέρα μου. Τον είδαν να έρχεται στο κάστρο σου, μαζί με κάποιον άλλον».
Ο Αλέν το σκέφτηκε. «Κανείς δεν ήρθε εδώ».
Η Ελεανόρ πίστευε ότι της έλεγε ψέματα. Θα ήταν κρίμα αν ίσχυε αυτό.
Ο Αλέν κοίταξε έξω. Το φεγγάρι είχε εμφανιστεί ολόγιομο πλέον. «Καλύτερα να φύγεις, Ελεανόρ».
Χίλια χρόνια να της έταζαν να ζήσει, η Ελεανόρ δεν θα πίστευε ποτέ ότι ο Αλέν θα της έλεγε κάτι τέτοιο.
«Αν τον δεις, πες του, σε παρακαλώ, ότι τον ψάχνω».
«Εντάξει».
«Ευχαριστώ, Αλέν». Η Ελεανόρ απομακρύνθηκε. Το άλογό της την περίμενε. Ήταν αρκετά ταραγμένο, κυρίως μετά την εμφάνιση του Αλέν.
«Ελεανόρ;»
Η Ελεανόρ στράφηκε.
Ο Αλέν είπε: «Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω».
Το άλογο χλιμίντρισε δυνατά.
«Μπελ, ηρέμησε», του φώναξε η Ελεανόρ. Γύρισε προς τον Αλέν. «Πώς μπορείς να με βοηθήσεις;»
Της έκανε νόημα και εκείνη εισήλθε στο κάστρο.
Πέρασαν διάφορους σκοτεινούς διαδρόμους. Η Ελεανόρ, όσο κι αν πίστευε ότι μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό της, δεν θα περπατούσε μοναχή της εδώ. Ο Αλέν προπορευόταν και δεν κρατούσε φανάρι για να βλέπει, όπως εκείνη. Για την Ελεανόρ, αυτό αποτελούσε μια ακόμα πινελιά στην καινούρια εικόνα που παρουσίαζε ο Αλέν.
«Εδώ», της είπε και της έδειξε με το κάτασπρο χέρι του.

«Ω, Αλέν. Αυτό είναι τεράστιο λάθος», μονολόγησε ο άντρας με το μαύρο μανδύα, από τη θέση του στην τοπική ταβέρνα.

Ήταν ένας καθρέφτης. Στους τοίχους του δωματίου υπήρχαν προσωπογραφίες, κηροπήγια, ένα γραφείο, ένα κλειστό παράθυρο και μέσα σε ένα κλειστό φανάρι υπήρχε ένα τριαντάφυλλο με δύο πέταλα.
Ξαναγύρισε προς τον καθρέφτη. «Τι συμβαίνει με αυτόν;»
Ο Αλέν τής είπε. Για τη μάγισσα που τον ήθελε, αλλά που εκείνος απέρριψε. Για την κατάρα που του είχε ευχηθεί. Για το ρόλο του τριαντάφυλλου. Για τον επικίνδυνο κόσμο που υπήρχε στην άλλη πλευρά του καθρέφτη. Για την αδυναμία του ιδίου να δει το είδωλό του. Για τη λαχτάρα του για αίμα, που προσπαθούσε να καταπολεμήσει.
Η Ελεανόρ προσπαθούσε, αλλά δεν μπορούσε να τον πιστέψει. Κατά κάποιον τρόπο, τον συμπαθούσε. Φαινόταν πιο συνειδητοποιημένος. Από τη μια. Από την άλλη, αυτά που έλεγε ήταν παράλογα.
Τότε, όμως, η Ελεανόρ συνειδητοποίησε ότι μύριζε λουλούδια και δέντρα και βρεγμένο χώμα. Και δεν υπήρχε τίποτα από αυτά στο δωμάτιο.
Εκτός…
Πλησίασε τον καθρέφτη.
Δεν έβλεπε πια τον εαυτό της.
Έβλεπε ένα φεγγαροφώτιστο δάσος. Με τα φυτά που ήταν κοντά στον καθρέφτη να είναι ευδιάκριτα και όσα βρίσκονταν πιο μακριά να μοιάζουν με ακανόνιστες σκιές.
Άκουσε μια κραυγή και είδε έναν άντρα να τρέχει προς το μέρος της. Είδε τον πατέρα της και πίσω από αυτόν λύκους να τον κυνηγούν.
«Μπαμπά! Μπαμπά! Εδώ!» του φώναξε.
«Δεν μπορεί να σε δει ή να σε ακούσει, Ελεανόρ», είπε ο Αλέν.
«Μα…» Είδε τους λύκους να τον περικυκλώνουν. «Πρέπει να τον βοηθήσω. Πρέπει να τον σώσω».

«Είσαι ανόητος, Αλέν», μονολόγησε ο άντρας με το μαύρο μανδύα.

Ο Αλέν επανέλαβε: «Κοίτα στον καθρέφτη και φαντάσου τον εαυτό σου μέσα σε αυτόν. Εκεί που βλέπεις. Με τον ίδιο τρόπο θα επανέλθεις εδώ».
Η Ελεανόρ κοίταξε το δάσος και τον πατέρα της και τους λυσσασμένους λύκους. Ετοιμάστηκε, μαζεύοντας το κουράγιο της.
«Περίμενε». Ο Αλέν τής έδωσε ένα μουσκέτο και πυρομαχικά. «Εύχομαι να τα καταφέρεις».
Η Ελεανόρ ένευσε. «Ευχαριστώ». Τον κοίταξε για λίγο. «Αλέν;»
«Ναι;»
«Το εκτιμώ».
«Λυπάμαι που δεν μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο».
«Έκανες ήδη πολλά».
Η Ελεανόρ στράφηκε προς τον καθρέφτη. Έπλασε στο μυαλό της μια όμορφη εικόνα αυτής και του Αλέν. Αλλά την άφησε στην άκρη. Ίσως αργότερα.
Πέρασε στην άλλη μεριά, τη στιγμή που ο άντρας με το μαύρο μανδύα εμφανιζόταν πίσω από τον Αλέν και το προτελευταίο πέταλο του τριαντάφυλλου έπεφτε στο εσωτερικό του φαναριού.
Ο νεαρός γύρισε και είδε ένα άγνωστο διαβολικό χαμόγελο. «Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο Γκαστόν. Δεν έπρεπε να βοηθήσεις την Ελεανόρ. Εξόρισα τον πατέρα της στον κόσμο του καθρέφτη, για να έχω εκείνη».
«Τι; Κανείς δεν μπορεί να…»
«Εγώ μπορώ. Η μάγισσα; Τη δέχτηκα στο κρεβάτι μου. Αρχικά. Μου είπε τα πάντα. Είχε μεθύσει από έρωτα και κρασί. Μετά, τη σκότωσα».
«Μα εκείνη;…»
Οι κυνόδοντες του Αλέν μάκρυναν. Επιτέθηκε στον Γκαστόν, αλλά εκείνος άπλωσε το χέρι και σταμάτησε τον Αλέν χωρίς να τον αγγίξει.
«Την θυσίασα, Αλέν. Τώρα έχω εγώ τις δυνάμεις της. Σε άφησα ελεύθερο, αλλά θα το αλλάξω αυτό. Και μετά θα αναλάβω την Ελεανόρ».
«Όχι!» Ο Αλέν προσπάθησε, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί.
Ο Γκαστόν ήταν έτοιμος να σκοτώσει τον Αλέν, όταν έπεσαν πάνω του δύο σώματα.
«Τι θέλεις εσύ εδώ, κάθαρμα;» είπε ο Νόα στον Γκαστόν.
Ο Γκαστόν εμφάνισε ένα σπαθί, τη στιγμή που ξανάπιανε τον Αλέν με την αόρατη γητειά. Ο Νόα του επιτέθηκε, αλλά ο Γκαστόν τον τραυμάτισε. Έπειτα, όρμησε στον Αλέν, τον γράπωσε από τον λαιμό και έμπηξε το σπαθί στην καρδιά του.
«Όχι!» φώναξε η Ελεανόρ.
Ο Αλέν ούρλιαξε, κοιτώντας την για τελευταία φορά.
Εκείνη επιτέθηκε στον Γκαστόν και του κατάφερε ένα χτύπημα με μουσκέτο. Όμως, αυτός την άρπαξε με τα χέρια του και τη σήκωσε ψηλά.
«Εφόσον δεν με θέλεις, θα πεθάνεις», της είπε.
Η εικόνα που είχε δει πρωτύτερα. Θόλωνε. Χανόταν.
Η Ελεανόρ είδε το τελευταίο πέταλο να τρέμει.
Τώρα.
«Αγαπώ…»
Ο Γκαστόν δε χαλάρωσε τη λαβή του.
«Αγαπώ… τον Αλέν».
Ο Γκαστόν γούρλωσε τα μάτια και ένιωσε κάτι να παίρνει τον έλεγχο. Όχι μόνο του σώματός του, αλλά και της μαγείας που έρεε μέσα του. Η μάγισσα. Άφησε την Ελεανόρ και κινήθηκε αργά-αργά, προσπαθώντας μάταια να αρνηθεί ό,τι πήγαινε να κάνει.
Έσκυψε πάνω από τον Αλέν και έψαλλε. Και έπειτα οπισθοχώρησε, ανασαίνοντας βαριά.
Η Ελεανόρ έτρεξε και αγκάλιασε τον Αλέν. Εκείνος, που είχε ξανά την πρότερη ομορφιά του, άνοιξε τα μάτια του και την ατένισε.
«Όχι», είπε ο Γκαστόν. «Θα σας σκοτώσω». Έπιασε το σπαθί του και κινήθηκε προς το μέρος τους. Όμως, αμέσως γονάτισε και έπιασε το κεφάλι του, ουρλιάζοντας.
Οι άλλοι τρεις απομακρύνθηκαν έντρομοι από εκείνον.
Ο Γκαστόν τελικά έπεσε λιπόθυμος και το δωμάτιο ησύχασε.
Για μια στιγμή, δεν έγινε κάτι.
Μετά, το σώμα του Γκαστόν υψώθηκε και έπεσε προς τον καθρέφτη. Χάθηκε μέσα στο γυαλί, ενώ και ο καθρέφτης εξαφανίστηκε και ο τοίχος έμεινε άδειος σε εκείνο το σημείο.
Ο Νόα αγκάλιασε την Ελεανόρ. Έπειτα από λίγο, όμως, την άφησε και εκείνη γύρισε προς τον Αλέν.
Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο.
Κάνοντας μια νέα αρχή.

Όταν ξύπνησε ο Γκαστόν, είδε στον καθρέφτη -που ήταν στερεωμένος στη ρίζα ενός δέντρου κοντά του- τους αγριεμένους λύκους να τον περικυκλώνουν. Προσπάθησε να γυρίσει στο Βιλνέβ, αλλά οι ικανότητές του είχαν αδρανοποιηθεί.
«Καταραμένη».
Ένιωσε το πνεύμα της μάγισσας να γελάει.
Οι λύκοι γρύλισαν.
Και επιτέθηκαν.
Το είδωλο του Γκαστόν χάθηκε από τα αίματα που έπεσαν στο κάτοπτρο.