Το Μάρμαρο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ματωμένοι παλμοί γεμίζουν το σώμα της και πάλλονται ασύστολα πάνω στον υγρό λαιμό της. Δεν θέλει να θυμάται τίποτα από ‘κείνη την άδεια νύχτα. Σοκαρισμένη αγκαλιάζει τα γόνατα και λουφάζει στην γωνία του μπάνιου. Αγρίμια οι σκέψεις που της τρώνε την ψυχή. Περιμένει υπομονετικά να τελειώσουν το γεύμα τους. Θέλει να αδειάσει. Να μείνει μόνη και άδεια μέσα στο κουτί με τα λευκά πλακάκια. Με το βλέμμα θολό παρατηρεί το τέλειο λευκό ταμπλό που σχηματίζουν οι κάθετοι και οριζόντιοι αρμοί. Κολλάει εκεί. Κοιτάζει κάμποση ώρα γύρω της και το μόνο που σκέφτεται είναι αυτά τα τέλεια λευκά πλακάκια. Πόση συμμετρία θεέ μου; Τη σιχαίνεται τη συμμετρία.

Είχε διαβάσει κάποτε ότι την αγαπούν οι σχιζοφρενείς κ είχε ανακουφιστεί που δεν της άρεσε. Αυτή την διαπίστωση την κουβαλούσε για πολλά χρόνια με περηφάνεια και δεν παρέλειπε σε κάθε ευκαιρία να το αναφέρει. Όμως εκείνη τη στιγμή την γλίτωνε από τις σκοτεινές της σκέψεις.

Και τα πλακάκια ξαφνικά έγιναν μάρμαρο. Ένα ψυχρό και παγωμένο μάρμαρο με μια γούβα στη μέση. Γούβα, τρύπα, λάκκος, κρεβάτι, κελί, καράβι. Όπως θες πες το. Δεν έχει και πολύ σημασία. Καθόλου σημασία. Αυτό που δεν μπορείς να δεις με άλλο τρόπο, είναι το μάρμαρο. Λείο και καλοκομμένο, να σου πονάει τα μάτια. Τι εικόνα! Τι μέρα! Πόσα συναισθήματα άραγε χώρεσαν ταυτόχρονα μέσα της εκείνη την τόση δα μικρή στιγμούλα;

Πάλι πίσω στα πλακάκια. Σηκώνεται προσεκτικά να μην πονέσει περισσότερο και βγαίνει στον διάδρομο αποφεύγοντας τον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου που την καλούσε να τον κοιτάξει, έτοιμος να την κατασπαράξει κι αυτός με την σειρά του. Φτάνει στην κουζίνα και ανάβει το φως. Είναι περασμένες τρεις το πρωί. Βράζει νερό για καφέ. Σκέτος. Η μαύρη τρύπα της με εισιτήριο ένα στριφτό τσιγάρο. Καφές και τσιγάρα. Κάποτε είχε ταυτιστεί με την ταινία. Περιφερόταν με την φαντασία της ανάμεσα στις ιστορίες και έπαιζε τον δικό της ρόλο σε κάθε μία απ’ αυτές. Τώρα απλά ζητά να ρουφήξει αργό θάνατο και να γαληνέψει.

Τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας της ήταν εκεί. Δίπλα του, σκουπίζοντας κάθε τόσο το μέτωπο του απ’ τις κακές σκέψεις και πονούσε μαζί του βουβά. Δεν ήταν καιρό άρρωστος. Έξι μήνες κράτησε το κακό σπυρί. Τόσο, όσο. «Ευτυχώς δεν ταλαιπωρήθηκε», της είπαν. Όμως, εκείνη η τελευταία νύχτα μαζί του, της έλεγε το αντίθετο. Μέσα της ένας μικρός θεός κολυμπούσε και δίπλα κλείναμε τα τεφτέρια μας. Κι ύστερα ήρθε το μάρμαρο. Γυαλιστερό να της πονάει τα μάτια. 

Μια μέρα ο μικρός θεός ξεγλίστρησε και βγήκε στο φως να παίξει κι αυτή βουβά κάθε βράδυ ξορκίζει τον πόνο της με τα λευκά πλακάκια.

Τι είναι το πένθος; Μαζεμένη θλίψη που περπατάει αργά μέσα στις μέρες σου; Ή μήπως μια μονότονη κατάσταση συναισθηματικού κώματος; Τι να είναι άραγε το πένθος;

Βλέπω μπροστά μου καθαρά τη μέρα της κηδείας σου. Τη στιγμή που σε βάζαμε μέσα σ’ εκείνη τη μαρμάρινη τρύπα. Η τελευταία φορά που σε αντίκρισα. Δεν είδες ποτέ τα μάτια μου και τα μάτια του γιου μου μαζί. Μεγαλώνει μπαμπά. Κάθε μέρα μεγαλώνει. Κι εσύ μακραίνεις. Πηγές εκεί, στα ήρεμα. Κι εδώ δεν έχει πολύ φασαρία πια. Κάπως καλύτερα κυλάει η ζωή. Μου λείπεις μπαμπά.

Αλεπού

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook