Η Παρέση άνοιξε ανόρεχτα τα ξύλινα δίφυλλα παράθυρα. Κοίταξε με νυσταγμένα μάτια το τοπίο. Η πρωινή ομίχλη σκέπαζε την στενή κοιλάδα και η υγρασία του ποταμιού διαπερνούσε ακόμα και το χοντρό πανωφόρι. Έβαλε ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ κι έκατσε στο τραπεζάκι του ξύλινου μπαλκονιού. Όλα ξύλινα. Ξύλινα έπιπλα, ξύλινα κουφώματα, ξύλινοι τοίχοι, ξύλινη ζωή. Όταν παράτησε τα πάντα στον Καναδά για να ακολουθήσει τον εφηβικό της έρωτα στην Ελλάδα σίγουρα είχε κάτι άλλο στο μυαλό της. Όταν μάλιστα της μίλησε για εγκατάσταση στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, χοροπήδηξε απ’ τη χαρά της. Η σκέψη και μόνο ότι τα καλοκαιρινά διαλείμματα στο χωριό θα γινόταν τρόπος ζωής και ο εφηβικός έρωτας που όλο τον κρύο καναδικό χειμώνα αναπολούσε μέχρι να τον ξαναδεί το καλοκαίρι θα γινόταν άντρας της, ξεπερνούσε και τα πιο τρελά της όνειρα.

Μόνο που η πραγματικότητα πολλές φορές έχει άλλους σκοπούς. Το χωριό ήταν το χειμώνα εξίσου καταθλιπτικό με το Τορόντο. Οι κάτοικοι απόμακροι και χαμένοι στις δουλειές τους. Η οικογένεια του άντρα της ψυχρή και τυπική. Άλλωστε για αυτούς ήταν πάντα «η Αμερικάνα». Αλλά κι ο ίδιος ο άντρας της με τον καιρό άλλαξε. Από τρυφερός και στοργικός σύντροφος έγινε στρυφνός, απαιτητικός, «αρσενικό». Τα «αγάπη μου» και «κοριτσάκι μου» αντικαταστάθηκαν με το κλασικό παραδοσιακό «γυναίκα», ειδικά όταν ήταν μπροστά σε κόσμο. Όταν μάλιστα αυτός έβαλε μπρος την επένδυση για τον αγροτουρισμό δίπλα στο μεγάλο ποτάμι της περιοχής, εκείνη κατέληξε σχεδόν υπηρέτρια. Των πελατών, του άντρα της και των φίλων του. Σε βαθμό μάλιστα να την προσβάλλει, να της μιλάει χυδαία ακόμα και να της βάζει ξεδιάντροπα χέρι μπροστά σε όλους.

Το τηλέφωνο διέκοψε απότομα τις σκέψεις της. Η πολυμελής παρέα που ερχόταν για ράφτινγκ από Θεσσαλονίκη ζητούσε ακριβείς οδηγίες για να βρει την τοποθεσία. Τους κατατόπισε και σε λίγα λεπτά τρία τζιπ κατέφθασαν στο ξέφωτο. Την ώρα που τους ετοίμαζε καφέ, εμφανίστηκε βαρύθυμος κι ο άντρας της.
– Ήρθαν οι Αθηνέζοι;
– Σαλονικείς είναι.
– Τα ίδια σκατά είναι. Φτιάξε μου έναν καφέ, τον γνωστό.
– Υπάρχει και το «παρακαλώ», ξέρεις.
– Ορεξάτη ξύπνησες βλέπω. Έλα φτιάχ’τον να τελειώνουμε.

Κατάπιε τον θυμό της και έβαλε το μπρίκι στο γκαζάκι. Ήταν απίστευτη η μετάλλαξη των συναισθημάτων της για αυτό τον άντρα, από τρελό έρωτα σε απέχθεια. Δεν έχανε ευκαιρία να την μειώνει και να λέει σε όλους, ακόμα και αγνώστους, πόσο άχρηστη είναι, πόσο αχούρι είναι το σπίτι τους, πόσο άθλια είναι η μαγειρική της, πόσο καλομαθημένη την είχαν στον Καναδά οι γονείς της.

– Το νου σου μόλις γυρίσουμε το μεσημέρι να έχεις έτοιμα τα ψητά. Και κοίτα μην ξεχαστείς πάλι και βάλεις δέκα κιλά μπούκοβο όπως τα προάλλες που πήγες να με ξεκάνεις!
Το τρανταχτό γέλιο των τουριστών την έκανε να κοκκινίσει από οργή. Αλίμονο, σιγά μην έχανε την ευκαιρία να την ξεφτιλίσει μπροστά σε κόσμο. Δεν είπε τίποτα. Ούτε τώρα. Βγήκε στο υπόστεγο να βοηθήσει με τις βάρκες και τα σωσίβια και έδωσε κάποιες βασικές οδηγίες ασφαλείας για την κατάβαση του ποταμού. Γυρίζοντας προς το ξύλινο υπόστεγο, αισθάνθηκε ένα χέρι να την χουφτώνει. Γύρισε έντρομη και είδε τον άντρα της να την κοιτάζει πονηρά.
– Άντε κι άμα είσαι καλό κορίτσι, θα ’χεις και το… «δωράκι» σου το απόγευμα.
Νέα χάχανα από τους τουρίστες, νέο κοκκίνισμα από ντροπή και θυμό. Μπήκε με φούρια στο ξύλινο κιόσκι κι άρχισε να ετοιμάζει το μεσημεριανό των εκδρομέων. Το μάτι της έπεσε στις συσκευασίες των μπαχαρικών…

Τρεις ώρες μετά οι εκδρομείς έμπαιναν κατάκοποι. Μουσκεμένοι και αρκετά φοβισμένοι.
– Τί έγινε;
– Πολύ νερό. Έξω απ’ το Νεστόριο η μία βάρκα αναποδογύρισε. Αυτόν εδώ πήγαμε να τον χάσουμε.

Κοίταξε προς το μέρος που της έδειχνε. Ένας πιτσιρικάς όχι πάνω από 20 που έτρεμε σαν το ψάρι. Υπό άλλες συνθήκες θα τον παρηγορούσε και θα τον φρόντιζε. Αλλά τώρα δεν είχε πια καμιά σημασία…

Τους σέρβιρε το μεσημεριανό στα τραπέζια δίπλα στο ποτάμι. Έπεσαν με λαιμαργία πάνω στα ψητά. Η Παρέση έκατσε λίγο πιο δίπλα. Άναψε ένα τσιγάρο και περίμενε. Σε δυο λεπτά όλοι τους είχαν αναψοκοκκινίσει και έφτυναν ό,τι είχαν φάει. Ο άντρας της ούρλιαζε κατακόκκινος.
– Τί έκανες μωρή σκύλα;
Η Παρέση αχνογέλασε.
– Τίποτα αγάπη μου. Απλώς έβαλα το αγαπημένο σου μπούκοβο. Αλλά τώρα που το λες, ίσως μου έπεσε λίγο παραπάνω. Για την ακρίβεια, νομίζω άδειασα όλα τα κουτάκια που είχα!
Ο άντρας της δε μπορούσε πια να μιλήσει. Ο νεαρός που πριν λόγο είχε κοντέψει να πνιγεί, εκλιπαρούσε.
– Σας παρακαλώ…λίγο νερό.
Αυτή τη φορά το γέλιο της Παρέσης ακούστηκε μακάβριο.
– Καλό μου παιδί. Να εδώ, τόσο νερό έχει. Μπορείς να πιεις όσο θες. Άλλωστε, ξέρεις πώς γίνεται πια, έτσι δεν είναι;
Ο μικρός όρμηξε στο ποτάμι. Σαν από ένστικτο, τον ακολούθησαν κι οι υπόλοιποι, θαρρείς και θέλαν να αδειάσουν το ποτάμι. Η Παρέση κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα τρεις. Η συνηθισμένη ώρα που φούσκωνε το ποτάμι. Η καταληκτική ώρα που όλοι, άνθρωποι και βάρκες, έπρεπε να είναι έξω…

Το βουητό τους έκανε όλους να γυρίσουν τρομαγμένοι. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν, το ορμητικό κύμα τους κουκούλωσε, μαζί με τα ουρλιαχτά της επιθανάτιας αγωνίας τους. Μετά από λίγα λεπτά, η ροή επανήλθε στο φυσιολογικό της τέμπο.

Η Παρέση έσβησε το τσιγάρο και περπάτησε μέχρι το ξύλινο σπίτι. Μπήκε και κλείδωσε την ξύλινη πόρτα. Ήταν ώρα να ξεκουραστεί. Ο Αλιάκμονας κυλούσε – και θα κυλούσε στο εξής – ήρεμα…