Αμαδρυάδες…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν όμορφο εκείνο το δειλινό. Καλοκαιρινό, ζεστό κι εγώ καθισμένος στην πλαγιά του λόφου, κάτω από τα μεγαλοπρεπή Αρκαδικά βουνά. Στην άκρη του δάσους από καστανιές και βελανιδιές, κοίταζα προς τα κάτω τις κεραμοσκεπές των σπιτιών του μικρού χωριού, που χρύσιζαν καθώς ο ήλιος έγερνε αργά, πηγαίνοντας να χαρίσει το ζωογόνο φως του σε άλλες πολιτείες. Να ξυπνήσει άλλους λαούς από τον λήθαργο την νύχτας. Το λυκόφως αχνοφέγγει τώρα.
«Τώρα είναι η στιγμή», έλεγε η γιαγιά μου, «που μπορεί να ακούσεις τις νεράιδες και αν είσαι εκλεκτός, να δεις και τον χορό τους κιόλας».
Είχα ακούσει πολλές ιστορίες γι’ αυτά τα εξωτικά πλάσματα.

Άρεσε στη γιαγιά να κάθεται μπροστά στο τζάκι τα χειμωνιάτικα βράδια, επηρεασμένη θαρρείς από την φλόγα και την θαλπωρή και να εξιστορεί ιστορίες στα εγγόνια της. Ή τα καλοκαίρια πάλι, στην αυλή του πετρόχτιστου σπιτιού της στην άκρη του χωριού, καθόμασταν στα χαμηλά σκαμνάκια, αν κι εμένα μου άρεσε πάντα να γυρνάω ανάποδα τον κουβά του πηγαδιού και ακούγαμε με λαχτάρα τις ιστορίες της.

Ιστορίες για ξωτικά και νεράιδες, πλάσματα που στη φαντασία των μικρών παιδιών φάνταζαν τρομακτικά, πελώρια. Απορροφημένοι από την αφήγηση, με τους γρύλους να σπάνε την ησυχία της νυχτιάς, πεταγόμασταν στον παραμικρό θόρυβο, νομίζοντας ότι κάτι θα πεταχτεί από το πηγάδι, κάτι θα βγει από το σκοτεινό πλυσταριό.

Ιστορίες που ακόμη και τώρα θυμάμαι, πολλές φορές λες και την ακούω δίπλα μου, παρόλο που έχει φύγει χρόνια τώρα.
«Είναι αλήθεια παλικάρι μου», μου είχε πει κάποια στιγμή που μεγαλύτερος πια, έδειχνα να αποδοκιμάζω τις ιστορίες της. «Κάθισε στο δάσος στο χάραμα του λυκόφωτος και καθώς ο ήλιος θα αφήνει τούτη την γη, θ’ ακούσεις το τραγούδι».

Χρόνια είχα να έρθω στο χωριό. Δουλειές, υποχρεώσεις, ταξίδια, δεν μπόρεσα ούτε να έρθω να την χαιρετήσω. Πάντα όμως ήταν στην καρδιά μου, ήμουν ο αγαπημένος της βλέπετε. Ακόμη και τότε ήμουν σίγουρος ότι το καταλάβαινε, ακόμη και τότε γνώριζε πως ήμουν δίπλα της, παρά τα χιλιάδες μίλια που μας χώριζαν και κατά περίεργο τρόπο πάντα αισθανόμουν την παρουσία της, λες κι ακολουθούσε τα βήματά μου.

Έτσι τώρα καθισμένος στην πλαγιά του λόφου, αναπολώ τις ημέρες και τα βράδια που πέρασαν, αποζητώντας ακόμη μία ιστορία της, κοιτώντας τον ήλιο να αφήνει τούτη τη γη αναζητώντας την επόμενη.

Κι εκεί στο χάραμα του λυκόφωτος ξαφνικά η φύση σιωπά, μια ησυχία ανακατεμένη με την δροσιά της νύχτας μου τυλίγει το σώμα και το δέρμα ανατριχιάζει ακούγοντας γυναικείες φωνές να διαχέονται στον αέρα, να υμνούν, να τραγουδούν…
«Άνασσα! Άνασσα Αμαδρυάς!»

Παγωμένος, χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη, με κομμένη την ανάσα και στεγνό το στόμα, κάθομαι εκεί ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο, να ακούω τις φωνές μέσα από το δάσος πίσω μου, μην τολμώντας να κοιτάξω. Κι εκεί ξύπνησα την επομένη, όταν ο ήλιος επέστρεψε σε τούτη τη γη να φωτίσει και να ζεστάνει την ψυχή της. Όταν οι πρώτες αχτίδες διαπέρασαν τα βλέφαρά μου, πετάχτηκα επάνω, τρέχοντας κάτω στο χωριό, μην τολμώντας ακόμη και εκείνη την στιγμή να κοιτάξω πίσω. Μπήκα στο μικρό πετρόχτιστο σπίτι κλείνοντας την πόρτα πίσω μου.
Ακούω ακόμη στο μυαλό μου το τραγούδι τους, σε μία γλώσσα που δεν καταλάβαινα, αλλά που σιγά σιγά έπαψε να με φοβίζει κι έρχεται στη θύμησή μου η γιαγιά μου με τα λόγια της, κολλημένος σε μία φράση της: «…και αν είσαι εκλεκτός…!»
Οι ώρες περνάνε, χωρίς να μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο. Οι σκέψεις παίζουν με την λογική και η επιθυμία έχει αρχίσει να γίνεται εμμονή. Ο ήλιος έχει αρχίσει την πορεία προς την δύση του κι εγώ την πορεία προς το δάσος, περιμένοντας το λυκόφως κάτω από την σκιά του Λύκαιου όρους, διστάζοντας στην αρχή, αλλά βαδίζοντας τελικά στην καρδιά του δάσους.
Εκεί σε ένα ξέφωτο κάθομαι στην άκρη ενός ρυακιού, ακούγοντας το κελάρυσμα του νερού και προσμένοντας τη νύχτα. Το φως σιγά σιγά χάνεται, το δάσος άρχισε να αλλάζει, αλλάζουν και οι ήχοι του. Η κουκουβάγια με τον γκιόνη έχουν αρχίσει τη δική τους ιστορία. Το καλοκαιρινό αεράκι μου δροσίζει ευχάριστα το πρόσωπο, μαζί με το νερό από το ρυάκι που ξεγελά την δίψα μου και βολεύομαι καλύτερα στη ρίζα μιάς βελανιδιάς, προσμένοντας, με μία αίσθηση φόβου. Και τελικά εκεί τα μάτια κλείνουν.
«Μάρα Ώρε, Μάνεν Νάλυε;»

Μέσα από τον ύπνο ένα ρίγος διαπερνά το σώμα και το ακινητοποιεί. Τα μάτια ανοίγουν με δισταγμό, για την θέα που θα αντικρίσουν. Ένα αχνό φως υπάρχει γύρω, χωρίς να έχει ξημερώσει και ξαφνικά καθώς αδυνατώ να κουνηθώ και μην μπορώντας να αρθρώσω ούτε μία λέξη, τη βλέπω. Με αυτά τα πράσινα μάτια και τα χρυσοκάστανα μαλλιά της καθώς φρέσκα φύλλα βελανιδιάς πλέκονται ανάμεσά τους, τυλιγμένα με ένα χρυσοκέντητο αραχνοΰφαντο μαντίλι. Ψίθυροι και συνομιλίες γύρω μου, με την ίδια γλώσσα που μου φαίνεται οικεία, που όμως είναι αδύνατον να κατανοήσω.
«Άνασσα; Άνασσα;»

Και ξαφνικά με ένα νεύμα του χεριού της απόλυτη ησυχία απλώνεται τριγύρω. Το χέρι της ακουμπά απαλά πρώτα τα μάτια, μετά τα χείλη και ύστερα τα αυτιά μου. Και συνειδητοποιώ ότι μπορώ να την ακούσω, να της μιλήσω, να συνεννοηθούμε στην ίδια γλώσσα. Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη μου και ασυναίσθητα προσπάθησα να αγγίξω τα μαλλιά της, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση και με μία αίσθηση που δεν έχω ξανανιώσει, πέφτει το μαντίλι της και τυλίγεται γύρω από το χέρι μου και μένουμε και οι δύο ακίνητοι.

Το ξέρω αυτό το μαντίλι, το έχω ξαναδεί! Θυμάμαι ένα παρόμοιο σε μία φιλντισένια μπιζουτιέρα στην παλιά σερβάντα της γιαγιάς, δεμένο με έναν κόμπο που ποτέ δεν μπόρεσα να λύσω, όσες φορές και αν προσπάθησα.

Και χωρίς να το καλοσκεφτώ, ξανατυλίγω το μαντίλι στα μαλλιά της, σ΄ αυτά τα χρυσοκάστανα μαλλιά με τα πλεγμένα φύλλα βελανιδιάς. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την λάμψη των ματιών της και το χαμόγελο που μου χάρισε.

Ξύπνησα από το κελάηδισμα των αηδονιών, μιας και ο ήλιος αργεί να φτάσει σε αυτό το σημείο του δάσους. Μία αίσθηση πρωτόγνωρη έχει κατακλύσει το σώμα και την ψυχή μου κι ένα κλαδάκι με δύο φύλλα βελανιδιάς, δεμένα με μία τούφα χρυσοκάστανα μαλλιά γεμίζει την χούφτα μου.
Τώρα γνωρίζω, ποτέ δεν θα είμαι πια μόνος όταν επιστρέψω για πάντα…

 

Γιώργος Κύριλλος.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook