TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Αμαρτίες ανθρώπων

Αμαρτίες ανθρώπων

Ο αδερφός Κλήμης ήταν ήδη πάνω από τριάντα μέρες κλεισμένος μέσα στο κελί του. Οι υπόλοιποι μοναχοί του μοναστηριού, είχαν θορυβηθεί. Ο αδερφός Κλήμης ήταν πάντα κλειστός τύπος είναι η αλήθεια. Τα δύο τελευταία χρόνια που είχε έρθει στο μοναστήρι, έβγαινε σπάνια από το κελί του. Μόνο στον εσπερινό πήγαινε ανελλιπώς και που και που στο γραφείο του Ηγουμένου για να συζητήσουν. Όμως αυτή τη φορά είχε παραγίνει. Δεν έτρωγε καν. Κάθε βράδυ ένας αδερφός πήγαινε στην πόρτα του και άφηνε ένα δίσκο φαγητό, μα πάντα τον βρίσκαν ανέγγιχτο. Χτυπούσε την πόρτα να δει αν είναι καλά ο αδερφός Κλήμης και καθώς ποτέ δεν έπαιρνε απάντηση, ακουμπούσε το αυτί του στη θύρα. Πάντα με πάντα άκουγε από μέσα λυγμούς.

Ο αδερφός Κλήμης, υπήρξε παπάς πριν μπει στο μοναστήρι. Μεγαλωμένος ως μοναχοπαίδι από πατέρα θεολόγο, πάντα ήταν κοντά στην εκκλησία. Αλλά από παιδάκι ακόμα ήταν φοβερά ευαίσθητος. Κάθε αδικία, κάθε πόνος των συνανθρώπων του, τον συγκλόνισε βαθιά και έκανε την ψυχή του να βουλιάζει και τα μάτια του να δακρύζουν. Όταν μεγάλωσε και έλαβε το χρίσμα, αυτή του η ευαισθησία μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ. Έπαιρνε βαθιά μέσα του όλα τα αμαρτήματα που του εξομολογούνταν οι πιστοί στο ποίμνιο του αλλά και όλα όσα άκουγε τριγύρω. Κάθε είδηση που ακούγονταν για κακοποιήσεις παιδιών και γυναικών, κάθε δελτίο ειδήσεων με σκηνές πολέμου και θανάτου, τον έκανε να κλαίει σαν μωρό για μερόνυχτα ολόκληρα. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Δεν άντεξε άλλο. Σαν χθες θυμάται που παρακολουθούσε στα κανάλια την υπόθεση ενός πατέρα – τέρας που δολοφόνησε το κοριτσάκι του και προσπάθησε να εξαφανίσει το νεκρό κορμάκι. Εκεί έσπασε. Άφησε το εκκλησίασμα του και μπήκε στο μοναστήρι.

Όμως Δυστυχώς τα στεγανά του μοναστηριακού βίου δεν άφηναν όλα τα νέα μακριά τους. Ειδικά όσα αφορούσαν τους ανθρώπους του Θεού. Έτσι, λίγο καιρό πριν ακούστηκαν ψίθυροι για κάποιον παπά που βίαζε κατ’ εξακολούθηση το θετό του παιδί. Ο αδερφός Κλήμης δεν πίστευε στα αυτιά του όταν το άκουσε. Δεν ήταν μόνο για το αποτρόπαιο της πράξης του ανίερου παπά. Αυτή τη φορά, η θλίψη του γεννήθηκε κυρίως από το όνομα του ιερέα. Του ξύπνησε θύμισες που χρόνια πάλευε να αφήσει πίσω του. Από εκείνη τη στιγμή κλείστηκε στο κελί του και δεν σταμάτησε να κλαίει.

Σκεφτόταν διαρκώς τον παλιό του συμφοιτητή στην ιερατική σχολή. Εκείνον τον τύπο που καθημερινά τον κορόιδευε και τον πείραζε για τις ευαισθησίες του. Τα πειράγματα του ήταν τόσο σκληρά που είχε σκεφτεί να εγκαταλείψει τη σχολή. Αλλά δεν το έκανε. Όταν ο συμφοιτητής έφτασε να τον παρενοχλεί και με άσκηση βίας εκτός από λόγια, μπήκε στη διαδικασία να πάει να τον καταγγείλει στη διεύθυνση της σχολής. Αλλά πάλι δεν το έκανε. Έσφιξε τα δόντια και άντεξε. Έκλαιγε κάθε νύχτα αλλά άντεξε. Μα να που τώρα το μετάνιωνε πίκρα. Αν είχε τότε μιλήσει. Αν είχε πει όσα τράβηξε, ίσως τώρα ο παπάς-βιαστής να μην είχε κατορθώσει να εκπληρώσει τις βρόμικες ορέξεις του στο αθώο πλάσμα.

Τώρα εξαιτίας της αλλοτινής του δειλίας, βίωνε ανυπόφορο πόνο. Οι σπαραγμοί συγκλόνισαν το κορμί του. Τα μάτια του ανάβλυζαν πηχτά δάκρυα. Από μικρός υπήρξε κοινωνός ενός θαύματος. Κάθε που έκλαιγε από βάθος ψυχής για κάποιο τραγικό γεγονός, τα δάκρυα του αντί για υδαρή, γίνονταν ελαιώδη. Πυκνά και βαριά Σαν καθαρό λάδι ελιάς. Συνήθιζε να τα μαζεύει προσεχτικά σε μικρά μπουκάλια. Ως κληρικός συνήθιζε να τα χρησιμοποιεί στο άναμμα των καντηλιών της Εκκλησίας του, πιστεύοντας πώς έτσι, θα εξάγνιζε λίγη από την αμαρτία των ανθρώπων.

Πάλι όμως κάτι διαφορετικό συνέβαινε αυτή τη φορά. Ο πόνος που ένιωθε για την αμαρτία της ανθρωπότητας μπλέκονταν με τις ενοχές του ίδιου. Η δική του αμαρτία αναγνώρισε πλέον ότι ήταν η δειλία. Η σιωπή του συναινούσε τόσα χρόνια σε όσα ανοσιουργήματα είχε ακούσει. Όσα καντήλια και αν άναβε με τα δάκρυα του, κανένα βάρος δεν σήκωνε από τις πλάτες του κόσμου πρωτύτερα. Τώρα όμως; Τώρα μετανοούσε. Μετανοούσε που ο ίδιος έμενε τόσα χρόνια θεατής. Που πρακτικά δεν έκανε τίποτα να αλλάξει τα έργα του σατανά γύρω του. Αυτή τη φορά δάκρυσε με δάκρυα όχι θλίψης για τις αμαρτίες των ανθρώπων, αλλά και αναγνώρισης των δικών του σφαλμάτων. Έκλαιγε και προσευχόταν ζητώντας συγχώρεση όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό του. Και το έλαιο δεν ανάβλυζε μόνο από τα μάτια του αλλά και από κάθε πόρο του κορμιού του. Ίδρωνε λάδι και το κορμί του έλιωνε σιγά-σιγά και χυνόταν στο πάτωμα. Γι αυτό δεν έβγαινε πλέον έξω από το κελί. Το δικό του θαύμα θα τρόμαζε σίγουρα και τον πιο πιστό αδερφό της μονής. Ο αδερφός Κλήμης ήξερε πια τι χρειαζόταν για να σωθεί ο κόσμος. Έναν τρόπο να κοινωνήσει όσα βιώνει, σε κάθε ορθόδοξη ψυχή. Το έλαιο του ήταν το μέσον. Αυτό θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να μεταφερθεί σε όλους. Και έτσι έγινε.

Μ.Σάββατο:
Έξω από την εκκλησία, οι πιστοί είχαν συγκεντρωθεί. Ανυπομονούσαν να πάρουν το Άγιο φως. Να γυρίσουν σπίτι να φάνε επιτέλους. Ο Παύλος ήταν μέσα στα νεύρα. Του την έδινε ο κόσμος. Τον νευρίαζε και ο μικρός που έκλαιγε διαρκώς σήμερα. Είχε και εκείνες τις υποχρεώσεις στη δουλειά που δεν άφηναν το μυαλό του να ηρεμήσει παρά την αργία των ημερών. Άντε να τέλειωνε το ρημαδοπάσχα να γυρνούσε σπίτι του, σκεφτόταν. Κάποιος τον σκούντησε κατά λάθος. Νευρίασε κι άλλο. Ο μικρός του τραβούσε το μπατζάκι κάτι να του πει. Γύρισε θυμωμένος. Τι θέλεις πια; Με έχεις πρήξει! Ετοιμάστηκε να πει. Αλλά εκείνη τη στιγμή βγήκε το Άγιο φως. Ο Παύλος άναψε το κερί του. Με το που κράτησε την φλόγα στα χέρια του, κάτι άλλαξε μέσα του! Ένιωσε ανείπωτη γαλήνη. Υπέρτατη ηρεμία. Και αγάπη. Πρωτοφανή αγάπη για όλους. Για το παιδί φυσικά, αλλά και, τι παράξενο, ακόμα και για τους γύρω του. Και ακόμα πιο περίεργο, ένιωσε σε μια μόλις στιγμή ότι αγάπησε ξανά τον εαυτό του! Κοίταξε τριγύρω. Όλοι, μικροί μεγάλοι κοιτούσαν τα αναμμένα τους κεριά και χαμογελούσαν. Κανείς δεν μιλούσε. Κανείς δεν βιαζόταν να πάει για φαΐ. Δάκρυα ευτυχίας γέμισαν όλα τα μάτια. Και ο κόσμος ενώθηκε σε μια τεράστια αγκαλιά.

Λίγες μόλις μέρες πριν, το κελί του αδερφού Κλήμη βρέθηκε με ανοιχτή την πόρτα. Τα ράσα του ήταν καλοδιπλωμένα στο κρεβάτι του. Τίποτε άλλο δεν υπήρχε. Μόνο ένα μεγάλο δοχείο στη μέση του κελιού, γεμάτο λάδι. Και ένα σημείωμα που παρακαλούσε να σταλεί στα Ιεροσόλυμα ώστε να γεμίσουν με αυτό τα καντήλια του Πανάγιου τάφου. Αυτά, που δίναν το Άγιο φως.

Η μετάνοια του πατέρα Κλήμη, είχε επιτέλους βρει το δρόμο για να σκορπίσει την αγάπη μέσω του Αγίου Φωτός, σε κάθε σημείο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Κέλλυ Σ.

-que serra-
Αν οι λέξεις ήταν σάρκα θα ήταν ο ένας και μοναδικός αδιαφιλονίκητος εραστής που θα διάλεγα. Αν ήταν τόπος θα έχτιζα εκεί το τσαρδί μου και δεν θα επιθυμούσα ποτέ να ταξιδέψω οπουδήποτε αλλού. Αν ήταν γεύση θα έτρωγα ώσπου να ξεχειλίσω. Ευτυχώς θεοί! Οι λέξεις είναι λέξεις και έτσι μπορώ να προσπαθώ που και που να τις τιθασεύω αντί αυτές να με ελέγχουν.
Κέλλυ Σ.

Latest posts by Κέλλυ Σ. (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *