TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Ανάθεμα σε, δε με λυπάσαι;

Ανάθεμα σε, δε με λυπάσαι;


«Αννέτα, θα έρθεις το βράδυ, ναι;»

[Όχι, δεν θέλω. Με έχετε πρήξει με αυτήν την κωλοέξοδο.]
«Ναι, Λενιώ μου. Θα έρθω. Θα περάσεις να με πάρεις;»
«Ναι, εννοείται. Θα έρθω με το αμάξι του μπαμπά γιατί το δικό μου είναι συνεργεία, θυμάσαι τότε που μου το τράκαραν, και που λες…»
Η Αννέτα άφησε την φίλη της να παραλυρεί στο τηλέφωνο για ακόμα λίγα λεπτά, κουτσομπολεύοντας όσους ήταν να έρθουν στην έξοδο και μετά, όσο διακριτικά μπορούσε, έκλεισε τη γραμμή. Πέταξε το κινητό στο κρεβάτι και ξάπλωσε πίσω, αφήνοντας τις μπούκλες της να πέσουν μπροστά στα μάτια της.
Μην χάσουμε την γιορτή του μαλάκα.

Από την αρχή απορούσε γιατί είχε δεχτεί να πάει. Εκείνος θα το περίμενε πώς και πώς να μοστράρει το νέο του καριολάκι που τσίμπησε σ’ εκείνο το συνέδριο στην Μάλτα.
«Από εδώ η κοπέλα μου, η Μαντλίν. Δικηγόρος, ποινικός παρακαλώ, σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο στο Παρίσι».
Ναι, το τσόλι.
Δεν της άρεσε που σκεφτόταν έτσι για μία άγνωστη. Αυτόν έπρεπε να βρίζει. Η κοπέλα δεν έφταιγε σε τίποτα αν εκείνος ήταν μία απάτη από την αρχή. Σηκώθηκε και κοίταξε την ανοιχτή βαλίτσα με τα πεταμένα ρούχα μέσα της. Δεν την είχε αγγίξει εδώ και πόσες βδομάδες. Ακόμη πίστευε, στο μυαλό της, ότι θα μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, σ΄εκείνη την καταραμένη μέρα, και να την κλείσει, να πάρει το ταξί για το αεροδρόμιο και να φύγει μαζί του για το συνέδριο.
Δεν το έκανε όμως.
Και το πληρώνει ακόμα.
Χτύπησε το κινητό της κι είδε το όνομα της Λεννιώς στην οθόνη. Δεν άντεχε κι άλλο κουτσομπολιό, θα τα άκουγε και το βράδυ. Την απέρριψε και μπήκε στο μπάνιο να μουλιάσει κάνα 3ωρο μήπως και ξεπλύνει όλη την κακή της διάθεση.
Όταν βγήκε, βρήκε δύο μηνύματα από την φίλη της που της έλεγε ότι δεν προλάβαινε να περάσει να την πάρει κι ότι καλύτερα να τα πουν απευθείας στο μαγαζί. Την Αννέτα δεν την χάλασε καθόλου, περισσότερες στιγμές ηρεμίας. Να πάει, να πιει δύο ποτά, να ευχηθεί χρόνια πολλά στον μαλάκα, να χαιρετίσει και να φύγει. Να γυρίσει σπίτι να αγκαλιάσει τα αγαπημένα της μαξιλάρια και να δει νετφλιξ ως το πρωί.

Δύο ώρες αργότερα βρισκόταν μέσα στο ταξί, καθ’ οδόν για το μαγαζί. Η νύχτα ήταν δροσερή, από τις πρώτες φθινοπωρινές του Οκτωβρίου μετά από ένα καλοκαίρι που έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ. Είχε φορέσει το αγαπημένο της μαύρο φόρεμα με ένα ζακετάκι ριγμένο στους ώμους της. Τα μαλλιά της τα είχε σηκώσει ψηλά με δύο μπούκλες να πέφτουν από αριστερά.
Έτσι δεν σου άρεσαν; Για να δούμε τι θα πεις σήμερα.
Έπαιζε ύπουλα, το ήξερε. Θα ήταν μαζί με την γκόμενα κι εκείνη ήθελε απλά να βυθίσει το βλέμμα του πάνω της. Δεν ήξερε για ποιον λόγο το έκανε, δεν τον ήθελε πια, ή τον ήθελε;

Πφφ, σκατά. Τίποτα. Έτσι μου έρχεται να πω στον ταξιτζή να γυρίσει πίσω και-
Ήταν αργά. Μόλις είχαν φτάσει. Μηχανικά τελείως πλήρωσε, κατέβηκε, πέρασε απέναντι, κοντοστάθηκε στην είσοδο, άναψε ένα τσιγάρο το οποίο το έσβησε μετά από δύο τζούρες, έφτιαξε το φόρεμά της και μπήκε μέσα.
Το μαγαζί άδειο. Δύο σερβιτόρες καθάριζαν τον πάγκο και μόνο μία παρέα χαζογελούσε στο βάθος. Κοίταξε το ρολοι της. Δεν είχε έρθει νωρίς, μάλιστα είχε αργήσει και δέκα λεπτά.
Τι σκατά; Πλάκα μου κάνουν;
Πλησίασε μία σερβιτόρα και της είπε ότι είναι για το τραπέζι που έχει γίνει κράτηση στο όνομα Βασιλείου. Η κοπέλα της απάντησε ότι δεν υπήρχε καμία κράτηση για σήμερα κι ότι θα έκλειναν σε λίγο γιατί δεν είχαν καθόλου κόσμο.
Η Αννέτα οριακά συγκρατήθηκε για να μην βρίσει Θεούς και Δαίμονες. Έπιασε το κινητό της κι ετοιμάστηκε να καλέσει την Λενιώ.
Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν. Η μουσική που έπαιζε χαλαρά, σταμάτησε.
«Τι γίνεται; Τι σόι πλάκα είναι αυτή; Λενιώ;»
Καμία απάντηση. Γύρισε για να βρει την έξοδο και να δώσει ένα τέρμα σ’ αυτό το ηλίθιο αστείο.
«Όχι τόσο γρήγορα, αγάπη μου».
Σταμάτησε. Κάπου έχασε την ανάσα της κι ένα χτύπο στην καρδιά της, έψαξε να τα βρει, μάταια. Της έπεσε το κινητό. Την φωνή του θα την αναγνώριζε όσο καιρό κι αν είχαν να μιλήσουν.
«Γρηγ-»
«Αυτοπροσώπως. Γύρνα από την άλλη σε παρακαλώ».

Στον απέναντι τοίχο ένας προβολέας έριχνε φως κι ένα ρολόι άρχισε να μετράει αντίστροφα από το 10 λες κι ήταν έτοιμη να παρακολουθήσει ταινία στο σινεμά. Εκείνος, πουθενά.
«Πού… πού είσαι; Τι γίνεται εδώ;»
«Σκασμούλης λίγο και παρακολούθα».

Ξεροκατάπιε. Σπάνια είχε τέτοια αποφασιστικότητα η φωνή του. Έψαξε στα τυφλά μία καρέκλα από δίπλα της και κάθισε να παρακολουθήσει.

Η προβολή είχε ξεκινήσει κι η Αννέτα, σε κάθε καρέ, ένιωσε το στήθος της να βαραίνει και να πονάει. Έβλεπε σκηνές από το γυμνάσιο, από τα διαλείμματα, από τις εκδρομές, από τα πάρτι, από τις βόλτες. Μετά λύκειο. Μετά Πανεπιστήμιο. Φωτογραφίες με την παλιά παρέα, εκείνη, η Λενιώ, η Στέλλα, ο Δημήτρης, ο Γρηγόρης…
Φωτογραφίες διαλεγμένες μία προς μία. Σε κάθε εικόνα, η Αννέτα στον κόσμο της, να γελάει, να φωνάζει, να χορεύει κι από μακριά ένας Γρηγόρης να την βλέπει και να λιώνει. Να πίνει μόνος του, να παρακαλάει για ένα βλέμμα της, για ένα άγγιγμά της. Και κάθε φορά η Αννέτα πετούσε χαρταετό.

Τα είχε ξεχάσει όλα αυτά. Λάθος – έκανε ότι τα είχε ξεχάσει. Δεν την συνέφερε να τα θυμάται. Δεν είχε καταλάβει πόσα λεπτά παρακολουθούσε αλλά ένιωθε σαν να είχαν περάσει μέρες, μήνες, χρόνια.Τόσα χρόνια που δεν του έδινε σημασία έπεσαν βαριά σαν άγκυρα μέσα της.

Και μετά η φωτογραφία από την έξοδο που φιλήθηκαν. Λίγες εικόνες από το ελάχιστο διάστημα που υπήρξαν ζευγάρι. Η εικόνα από τα εισιτήρια που είχε κλείσει εκείνος για να πάνε στο συνέδριο. Εικόνα από το μήνυμα που του έστειλε ότι δεν θα πήγαινε τελικά μαζί του γιατί… γιατί δεν έχει σημασία. Δικαιολογίες.
Η προβολή σταμάτησε.
Τα φώτα άνοιξαν.
Στεκόταν μπροστά της, με τα χέρια σταυρωμένα, ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στο πρόσωπό του κι ένα βλέμμα θανατηφόρο.
Τόσο όμορφος και τόσο…
«Δεν… δεν έχω τι να πω», του είπε με κομμένη ανάσα.
«Δεν πειράζει, έχω εγώ» απάντησε κι έκατσε σε μία καρέκλα απέναντί της. Άρπαξε μία κιθάρα που ήταν κρυμμένη πίσω από ένα τραπέζι, την έβαλε στα γόνατά του και ξεκίνησε να παίζει.

«Ανάθεμά σε, δεν με λυπάσαι, που καίγομαι και λιώνω.
Που μ’ έκανες και σ’ αγαπώ και τώρα μαραζώνω».

Τόσα χρόνια έλιωνε που την έβλεπε, τόσα χρόνια την είχε ανάγκη και τόσα χρόνια αυτή τον είχε δεδομένο. Ο Γρηγοράκος. Ο φιλαράκος της. Και τώρα;

Το τραγούδι τελείωσε. Ο Γρηγόρης άφησε την κιθάρα στην άκρη κι έσκυψε προς το μέρος της.
«Κρέμομαι από τα χείλη σου κι είμαι στο έλεος σου», της είπε ψιθυριστά.
Κι η Αννέτα αποφάσισε να μην τον αφήσει άλλο να κρέμεται, να μην περιμένει, να μην μαραζώνει. Τον άρπαξε και τον φίλησε με πάθος. Κανείς τους δεν έδωσε σημασία στην παρέα τους που πετάχτηκε από παντού και τους χειροκρότησε γελώντας.

Ήταν η στιγμή τους.

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιάννης Σιδέρης

Γεννήθηκα ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι... (ψέματα, Γενάρη γεννήθηκα αλλά δεν έχει καμία σημασία). Από μικρός ήθελα να γίνω ξυλοκόπος και το διαλαλούσα με τον ευφάνταστο, πλέον, τρόπο λέγοντας “Θέλω να γίνω πριονός!” (ξυλοκόπος με πριόνι). Από τότε κατάλαβα ότι έχω πολύ μούρλα για να την αφήσω να συσσωρεύεται. Ξεκίνησα να γράφω σε τετράδια, θρανία, τοίχους, πίνακες, λαδόκολλα από σουβλάκια. Μέχρι που βρέθηκε το μαγικό πληκτρολόγιο και πλέον ταλαιπωρώ τους πάντες στο διαδίκτυο.
Είμαι 23 χρονών ανάποδα, μου αρέσουν οι φράουλες και τα τζετ σκι. Στον ελεύθερο μου χρόνο, το παίζω σοβαρός (πολύ σπάνιο) και διαβάζω (ακόμα πιο σπάνιο).
Γιάννης Σιδέρης

Latest posts by Γιάννης Σιδέρης (see all)