Αναζητώντας τη χαμένη κουτάλα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Απ’ το παράθυρό μου, ακούω το τελευταίο τρένο να περνά κραυγάζοντας το όνομά σου. Μυρίζει αλμύρα και ζέστη. Οι τροχοί σφυρηλατούν τις ράγες, οι σπινθήρες από το καυτό μέταλλο στριγγλίζουν και έπειτα βουτούν στο νερό της θάλασσας να ξεδιψάσουν.
Ένα μωρό σιγοκλαίει στην αγκαλιά μου, ένα παιδί ρουθουνίζει στο κρεβάτι μου. Εσύ μακριά. 5 χρόνια πίσω.
Στα όνειρα μου δεν μου ανήκεις. Οδηγώ μονάχη ένα ξιπασμένο αυτοκίνητο που τρίζει ασταμάτητα. Στους εφιάλτες μου πάλι απών. Δύο πτώματα κάνουν έρωτα κάτω από ένα σιντριβάνι. Οι πατούσες τους προεξέχουν, τα δάχτυλα των ποδιών τους κινούνται ακόμα ανεπαίσθητα.
Μία δεξαμενή δάκρυα στο πάτωμα, σφουγγαρίζω αδιάκοπα.
Η κουζίνα μού ετοιμάζει πόλεμο. Άκουσα τα πιάτα να το συζητούν, τα μαχαιροπίρουνα να καταστρώνουν σχέδιο εξόντωσης και την κατσαρόλα να σιγοντάρει τις φαντασιώσεις τους. Θα ξεκινήσουν είπαν με τον απορροφητήρα, για να κάνουν αντιπερισπασμό.
Κάθε μέρα ψάχνω την ξύλινη κουτάλα.
Καμιά φορά την παίρνει η μικρή και ανακατεύει τους Ινδιάνους, έπειτα τους ραντίζει με τριφύλλι και τους σκορπίζει στο πάτωμα. Το πάτωμα όλο νερό και χυμένους Ινδιάνους.
Ψάχνω τη σκηνή να τους βάλω μέσα, μα το μωρό βυζαίνει ατελείωτα και η σκηνή τους γεμίζει γάλατα. Γάλατα στο κόκκινο, γάλατα στο κίτρινο. Σαν να παίζουμε ρουλέτα. Σίγουρα μας περιμένει ένα ξινισμένο μέλλον.
Όταν παίρνω πίσω την κουτάλα, η μικρή απλώνει τον πόνο της απώλειας στο πάτωμα. Όλα στο πάτωμα. Τα πόδια μου τσαλαβουτούν στην απελπισία. Δεν με νοιάζει πια το φαγητό, σβήνω το μάτι της κουζίνας και κάθομαι και εγώ στο πάτωμα. Είναι ωραία εδώ. Έχει δροσιά και ελευθερία. Με κοιτάει με διψασμένα χέρια και την ανεβάζω στην αγκαλιά μου. Το μωρό την κλοτσάει, δεν θέλει ελευθερία, θέλει βυζί. Εξάλλου αυτός γεννήθηκε ήδη ελεύθερος. Η ελευθερία του δαγκώνει την πατούσα και μού γλιστράει από τα χέρια. Προλαβαίνω να την φυλακίσω για λίγο πριν βουτήξει και αυτή στο πάτωμα.
“Φτάνει! Δεν χωράει τίποτα άλλο κάτω!” αρχίζω να ωρύομαι και ακροβατώ ως το νεροχύτη. Προσπερνώ τους Ινδιάνους, τις κατσαρόλες, τα άδεια μπουκάλια και την ξύλινη κουτάλα που προεξέχει κάτω από τον καναπέ και φτάνω στο παράθυρο.
Στο ένα χέρι βαστώ το μωρό παραμάσχαλα και με το άλλο προσπαθώ να χαμηλώσω τις γρίλιες. Η ελευθερία ακόμα καταμεσής στο δωμάτιο. Το μυαλό μια ακατάστατη αποθήκη με χαλασμένο το διακόπτη του φωτός, μπάζει από παντού, και ‘γω υπνοβατώ, ελπίζοντας να αποκοιμηθεί η κομπανία αυτή μπας και μας βρει μονιασμένους το ξημέρωμα.

Σέρνω την ελευθερία στο κρεβάτι και αυτή νοτίζει με τα δάκρυα της το μαξιλάρι. Έτσι κοιμάται καλύτερα. Βάζω στις άκρες του κρεβατιού μαξιλάρια να μην τη χάσω και ξαπλώνω μακριά της.

Το μωρό σαλιώνει τον ώμο μου και εγώ κοιτάζω το ρολόι. Πήραμε ρολόγια χωρίς λεπτοδείκτες για να μη μας θορυβεί ο χρόνος που χάνεται. Οι δείκτες έχουν στηλώσει τα πόδια τους. Η ώρα περασμένη και ακόμα λείπεις. Βυθίζομαι στις αναμνήσεις. Ένας ανεμοστρόβιλος ολόγυρά μου, προσπαθώ να τον σκαρφαλώσω με τεντωμένα τα χέρια.

Στροβιλίζομαι.

Άφησα πάλι ένα βιβλίο στη μέση και έμεινε μια τσάκιση επάνω στο προσκέφαλο. Οι σελίδες κυματίζουν μέσα μου και έπειτα σωριάζονται και αυτές χάμω, περιμένοντας κάποιον να τις μαζέψει.

Ο χρόνος κλείνει τα πόδια του στις μασχάλες μου. Κλείνω τα βλέφαρα για δυο λεπτά και ζω μια δεύτερη ζωή. Μια σουβλιά στο γόνατο με ακολουθεί.

Όταν ξυπνώ, το όνειρο σταδιακά ξεθωριάζει, μα η σουβλιά παραμένει.

Το τελευταίο τρένο σφυρίζει, με τραβά μακριά από τον καθημερινό λήθαργο, με σέρνει μερικά χιλιόμετρα μακριά από την αφετηρία και έπειτα φεύγει χωρίς εμένα. Έφυγες χωρίς εμένα. Φεύγω χωρίς εσένα. Καληνύχτα. Καληνύχτα…

“Θεία, γιατί έχει την ίδια λέξη δύο φορές;” – “Για έμφαση, Σοφία μου”.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook