Περιμένω.

Παραμονή Χριστουγέννων. Δέκα και οκτώ λεπτά. Τα νύχια μου ξύνουν νευρικά το φαγωμένο από το χρόνο χρώμα στο τραπέζι του κουβούκλιου ενώ το βλέμμα μου τρέχει μέσα στο χώρο χωρίς να βρίσκεται εκεί στην πραγματικότητα. Κάθομαι πάνω στην ετοιμόρροπη καρέκλα και προσπαθώ ενστικτωδώς να αποφύγω το βλέμμα της κυρίας που κάθεται στο διπλανό κουβούκλιο, η οποία προσπαθεί να κλέψει τη ματιά μου για να μου μιλήσει, να κάνει κι αυτή κάτι για να περάσει ο χρόνος πιο γρήγορα. Δεν τα καταφέρνω.

«Περιμένετε κι εσείς κάποια; Συγγενή σας;»
«Ναι, την αδερφή μου»
«Είναι πολύ καιρό μέσα;»
«Σχεδόν χρόνο»
«Πως είναι; Την παλεύει;»
«Είναι δυνατή, θα αντέξει»

Στρέφω το βλέμμα αλλού, δεν θέλω να μιλήσω άλλο.
Περιμένω.

Καταπίνω το λυγμό μου. Υποσχέθηκα πως δεν θα αφήσω τον πόνο να σημαδέψει τα μάτια μου όταν τη δω. Ακούγεται η ίδια τόσο φοβισμένη στο τηλέφωνο που θα ήταν οξύμωρο να με δει να κλαίω τη στιγμή που το μόνο που χρειάζεται η ίδια είναι στήριξη. Ποιος θα το φανταζόταν ότι αυτή ειδικά η γυναίκα θα χρειαζόταν στήριξη…. Από τότε που ήμαστε παιδιά αυτή ήταν πάντα η δυνατή. Εγώ η συναισθηματική. Αυτή στεκόταν βράχος στο σχολείο απέναντι στους «ισχυρούς», εγώ έκλαιγα με μαύρο δάκρυ για όλα τα πειράγματα που ανεχόμουν. Εγώ έπεφτα στα πατώματα μετά από κάθε χωρισμό, αυτή έτρεχε να με μαζέψει και να με χαστουκίσει για να δω τη λίγη ψυχή του άλλου. Αυτή υπήρξε πάντα η σοβαρή, η υπεύθυνη, το άτομο που όλοι βασίζονταν πάνω του, εγώ αυτή που έμπλεκε στις πιο εξωφρενικές καταστάσεις και σωζόμουν πάντα την τελευταία στιγμή γιατί είχα τον φύλακα άγγελο καρφωμένο στον ώμο.
Σήμερα, εγώ είμαι καθισμένη εδώ ενώ αυτή βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα.

Περιμένω.

Νιώθω να πνίγομαι ξαφνικά. Θέλω να σηκωθώ και να σπάσω το τζάμι μπροστά μου, να πιάσω το μισοχαλασμένο τηλέφωνο που με κοιτάζει κοροϊδευτικά και να το κοπανήσω με δύναμη πάνω του, πάνω στην κύρια δίπλα μου, πάνω στον τοίχο. Θέλω να ουρλιάξω, να αφήσω όλα αυτά τα γιατί που με βασανίζουν τόσους μήνες να ξεχυθούν από μέσα μου και να ανοίξουν τις καγκελόπορτες. Γιατί έγινε. Γιατί το έκανε. Γιατί δεν μου είπε ποτέ τίποτα.
(Είμαι θυμωμένη. Είμαι πληγωμένη. Νιώθω ενοχές)

Η αρχιφύλακας με κοιτάζει καχύποπτα, γυρίζω το βλέμμα μου στον τοίχο στην απέναντι πλευρά και το αφήνω να χαθεί στο μισοφαγωμένο μπεζ χρώμα. Σκατί, σκέφτομαι, σαν την κατάσταση που ζει.

Περιμένω.

Η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται στο κατώφλι. Το βλέμμα της τριγυρνάει γεμάτο προσμονή στο χώρο, με προσπερνάει για κλάσματα του δευτερολέπτου, επιστρέφει πάνω μου και με αναγνωρίζει. Βλέπω μέσα της την έκπληξη, τη ντροπή, την αγάπη, τη χαρά, την αμηχανία και αμέσως σηκώνομαι και αγγίζω το τζάμι. Αγγίζει την παλάμη μου από την άλλη πλευρά του τζαμιού. Σηκώνει το ακουστικό.
«Δεν το πιστεύω….»
«Στο υποσχέθηκα, βρήκα τον τρόπο και ήρθα»

Το χαμόγελο της κάνει το δωμάτιο να λάμψει. Για λίγο ξεχνάμε που βρισκόμαστε και ξαναγυρίζουμε νοερά στην εποχή που ως κολλητές φίλες ήμαστε καθισμένες στο κρεβάτι της και φιλοσοφούσαμε τη ζωή. Στην εποχή που συνειδητοποιήσαμε ότι οι ζωές μας θα είναι ενωμένες, πως ο ψυχικός δεσμός μας θα κρατήσει για πάντα, πως θα εκμυστηρευόμαστε τα πάντα η μία στην άλλη. Τα πάντα. Εκτός από αυτό που συνέβη.
(Τη μισώ. Με μισώ. Πονάω)

«Ξεφτίλα ρε γαμώτο….»
«Αν το πεις ξανά, θα φύγω!»
«Μα…»
«Δεν έχει μα, γάμησε με, είσαι καλά; Προσέχεις τον εαυτό σου;»

Τα μάτια της βουρκώνουν. Στα δικά μου το απαγορεύω. Της λέω μία χαζομάρα και αμέσως γελάει. Ευτυχώς που έχω το χάρισμα να μετατρέπω τη δυστυχία σε γέλιο, αυτό πάντα την έκανε να βγαίνει από το βούρκο της μιζέριας που έμπαινε ενστικτωδώς και να βλέπει το φως. Ήταν ίσως το μοναδικό μυστικό όπλο μου στη σχέση μας, αυτό θα βοηθήσει τώρα. Δεν έχω κάτι άλλο εύκαιρο.

«Ρε φίλε, πως έχεις αδυνατίσει έτσι; Κορμάρα έγινες! Κατάφερες επιτέλους να κάνεις το όνειρο σου πραγματικότητα, να φτάσεις τα κιλά που είχες στο λύκειο!»
«Ναι, είδες; Έχει και τα καλά του το άθλιο φαγητό που μας δίνουν εδώ μέσα…»

Την κοιτάω. Είναι αυτή που ξέρω τόσα χρόνια αλλά δεν είναι η ίδια πλέον. Λείπει η δύναμη της, αυτή η εσωτερική λάμψη που την έκανε τόσα χρόνια να βάζει το κεφάλι κάτω και να ορμάει προς την επίτευξη των στόχων της. Θέλω να την πάρω αγκαλιά και να της πω «Μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά αγαπημένη μου» αλλά δεν βγαίνει φωνή από μέσα μου. Είναι κούφια λόγια και το ξέρουμε και οι δυο μας. Είναι ίσως η πρώτη φορά στη ζωή μου που δεν ξέρω τι να πω. Δεν ξέρω ποιες είναι οι σωστές λέξεις που θα της δώσουν τη δύναμη να παλέψει και αυτό κάνει την απόγνωση μου μεγαλύτερη. Είναι η μοναδική φορά που δεν μπορώ να βοηθήσω, ανήμπορη εντελώς. Εγώ που δίνω κουράγιο στους ανθρώπους στα δύσκολα, στέκομαι τώρα μπροστά της και έχω χάσει τα λόγια μου. Ο,τι και να πω θα ακουστεί μάταιο, ψεύτικο, για πέταμα.
(Με σιχαίνομαι. Με κατηγορώ. Διαλύομαι)

«Δεν την παλεύω, δεν ξέρω τι θα κάνω…»
«Θα την παλέψεις, με ακούς; Έχεις ζήσει πολύ χειρότερες καταστάσεις και έχεις επιβιώσει, θα το ζήσεις κι αυτό και θα βγεις νικήτρια!»
«Δεν έχω κουράγιο πλέον, θέλω να βγω»
«Θα βγεις μωρό μου, θα βγεις τόσο σύντομα που δεν θα το πιστεύεις ούτε εσύ η ίδια…»
«Μου λείπεις…»
«Σ’ αγαπάω…»

Περιμένω.

Ο βλοσυρός αστυνομικός στην έξοδο μου δίνει την ταυτότητα και το κινητό μου. Φοράω αφηρημένα το μπουφάν μου και οδηγώ τα πόδια μου προς την κλειδωμένη είσοδο. Ακούγεται ένας βόμβος, σπρώχνω τη σιδερένια πόρτα της φυλακής και βγαίνω στον καθαρό αέρα. Συνειδητοποιώ ότι τόση ώρα κρατάω την αναπνοή μου και αφήνω να βγει από μέσα μου ο παγιδευμένος αέρας. Ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου και κάθομαι πίσω από το τιμόνι. Ανάβω τσιγάρο, κοιτάζω το συρματόπλεγμα πάνω στη μάντρα και αφήνω επιτέλους τα δάκρυα να κυλήσουν. Κλαίω με λυγμούς ατελείωτα, αφήνοντας προς στιγμήν τον πόνο να ξεσπάσει και να χαθεί στον ουρανό.

Και περιμένω.

 

A pause in time