Άκουσε με μικρό ανθρωπάκι πριν για πάντα χαθείς κάτω από την αλληγορική μου σόλα. Δεν με άκουγες χρόνια τώρα, μα δεν φταις. Εγώ φταίω που στα ψιθύριζα. Εγώ φταίω που νιαούριζα αντί να ξεστομίζω λέξεις δυνατές, στιβαρές, γεμάτες.

Πάψε για μια φορά και άκουσέ με. Πολλές φορές φανταζόμουν να σε δένω και να σε φιμώνω για να πάψεις να μιλάς. Να πάψεις να τεντώνεις το χέρι σου με τον δείκτη σου στραμμένο στο πρόσωπό μου… ανάμεσα από τα μάτια μου. Να σε σφίγγω σε κάθε σου προσπάθεια να ξεφύγεις. Δεν θα φύγεις πριν με ακούσεις ανθρωπάκι.

Όχι ανθρωπάκο. Ανθρωπάκι είπα. Ανθρωπάκο εγώ λέω τον ταπεινό που ζορίζει την μέρα του να βγει. Ο ανθρωπάκος έχει αξία ανεκτίμητη. Εσύ είσαι ανθρωπ-άκι. Με υποκοριστικό στο τέλος. Κάτι πολύ λιγότερο από άνθρωπος.

Εσύ που θεώρησες ότι δεν αξίζω τίποτα. Με ξεγέλασες και για μια στιγμή πως πραγματικά δεν αξίζω. Για μια στιγμή όμως μονάχα. Μου φαινόσουν μεγάλος μόνο επειδή εγώ υπήρξα με ματωμένα γόνατα στον δρόμο. Με ταΐζεις ψίχουλα και θαρρείς πως έχεις το δικαίωμα να κινείς τα νήματα μου, σαν να είμαι μαριονέτα. Εσύ που θεώρησες ότι δεν αξίζω τίποτα.

Μη μιλάς…. Τώρα ήρθε η ώρα να με ακούσεις. Για όλες εκείνες τις αδικίες που με έσκισαν χρόνια τώρα κι εγώ έμεινα σιωπηλή. Τι εννοείς δεν καταλαβαίνεις;

Τότε που ζητούσα την παρέα σου στα δύσκολα και μου ξεστόμιζες πως η αγάπη δεν τρώγεται, εγώ έκοβα το κουφάρι μου να σε ταΐσω. Αδικία.

Τότε που ζήτησα να με απολύσουν από την δουλειά -ξέρεις την λάτρευα την δουλειά μου- για να μείνω πίσω να μαζεύω ότι άφηνες στο πέρασμα σου και με την αποζημίωση να κάνω τα όνειρα σου πραγματικότητα. Αδικία.

Τότε που σε παρακαλούσα να περπατήσεις πλάι μου για να βοηθήσεις την τεράστια κοιλιά μου να κατέβει και μου απάντησες πως δεν είσαι εσύ η έγκυος. Αδικία.

Άρχισες μήπως να θυμάσαι;

Μην κινείσαι. Όσο κινείσαι πονάς και δεν θέλω να πονάς. Όταν πονάς δεν με ακούς. Και πρέπει να με ακούσεις. Θέλω πρώτα να σε τεμαχίσω με τα λόγια μου. Μην κινείσαι.

Όταν προσπαθούσα ανέλπιδα να σώσω λίγη από την αξιοπρέπεια του πατέρα μου και με γέμιζες ενοχές πως στερώ από το ταμείο και τον χρόνο της οικογένειας. Αδικία. Ακόμα κι όταν έφυγα μακριά σου με καταδίωξες σε κάθε μου χτύπο δήθεν από ενδιαφέρον.

Ένα βήμα μπρος και τρία πίσω. Αδικία.

Χρόνια πλάι σου πεινασμένη για έρωτα, έπεσα σε χέρια που προτάχθηκαν μπροστά μου δίχως σκέψη. Η δίψα μου με έκανε να πίνω αίμα και ιδρώτα ενώ άκουγα το γέλιο σου χαιρέκακο … Αδικία.

Ακόμα και τώρα προσπαθείς να με μειώσεις. Να με χαρακτηρίσεις άρρωστη, που είμαι πλέον, ναι. Αλλά από το δικό σου δηλητήριο ρημάχτηκα. Αδικία. Με λες άσχημη. Αλήθεια εγώ δεν μπορώ να σε δω. Φταίει μάλλον που τόσα χρόνια στο σκοτάδι τυφλώθηκα. Σε νιώθω όμως τόσο απωθητικό και μου το επιβεβαιώνουν όλοι. Αδικία.

Με λες γριά. Γέρασαν τα μάτια μου κοντά σου έχεις δίκιο.

Ακόμα και σήμερα με πολεμάς, με αρρωσταίνεις. Αδικία…

Σου ζήτησα να μην κινείσαι μα αν θες προσπάθησε. Ντρέπονται οι λέξεις μου αντί για σένα. Νομίζω πως λίγες πια απέμειναν να θυσιαστούν στα αυτιά σου.
Κάτι τελευταίο ίσως. Μια ερώτηση. Ξέρεις πως μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος που έχει γονατίσει μπροστά στο βρέφος του ζητώντας του συγγνώμη για την επιλογή του ζεύγους του; Απελπισία, φόβο, πανικό, απόγνωση, λύπη. Αυτά νιώθει. Αυτό είμαι εγώ. Αυτό με έκανες εσύ.

Και τώρα τελειώσαμε. Ποια ποινή νομίζεις σου αξίζει;
Αιμορραγείς λιγάκι, με συγχωρείς. Σε έσφιξα λίγο παραπάνω. Βλέπεις έχασα το μέτρο του πόνου τόσα χρόνια. Δεν μου απάντησες. Ποια ποινή θα είναι αρκετή για να υπάρξει ισορροπία και δικαιοσύνη;

Μάζεψε τις μύξες σου ανθρωπάκι. Το να βγάλω το δέρμα σου, όσο ελκυστικό κι αν μου φαντάζει σαν ιδέα, θα είναι λύτρωση για σένα κι ας μη το ξέρεις ακόμα. Κοιτά με, να αναγεννιέμαι από τις στάχτες μου. Θα σε αφήσω να μυρίζεις τον ίσκιο μου. Θα σε αφήσω να υποφέρεις χώνοντας το δηλητήριο στο σώμα σου πια, μην έχοντας εμένα.

Θες να πεις κάτι αλλά το πανί στο στόμα σου δεν σε αφήνει. Κάπως έτσι ένιωθα κι εγώ τα τελευταία χρόνια και σε καταλαβαίνω.

Φεύγω τώρα ανθρωπάκι.
Ελπίζω να καταφέρεις να ξεφύγεις. Από εδώ. Από εμένα. Από εσένα.

Αντίο