Ανιές Σορέλ – Βυζάκια έξω λοιπόν

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αν ζούσες στο βασίλειο της Γαλλίας, γύρω στα 1443 κι ήσουν μια κοπέλα καταγόμενη από μια οικογένεια της χαμηλής ή υψηλής αριστοκρατίας, οι  υπέρτατες προσδοκίες σου θα ήταν να πάρεις μια καλή μόρφωση (για γυναίκα, εννοώ) μπαίνοντας σαν κυρία των τιμών στην υπηρεσία μιας κοντέσας, δούκισσας, μαρκησίας  ή στην καλύτερη περίπτωση, της βασίλισσας, και να κάνεις μετά έναν καλό γάμο, δηλαδή έναν πλούσιο γάμο μ’ έναν ευγενή.

Όταν στα δεκαπέντε της η πανέμορφη Ανιές Σορέλ έγινε κυρία των τιμών στην αυλή της Ισαβέλλας της Λωρραίνης, συζύγου του Ρενέ του Ανζού, αδελφού της βασίλισσας Μαρίας του Ανζού, σίγουρα δεν φανταζόταν, ίσως το ονειρευόταν αλλά αποκλείεται να πίστευε ότι θα εγκαινίαζε τον πιο αμφιλεγόμενο τίτλο (μήπως και το μακροβιότερο;)  στην ιστορία της βασιλείας και συγκεκριμένα, τον τίτλο της επίσημης ερωμένης του Βασιλιά της Γαλλίας.  Μην με παρεξηγείς, δεν εννοώ πως μέχρι τότε οι βασιλείς δεν είχαν ερωμένες, αντιθέτως της τρελής γινόταν, ένα τεράστιο κρεβάτι,  αλλά κανείς δεν είχε μέχρι τότε τολμήσει να την επιβάλλει επισήμως στην βασιλική αυλή, ώστε να την τιμούν όλοι αναλόγως και να χαίρει υποχρεωτικά –βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα- της εκτιμήσεως όλων.  Επίσης, κανείς βασιλιάς μέχρι τότε δεν είχε τολμήσει να τα βάλει με τον Πάπα, που ασφαλώς θα αποδοκίμαζε τέτοιες άνομες πράξεις (εδώ έχωνε πρόστιμα αβέρτα σ’ αυτούς δεν είχαν μούσια προκειμένου να μαζέψει παραδάκι, εκεί δεν θα την χωνότανε ο Ποντίφικας; Πλάκα με κάνεις;).

Αλλά έλα που είχε γκώσει ο Κάρολος ο 7ος με τον εκατονταετή πόλεμο, εναντίον των Άγγλων, είχε πήξει ο κακομοίρης με τις μάχες και τους σκοτωμούς, είχε συγκάψει με την πανοπλία πάνω στο άλογο συνέχεια, μάτια, αυτιά, ρουθούνια μέσα στην σκόνη κι είχε κρεμάσει κι η μούρη του από την κατάθλιψη και την στεναχώρια ( όχι δες τον σε πίνακα της εποχής κι αν δεν είναι η «κατατονία» προσωποποιημένη, έλα και ζήτα μου τον λόγο) . Ήταν και λίγο η μουτσούνα της Βασίλισσας που δεν έλεγε εμφανισιακά, ήταν και που του πήραν την Ζαν ντ’ Αρκ και του την έκαψαν, δεν μιλιόταν ο Βασιλιάς.

«Να κάνουμε κανένα σουαρέ να γουστάρουμε» του λέει η Μαρία του Ανζού (η Βασίλισσα ντε).

«Με την καμιά, δεν έχω όρεξη» μέσα στην γρουσουζιά ο Κάρολος ( ήταν και λίγο τσιγγουνοφτηνιάρης, σαν τον Μπάρμπα Καβούρη αν ξέρεις, σιγά μην έμπαινε στα έξοδα. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, άφραγκος ήταν! Υπάρχουν ακόμα γραμμένα χρέη του σε διάφορα επίσημα έγγραφα κι ανάμεσα τους και κάτι ψάρια που άφησε φέσι. Ακριβό το ψάρι από τότε! ).

Με τα πολλά, τον ψήνει  να καλέσουν τον αδελφό της και την γυναίκα του, έτσι να σπάσει η βαρεμάρα. Κι εκεί που όλες οι κυρίες των τιμών πηγαίνουν να αποτίσουν τιμές στον Βασιλιά, σβήνουν όλα μπροστά του, γύρω του, πάνω του και κάτω του ( εκεί δεν έσβησαν, άναψαν ) και την βλέπει.  Μια ξανθιά οπτασία, ένα πλάσμα εξωπραγματικό με δέρμα αλάβαστρο, χαρακτηριστικά τέλεια, και κυρίως ένα ντεκολτέ κόλαση.  Σκύβει η Ανιές να υποκλιθεί, πετάγεται ο βύζος έξω, πετάγονται και τα μάτια του βασιλιά από τις κόγχες σε τέτοιο βαθμό που δεν κράτησε ούτε τα προσχήματα, λίγο σαν καρτούν, την κοίταζε σαν υπνωτισμένος.  Εικοσιένα χρονών εκείνη, σαράντα φεύγα ο  Κάρολος, δεν μπορούσε να ηρεμήσει από εκείνη την ημέρα.

Πρώτη του κίνηση να δώσει στην Ανιές «προαγωγή» και να την κάνει κυρία των τιμών της γυναίκας του, ώστε να την έχει μέσα στο παλάτι και να μπορεί να την βλέπει και να την χαίρεται (χμ, χμ).  Η Ανιές βέβαια δεν πιάστηκε εύκολα κορόιδο και αντιστάθηκε αρκετά στο φλερτ του, σε σημείο εκείνος να την έχει ερωτευτεί, να της γράφει φλογερά και καυτά ερωτικά γράμματα και να έχει γίνει το ρεντίκολο της αυλής γιατί όλοι είχανε πάρει χαμπάρι την γεροντοκαψούρα του.

Αλλά και η Ανιές (Αγνή κατά το ελληνικότερο) δεν το άφηνε στην τύχη του το πράγμα, σαν κι εσένα με το μαλλί κοτσίδι λαδωμένο, με τους μαύρους κύκλους ρακούν ίδιο, έτοιμη να κάνεις σφουγγαρόπανο και λάντζα ( άσχετο αν δεν τα κάνεις γιατί δεν προλαβαίνεις τελικά )  και με την φόρμα την αθλητική, χειμώνα καλοκαίρι, να μην σου την βγάζουν  ούτε με ματσακόνι.  Την κυνηγούσε την εικόνα της. Κατ ’αρχάς, ήξερε πως τα πρότυπα της εποχής υπαγόρευαν μεγάλο μέτωπο, οπότε έκανε αποτρίχωση κι είχε το κούτελο λαμπίκο! ( Τι Τζένιφερ Λοπέζ, μου λες και άρες- μάρες! Η Ανιές ήταν πολύ μπροστά! ). Και τα φρύδια επίσης, γαϊτανάτα κι ολόισια, όχι σαν την άλλη στο Next Top Model, μονόφρυδο!

Είχε και κάπως τα μάτια κοντά το ένα στο άλλο κι έτσι πετύχαινε την τέλεια αναλογία στο πρόσωπό της. (Δεν σου γράφω αρλούμπες, βρέθηκε το κρανίο της το 2004 και μπόρεσαν να αναπαραστήσουν το πρόσωπό της ακριβώς).  Στη μούρη της έβαζε κρεμούλες βιολογικές (όχι, εσύ που την ξεχνάς) και βάλσαμα το  πρωί ανυπερθέτως, έκανε απολέπιση και το βράδυ μασκούλες με μέλι.  Έκανε κι ένα ελαφρύ (λέμε τώρα) μακιγιάζ με ένα make up με βάση το αλεύρι και κόκκαλα σουπιάς που της έδινε αυτό το αλαβάστρινο χρώμα και έβαφε τα χειλάκια της με πέταλα από παπαρούνες (πράγμα που αποδοκίμαζε το Βατικανό, τι κακό αυτός ο Πάπας, πιο ενημερωμένος για την μόδα κι από την Καγιά  ήταν !).  Γαυγίζανε οι ιεροκήρυκες και οι ιστορικοί της εποχής για τις ακολασίες και τον έκλυτο βίο της αλλά αυτή κιουρία, την δουλειά της, δεν ίδρωνε το αυτάκι της.

Τα μαλλάκια της τα σήκωνε ψηλά, αλλά πολύ ψηλά, σαν υπερμεγέθεις πυραμίδες και τα στόλιζε με πέπλα αραχνοΰφαντα, ενώ όπως ήδη αναφέρθη (καλά ε; ζωγραφίζω σήμερα) εισήγαγε το ντεκολτέ με τους γυμνούς ώμους ( πιο ντεκολτέ δηλαδή, όλα έξω πετάγονταν! Η χαρά του μπανιστιρτζή! ).  Οι ουρές των φορεμάτων της έφταναν τα οκτώ μέτρα και για να μην κρυώνει φορούσε γουναρικά από κουνάβια και ζιμπελίνες (ένα είδος νυφίτσας). Πάνε τα ζωντανά, τα είχανε γδάρει όλα οι αντίχριστοι.  Μέσα στην κακιά αφρίτα οι φιλοζωικές της εποχής, βράζανε!

Μάλιστα, για χάρη της ο Βασιλιάς μονομάχησε και στους αγώνες στη Nancy, στα τουρνουά που οργανώθηκαν, που  ήταν κάτι σαν την Φόρμουλα Ένα τη σημερινή, έρχονταν οι ευγενείς με τα αλόγατα στολισμένα με τα εμβλήματά τους, του, του, ρου, του οι κόρνες, μπουμ, μπούμ τα τύμπανα και να τα λάβαρα, να οι πανοπλίες τελευταία μόδα, να στραφταλίζουν! Γενικά αν ήθελες να είσαι Τalk of the town αυτά δεν έπρεπε να τα χάνεις!

Και την τελευταία μέρα του τουρνουά για να καμαρώσει τον αγαπημένο της, λίγο πουρό βέβαια αλλά έκανε τα στραβά μάτια, έφτασε και η Αγνούλα με την συνοδεία της και μια πανοπλία ασημένια, στολισμένη με πολύτιμους λίθους και έλαμπε σαν ήλιος.  Μέσα σ’ ένα χρόνο ο Κάρολος έδωσε 1.600 ecuς για διαμάντια για τις κομμώσεις της και πολύτιμα υφάσματα.  Μη μου πεις, big spender  ο Τσάρλυ. Δεν μάσαγε από τα έξοδα, αν επρόκειτο για την Αγνή του (μήπως αυτός πλήρωνε άλλωστε;).

Παίχτηκαν βέβαια και κάτι οικογενειακά δράματα με τον διάδοχο, τον γιό του τον μεγάλο. Πολύ μούτρο αυτός, “αράχνη” και “πονηρός” ήταν τα παρατσούκλια του, φαντάσου ( Λουδοβίκος λεγόταν, ο 11ος στέφτηκε μετά, στο λέω μπας και θες να μάθεις πιο πολλά για αυτόν). Όλο και τρωγότανε που δεν τα τίναζε ο γέρος να πάρει τον θρόνο, το αργούσε κι αυτός ( ο μπαμπάς να του αδειάσει τη γωνιά ) κι έτσι ο διάδοχος στράβωσε για τα καλά και την πλήρωσε η Αγνή, της έχωσε ένα μπουκέτο καλό, στο αλαβάστρινο το μαγουλάκι, δήθεν και καλά ότι «προσέβαλε» τη μαμά του με την παρουσία της. Της λέει «εμ, της έχεις βάλει ένα κέρατο τετραώροφο, σαν αρσενικού ταράνδου, εμ τριγυρίζεις μέσα στο παλάτι και μου τσιτώνεις τα νεύρα με τα βυζόμπαλα έξω, κάτσε να φας τις μπάτσες σου». Σε μια στιγμή μάλιστα, λέγεται πως πήγε να τραβήξει ξίφος κιόλας, αρπάζει η Αγνούλα τα φορέματά της και “τρεχάτε ποδαράκια μου”, το “βρακί στον ώμο” και πρόλαβε και χώθηκε στα βασιλικά δωμάτια κι έτσι δεν είδε τα ραδίκια ανάποδα νιά και δροσερή!

Από τότε ο διάδοχος την έκανε ( και από το παλάτι γιατί ο πατέρας τον εξόρισε και γενικώς την εξέγερση ) και η Αγνούλα, για σιγουριά, έγινε κυρά κι αρχόντισσα στο παλάτι της Loches – να πας, είναι πολύ φίνο, άμα σε βγάλει ο δρόμος σου – και περνούσε όμορφα και γεννούσε κοριτσάκια ( του βασιλιά, εννοείται, νόθα τέκνα ) κι εκείνος πήγαινε και την έβλεπε και χαιρόταν τον έρωτα τους και φτιάχνανε και βιτρό με τα αρχικά τους πλεγμένα ( και γενικά χάραζαν παντού στο παλάτι τα αρχικά τους, πάνω από το τζάκι, κάτω στα πλακάκια, μέσα στην καμινάδα, όλο «Κάρολος κι Αγνή ίσον λοβ φορ έβερ» ), και σχηματίζανε καρδούλες πάνω στα χνώτα τους κι άλλα τέτοια γλυκανάλατα και σαλιάρικα και μελό!

Ήταν στο τέταρτο κοριτσάκι της, λίγο μετά τη γέννα, που χάσαμε την Αγνή μαζί με το μωρό. Και το μυστήριο του θανάτου της παραμένει αναλλοίωτο στο χρόνο βέβαια, όπως και σε όλα τα πρόσωπα που τα καλύπτει η αχλή του μύθου. Να ήταν ένα ταξίδι δύσκολο ( δέκα ημερών, μέσα στον χειμώνα; Πού πας κυρά μου; ) που έκανε με την κοιλιά στο στόμα να πάει να βρει τον Βασιλιά σε μια εκστρατεία γιατί της είχαν μπει ψύλλοι στα αυτιά ότι κινδύνευε; Ή να έβαλε το χέρι του η “αραχνούλα”; Γιατί όπως έγραψα και πιο πάνω, βρέθηκαν τα οστά της και αναλύθηκε το DNA της και ανακαλύφθηκαν τεράστιες ποσότητες από υδράργυρο που θα δηλητηρίαζε και ενήλικο βροντόσαυρο!

Με τα τούτα και με τα κείνα, “συγχωρέθηκε” η Αγνή, στα 28 της, όχι όμως πριν ενταχθεί στην κατηγορία του “bigger than life” προσώπων, ως η πρώτη επίσημη ερωμένη Γάλλου βασιλιά, που εισήχθη επισήμως στην αυλή, επηρέασε την μόδα, την ομορφιά, τα ήθη της εποχής αλλά και την ιστορία της Γαλλίας! Για χάρη της ο Βασιλιάς, έχτισε ένα αβαείο κι έβαλε μέσα μια χρυσή υδρία με την καρδιά της και πολύ πικράθηκε κι έκλαψε. Κι ύστερα, τα έφτιαξε με την ξαδέλφη της.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook