Το πόρισμα είχε κιόλας βγει. Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα. Λέξη, την οποία λίγοι άνθρωποι τυχαίνει να γνωρίζουν. Κι ο Αχιλλέας εκείνο το απόγευμα, έγινε απ’ τους άτυχους αυτούς λίγους. Λίγοι μήνες ζωής ακόμα. Τρεις για την ακρίβεια. Και τι να πρωτοστριμώξεις μέσα σ αυτούς… Ήξερε εδώ και καιρό πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την υγεία του. Το έβλεπε μέρα με τη μέρα. Το κορμί του έλιωνε και οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν κάθε στιγμή. Το ψηλό κορμί του έπαψε να στέκεται αγέρωχο, το όμορφο πρόσωπό του είχε κιόλας χάσει τη δροσιά του. Το μυαλό του χάνονταν εύκολα τώρα πια. Ήθελε να κάνει τόσα πολλά ακόμη, μα μετά απ’ τη συζήτηση με το γιατρό του, δε προλάβαινε πια.

Το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό όταν βγήκε απ’ το γραφείο του γιατρού ήταν η Αννούλα του. Ποτέ δεν έγινε δική του, μα πάντα την έλεγε έτσι. Το κορίτσι με τα σγουρά μαύρα μαλλιά και τα ροδαλά μάγουλα, που μεγάλωναν δίπλα δίπλα στην ίδια γειτονιά και που πάντα ήθελε να κάνει γυναίκα του, από τη πρώτη στιγμή που την είδε. Μαζί στα παιχνίδια, μαζί στο σχολείο, μαζί στις κοπάνες, στους καβγάδες, στις χαρές των παιδικών τους χρόνων. Κι έπειτα χώρια.

Η Άννα πέρασε στην Ιατρική και έφυγε από το νησί. Και πίσω έμεινε ο Αχιλλέας. Παιδί πολυμελούς οικογένειας, έπρεπε να μείνει κοντά, να βοηθήσει τις αδελφές του να ζήσουν. Γονείς δεν είχαν από μικρά. Πέθαναν σε τροχαίο όταν ο Αχιλλέας ήταν μόλις 15 χρονών. Πώς να τα αφήσει στη τύχη τους; Ήταν πια ο άντρας της οικογένειας. Κι άντρεψε νωρίς όπως και να το κάνουμε.

Μα ποτέ του δε παραπονέθηκε. Ήθελε κι έμεινε, γιατί τις αγαπούσε τις αδερφές του. Το μόνο που τον βάραινε τότε, ήταν που θα έχανε την Αννούλα του και δε θα μπορούσε να την ακολουθήσει. Και τώρα, με το χαρτί του ιατρικού πορίσματος στα χέρια, προχωρούσε με βήμα αργό και βαρύ στους ψυχρούς διαδρόμους του νοσοκομείου και το μόνο που ζέσταινε τη ψυχή του, ήταν το πρόσωπό της.

Πού να είναι άραγε τώρα η Αννούλα μου; σκέφτηκε. Άραγε να έχει φτιάξει τη ζωή της; Την αγαπούν άραγε;

Εκείνος ήξερε πως την αγαπούσε ακόμα. Πάντα θα την αγαπούσε άλλωστε. Της το είχε πει όταν την αποχαιρετούσε στο αεροδρόμιο της Αθήνας πριν 20 χρόνια. Κι εκείνη με βουρκωμένα μάτια του έσφιξε το χέρι και του είπε να προσέχει και να χαμογελά. Κι αυτά της τα λόγια ήταν που του έδωσαν δύναμη να τα κάνει όλα σωστά μέχρι να μπορέσει να πάει να τη βρει κάποια στιγμή.

Δεκαπέντε χρόνια στο μεροκάματο, κατάφερε να χτίσει ένα όμορφο σπίτι πάνω στο βουνό. Εκεί απ’ όπου ήξερε πως άρεσε στην Αννούλα του να χαζεύει τον ουρανό κι όλο το πράσινο του νησιού να ξεχύνεται στα πόδια της. Κάθε γωνιά αυτού του σπιτιού την είχε φτιάξει με τόση αγάπη για εκείνη. Δίπλα στο παράθυρο είχε βάλει μια κουνιστή ξύλινη καρέκλα, και στο πάτωμα ένα ζεστό αφράτο χαλάκι για να μη κρυώνει η Αννούλα του όταν θα πατούσε ξυπόλυτη πάνω του. Ήξερε πόσο της άρεσε να περπατάει ξυπόλυτη μέσα στο σπίτι. Πάντα κρυωμένο ήταν αυτό το κορίτσι, σκέφτηκε και ένα χαμόγελο έντυσε το πρόσωπό του.

Κι ο χρόνος περνούσε, και η στιγμή για να πάει να τη βρει, ποτέ δεν ήρθε. Ποτέ δεν ένιωσε έτοιμος να της προσφέρει όσα ήθελε. Κράτησαν επικοινωνία για μήνες με γράμματα που αντάλλασσαν, μα κι αυτά σταμάτησαν κάποια στιγμή. Ο Αχιλλέας έπαψε να παίρνει πίσω απάντηση, έπαψε και να χαμογελά.

Κι απόψε, ξέροντας πως αύριο θα έκανε εισαγωγή στο νοσοκομείο, γύρισε σπίτι για να πάρει κάποια πράγματα μαζί του για όσο καιρό θα παρέμενε στο νοσοκομείο. Μα τίποτα δεν είχε όρεξη να ετοιμάσει. Πήρε μια κόλλα χαρτί κι ένα στυλό, άνοιξε το ραδιόφωνο κι έχοντας την Αννούλα του για παρέα στο μυαλό του, έκατσε στη κουνιστή ξύλινη καρέκλα για να νιώσει λίγο κοντά της. Χαμήλωσε λίγο το βλέμμα κι άρχισε να γράφει.

Αννούλα μου, πάει καιρός που έχουμε να μιλήσουμε, μα δε μου μένει πολύς χρόνος πια. Η υγεία μου βάλλεται και δε προλαβαίνω. Δεν προλαβαίνω…

Τα μάτια του βούρκωσαν κι ένας κόμπος έκοψε την ανάσα στο λαιμό του. Μα δε σταμάτησε να γράφει. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ήξερε πια πως ήταν σημαντικό.

Κάποτε σου είχα πει πως θέλω να περάσουμε τη ζωή μας μαζί, εκεί στο βουνό που μας άρεσε να πηγαίνουμε σε κάθε ηλιοβασίλεμα και να χαζεύουμε τις ομορφιές του νησιού από ψηλά. Θυμάσαι τα χρώματα του ουρανού Αννούλα μου; Θυμάσαι τα αρώματα απ’ τα λουλούδια; Το δέντρο που από κάτω του ξαπλώναμε αγκαλιά και με μπλεγμένα τα δάχτυλά μας, δίναμε με τη φαντασία μας μορφές στα σύννεφα, το θυμάσαι; Εγώ ακόμη θυμάμαι το χαμόγελό σου εκείνη τη μέρα που σου έδωσα μια ανεμώνη και τη πέρασες στα όμορφα μαλλιά σου… Κι ήσουν σαν άγγελος Αννούλα μου… Σαν άγγελος που κούρνιαζε στην αγκαλιά μου και χαμογελούσε. Κι είχα όλο τον κόσμο στα χέρια μου Αννούλα μου. Όλο τον κόσμο!!!


Δε ξέρω γιατί έπαψες να απαντάς στα γράμματά μου. Με πόνεσε αυτό, μα σκέφτηκα πως ίσως ήθελες να φτιάξεις τη ζωή σου. Ίσως τα παιδικά όνειρα που κάναμε κάποτε, να είχαν ξεθωριάσει μέσα σου. Κι έτσι σταμάτησα κι εγώ να σου γράφω. Μα ποτέ δε σταμάτησα να σ’ αγαπώ. Κι ήθελα απλά να το ξέρεις. Τίποτα δε σου ζητώ. Εγώ σε τρεις μήνες το πολύ δε θα ζω πια σύμφωνα με τους γιατρούς μου. Κι αυτό έπρεπε να το ξέρεις Αννούλα μου, έπρεπε να ξέρεις πως δεν έπαψα στιγμή να σε αγαπώ.

Συγχώρεσέ με που δεν ήρθα ποτέ να σε βρω. Μα ήθελα να έρθω όταν θα μπορούσα να σου χαρίσω όσα λαχταρούσες. Και τώρα, δε προλαβαίνω. Συγχώρα με γι’ αυτό.

Ο Αχιλλέας δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε σ’ ένα φάκελο και αποκοιμήθηκε σιγά σιγά όσο η ξύλινη καρέκλα συνέχιζε να κινείται αργά μπρος – πίσω.

Οι ακτίνες του ήλιου χάιδεψαν το πρωί το πρόσωπό του κι η ζεστασιά τους τον ξύπνησαν. Σηκώθηκε, πλύθηκε, ετοίμασε δυο ρούχα, πήρε το γράμμα στα χέρια κι έφυγε για την πόλη. Ταχυδρόμησε το γράμμα κι ύστερα, με βήμα αργό, έφτασε στο νοσοκομείο. Η εισαγωγή έγινε άμεσα. Η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ κρίσιμη.

Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά και οι εξετάσεις με τη θεραπεία που ακολούθησε, είχαν πια ρουφήξει κάθε δύναμη από μέσα του. Δίπλα στο κρεβάτι του είχε βάλει τη φωτογραφία της Αννούλας του και ήταν το μόνο που του έδινε δύναμη τις δύσκολες εκείνες ώρες. Στις αδερφές του, όπως και στους υπόλοιπους συγγενείς και φίλους, δεν είπε ποτέ τι είχε προκύψει. Σε όλους είπε πως θα έφευγε για ένα ταξίδι, ώστε να τακτοποιήσει κάποια οικονομικά θέματα. Κι έτσι, κανείς δε τον επισκέφθηκε τόσες μέρες στο νοσοκομείο.

Οι δυο μήνες είχαν κιόλας περάσει. Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα πια. Μια νοσοκόμα πλησίασε στο κρεβάτι όταν τον άκουσε να σφαδάζει απ’ τους πόνους. ‘Κύριε Πετρόπουλε, μπορώ να κάνω κάτι για να σας βοηθήσω;’ Ο Αχιλλέας άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία και της ψιθύρισε ‘Την Αννούλα μου θέλω, την Αννούλα μου’.

Ήταν οι τελευταίες κουβέντες που είπε για όλα τα επόμενα μερόνυχτα. Κοίταζε συνεχώς τη φωτογραφία της Άννας δίπλα του κι απλά βούρκωνε. Βούρκωνε και τα δάκρυά του έκαιγαν τη ψυχή του.

Οι τρεις μήνες πέρασαν και στο κρεβάτι του νοσοκομείου υπήρχε πια μόνο ένα κουφάρι. Άδειο από χαμόγελο και όνειρα. Μόνο βαριές ανάσες έβγαιναν πια με δυσκολία απ’ τα σπλάχνα του Αχιλλέα. Και τα μάτια του, βαριά όσο ποτέ άλλοτε, άνοιγαν μόνο για να δουν την Άννα στη φωτογραφία. Τη πήρε στα αδύναμα χέρια του κ κοίταξε προς τη πόρτα. Ο ήχος του καρδιογράφου γινόταν όλο κ πιο αδύναμος. Στο διάδρομο ακούγονταν γρήγορα βήματα, μα όχι γρήγορα αρκετά. Όλοι κοίταζαν αποσβολωμένοι μια γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά, να προχωρά δακρυσμένη προς την εντατική. Άνοιξε την πόρτα κ τα μάτια του Αχιλλέα βούρκωσαν ξαφνικά.

Η γυναίκα πλησίασε κι έπιασε με τα χέρια της τα δικά του. Μέσα είχαν τη μαραμένη πια ανεμώνη, που χρόνια τώρα κρατούσε με αγάπη, να της θυμίζει τα όμορφα. “Σε περίμενα” του είπε. Ο Αχιλλέας χαμογέλασε. “Αννούλα μου…” πρόλαβε να ξεστομίσει, κι έπειτα σιωπή. Ο καρδιογράφος δεν είχε πια παλμό. Κανένας ήχος πια μέσα στο δωμάτιο. Μόνο ένα σκληρό ‘’γιατί’’ ξέσκισε τη σιωπή. Η Άννα, γονατισμένη στο πάτωμα, με τα χέρια της ακόμα πλεγμένα στα δικά του, έμεινε να ψιθυρίζει “κοίτα τα σύννεφα, κοίτα τα σχήματά τους. Το πιο όμορφο κράτα για μας μάτια μου.”

Ο γιατρός την πλησίασε, προσπάθησε να την απομακρύνει και όταν την ηρέμησε λίγο, τη ρώτησε ‘Είστε συγγενής; Χρειάζομαι να συμπληρώσετε άμεσα κάποια έγγραφα. Το όνομά σας παρακαλώ; ’

‘Άννα Πετροπούλου’, ψιθύρισε, κρατώντας το γράμμα του Αχιλλέα σφιχτά στα χέρια της..

Σίγμα Κάππα