Περπατούσαμε στην παραλία, ο αέρας ήταν παγωμένος, η θάλασσα φουρτουνιασμένη, περίπου όπως ένιωθα κι εγώ δηλαδή εκείνο το βράδυ , παγωμένη και μπερδεμένη. Μιλούσαμε γενικά για τις ζωές μας, ώσπου έκανε μια παύση, κοίταξε το πουκάμισό μου και το ξεκούμπωτο σακάκι μου.
-Θέλεις να σου δώσω το μπουφάν μου; Έχει κρύο και μάλλον παγώνεις.
-Όχι ευχαριστώ, μην ανησυχείς, αντέχω.
-Αντέχεις;;; Γιατί πρέπει να αντέχεις;

Αυτή η κουβέντα, στριφογυρνάει στο κεφάλι μου ενάμιση χρόνο τώρα. Γιατί πρέπει να αντέχω; Γιατί να είμαι πάντα η δυνατή; Γιατί να προσέχω πάντα όλους τους άλλους και κάποια στιγμή να θυμάμαι κι εμένα; Εκεί λίγο πριν την κατάρρευση; Αρρώστησα πρόσφατα. Πέρασα 4 μέρες τάβλα στο κρεβάτι. Με τριγύριζε γρίπη; Κρύωμα; Φαρυγγιτίδα είπε ο γιατρός. Ένα μήνα με βραχνή σέξι φωνή, με μπούκωμα και φτέρνισμα και βήχα, δεν έκανα τίποτα απολύτως, έπαιρνα κανένα αναβράζον που και που, όταν μιλούσα πια και δε με άκουγαν στο τηλέφωνο. Όσο κι αν προσπάθησα να το περάσω στο πόδι, με έριξε στο τέλος και δεν είχα δύναμη να κουνηθώ. Το σώμα μου προφανώς είχε δική του θέληση, όσο κι αν εγώ επέλεγα να μην το ακούω για καιρό. Έφτασε η στιγμή του κι ο ψίθυρος έγινε κραυγή, που δε γινόταν να αγνοήσω. Και να ήθελα, δε μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου.

Πολύ με θυμώνει αυτό. Που θέλει άλλα το μυαλό μου και το σώμα μου δεν ακολουθεί. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να είμαι αυτόνομη και να μη χρειάζομαι κανέναν. Να μου επαρκώ εγώ. Να μην εξαρτώμαι από κανέναν άλλον, να μην περιμένω τίποτα από τον οποιοδήποτε, μιας κι η ίδια η ζωή μου είχε δείξει νωρίς, ότι είναι μάταιο. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου, είναι το να με θεωρήσουν αδύναμη. Δεν το θέλω καθόλου. Να με βλέπουν και να με λυπούνται; Σε καμία περίπτωση. Πάντα επέλεγα να δείχνω μια εκδοχή του εαυτού μου, που υπάρχει μεν αλλά δεν είναι μόνιμη δε. Να δείχνω δυνατή, ενώ μέσα μου τα έχω όλα ένα κουβάρι και δε μπορώ να βρω την άκρη. Θέλει μεγάλη δύναμη να αποδεχτείς το ότι δεν είσαι τέλεια, δεν είσαι πάντα δυνατή, δε γίνεται να είσαι ο ήρωας, έχεις κι αδυναμίες και φοβίες και ανασφάλειες . Να αποδεχτείς ότι θα υπάρξουν στιγμές που δε θα μπορείς να τις ελέγξεις, γιατί δεν είναι στο χέρι σου όλα! Κι όμως, φοράς μια ωραιότατη μάσκα, κρύβεις τα άγχη μέσα σου και εμφανίζεσαι συγκροτημένη και σίγουρη για τον εαυτό σου…

Ώσπου σκάει μύτη ένας άγνωστος και με μια κουβέντα του, σε κάνει να αναθεωρείς όσα είχες δεδομένα. Παύεις να σκέφτεσαι ότι θα σώσεις εσύ όλον τον κόσμο, συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι ανέφικτο και διάολε, δεν περνάει από το χέρι σου. Κάποιοι δε θέλουν καν να σωθούν! Γουστάρουν να είναι βουτηγμένοι στα ζόρια τους, να έχουν μια καραμέλα κλάψας στο στόμα όλη μέρα και ό,τι κι αν κάνεις για να τους βοηθήσεις, αρνούνται πεισματικά να τη δουν αλλιώς. Οπότε αναθεωρείς και σου έρχεται η επιφοίτηση. Αν δεν προσέξεις εσύ την πάρτη σου, δε θα το κάνει κανείς για σένα. Εσύ έχεις τη λόξα και κάνεις τα πάντα για τους γύρω σου, αυτοί τι κάνουν για σένα; Μήπως να τη δεις αλλιώς; Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσεις να έχεις ενοχές, τις ελάχιστες στιγμές που έκανες κάτι για σένα; Μικρό ή μεγάλο, δεν παίζει ρόλο. Αυτό που έχει σημασία, είναι το να βάλεις τον εαυτό σου πάνω από τους άλλους. Πρώτη φορά! Χωρίς ενοχή και ντροπή, χωρίς να νιώθεις ότι παραμελείς τους αγαπημένους σου ανθρώπους.

Πιο αγαπημένος άνθρωπος από τον ίδιο σου τον εαυτό, υπάρχει; Τα παιδιά σου, συμφωνώ. Πόσο καλό τους κάνεις, όταν παραμένεις στο περιθώριο και δε βγαίνεις μπροστά; Αναβάλλεις να φροντίσεις τον εαυτό σου καθημερινά, κάνεις τα πάντα για να είναι οι άλλοι ευτυχισμένοι. Εσύ που είσαι όμως; Υπάρχεις πουθενά στο πλάνο; Δεν είναι καιρός να σε βάλεις κάπου εκεί ανάμεσα;

 

B.Θ.