Η Εύα κοίταζε εδώ και ώρα την οθόνη του κινητού της. Το χέρι της έτρεμε και τα πνευμόνια της παρακαλούσαν για μια τζούρα τσιγάρο. Δεν κουνιόταν, σχεδόν δεν ανέπνεε, φοβούμενη πως μια και μόνο κίνησή της θα προκαλούσε αλυσιδωτή αντίδραση. Χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί τι πραγματικά ήθελε να κάνει. Όχι τι θα έπρεπε να κάνει, ούτε τι θα ήθελαν οι άλλοι να κάνει, αλλά τι κατά βάθος ήθελε εκείνη. Σχεδόν μπορούσε να ακούσει τα γρανάζια μέσα στο κεφάλι της που γύριζαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τα μηλίγγια της χτυπούσαν και η καρδιά της κόντευε να πεταχτεί έξω από το στήθος της.

Όλα είχαν ξεκινήσει εντελώς ξαφνικά πριν δύο περίπου μήνες. Μία τυχαία συνάντηση στο δρόμο με έναν παλιό γνωστό. Με τον Τάκη δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερες σχέσεις. Εδώ και χρόνια αντάλλασσαν τυπικές ευχές στις γιορτές και στα γενέθλια, και ζήτημα αν είχαν συναντηθεί δυο-τρεις φορές σε κοινές παρέες. Έτρεφαν όμως αμοιβαία συμπάθεια και σεβασμό ο ένας για τον άλλον, οπότε η χαρά τους όταν συναντήθηκαν ήταν ειλικρινής. Υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλον ότι σύντομα θα συναντιόντουσαν να πιούν ένα καφέ, και έφυγαν βιαστικά ο καθένας προς διαφορετική κατεύθυνση. Η Εύα σχεδόν το είχε ξεχάσει, όταν ήρθε το πρώτο μήνυμα στο κινητό της.

Για το επόμενο διάστημα ο Τάκης έγινε σταδιακά κομμάτι της καθημερινότητάς της. Δεν συναντιόντουσαν συχνά, αλλά η επικοινωνία τους ήταν καταιγιστική. Στο τέλος δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν άκουγε τη φωνή του να της εύχεται καληνύχτα. Η σχέση τους βέβαια παρέμενε σε τελείως φιλικό επίπεδο, γεγονός που την μπέρδευε λίγο, αλλά ήταν τόσο όμορφο αυτό που ένιωθε που δεν ήθελε να το χαλάσει με πικρές σκέψεις. Άλλωστε δεν ενδιαφερόταν να κάνει σχέση αυτό το διάστημα, είχε τόσα πολλά θέματα που έπρεπε να λύσει, σε προσωπικό επίπεδο, που η ιδέα και μόνο της δέσμευσης την αναστάτωνε.

Όλα άλλαξαν όταν ένα βράδυ αποφάσισε να βγει με τις φίλες της. Η αντίδραση του Τάκη ήταν απρόσμενη. Συμπεριφερόταν αλλοπρόσαλλά, σαν να ήταν θυμωμένος για κάποιο λόγο που εκείνη δεν μπορούσε να κατανοήσει. Όλο το βράδυ της έστελνε μηνύματα μονολεκτικά, ή και ειρωνικά. Η Εύα δεν έδωσε σημασία, αν και σίγουρα ενοχλήθηκε από την κοφτή του καληνύχτα. Το άφησε στο πίσω μέρος του μυαλού της και συνέχισε να περνάει καλά με τις φίλες της. Το επόμενο πρωί όμως το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τον πάρει τηλέφωνο και να ζητήσει εξηγήσεις για την συμπεριφορά του.

Ήταν σαν να άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Σχεδόν παραληρούσε. Την ήθελε, την ποθούσε, και όλο αυτό το καιρό δεν έκανε κίνηση γιατί δεν ήταν σίγουρος για τα δικά της συναισθήματα. Όταν όμως άκουσε ότι θα βγει μόνη της, τότε ζήλεψε. Ίσως και να φοβήθηκε ότι θα την χάσει. Οπότε δεν είχε άλλη επιλογή από το να της εκμυστηρευθεί τα συναισθήματά του, ακόμα κι αν αυτή τον χλεύαζε. Η Εύα δεν είπε κουβέντα. Έκλεισε το τηλέφωνο και σε λίγη ώρα ήταν σπίτι του. Κάποια πράγματα δεν λέγονται από το τηλέφωνο.

Όταν της άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, πάγωσε. Της πήρε αρκετά λεπτά μέχρι να αποδεχτεί αυτό που έβλεπε. Δεν είχαν μιλήσει ποτέ για το σπίτι του, και δεν ήξερε ακριβώς τι να περιμένει, αλλά σίγουρα δεν είχε φανταστεί αυτό που έβλεπε. Ήξερε ότι ήταν φανατικός εργένης, και ίσως είχε μια τέτοια εικόνα στο μυαλό της. Όμως αυτό που έβλεπε την σόκαρε. Ήταν σαν να είχε μπει με κάποιο τρόπο στα όνειρά της και της είχε κλέψει το σπίτι που πάντα ήθελε. Το μόνο που έλειπε ήταν μια μπερζέρα μπροστά στη βιβλιοθήκη, αλλά αυτό διορθωνόταν εύκολα. Όλα τα υπόλοιπα ήταν στη θέση τους, ακόμα και οι μικρές νεράιδες που τόσο λάτρευε.

Η ώρα της αλήθειας είχε φτάσει. Τόλμησε και του είπε τι αισθανόταν για αυτόν. Ήταν πάνω από πάθος. Τόσο καιρό κοντά της διακριτικά, είχε καταφέρει να την κάνει να τον ερωτευτεί. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είδε μια σκιά στο βλέμμα του, αλλά συνέχισε να μιλάει. Ακόμα κι όταν ήταν έξω με άλλους, εκείνη σκεφτόταν μόνο αυτόν, είχε καταφέρει να στοιχειώσει την σκέψη της, ολόκληρο το είναι της. Και ναι ήταν έτοιμη να παραδεχτεί ότι ήταν απόλυτα και ολοκληρωτικά ερωτευμένη μαζί του. Τον ένιωσε να κομπιάζει, να δειλιάζει. Σχεδόν τον είδε να κάνει ένα βήμα πίσω. Προφανώς εκείνος μιλούσε για σεξ, ενώ εκείνη ένιωθε. Σηκώθηκε και έφυγε, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Δεν απάντησε σε κανένα μήνυμα που της έστειλε. Και ήταν πολλά. Το σημερινό όμως ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. Της έστελνε τις φωτογραφίες που είχαν τραβήξει μαζί. Τότε που ήταν χαμογελαστή και ευτυχισμένη. Τότε που τα μάτια της έλαμπαν γιατί κοιτούσε εκείνον. Όμως την απόφασή της την είχε πάρει και τίποτα δεν μπορούσε να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Την ζωή της την ορίζει η ίδια, και δεν την χαραμίζει για εφήμερες στιγμές ηδονής. Διέγραψε τις φωτογραφίες και έκλεισε το κινητό. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε στη ζωή της. Το δικό της σπίτι, με τη δική της βιβλιοθήκη και την γαλάζια μπερζέρα και έναν άντρα που θα την αγαπάει για αυτό ακριβώς που είναι.