Η Βασιλική τουρτούριζε από το κρύο, εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που νοίκιασε σπίτι σε πολυκατοικία με κεντρική θέρμανση – no money, no honey έλεγε η πλειοψηφία των ενοίκων και έτσι, κοντά δύο χρόνια τώρα, το χειμώνα έπρεπε να αυτοσχεδιάσει ο καθένας όπως μπορούσε για να ζεσταθεί. Έστω, για να μην την πιάσουν όλες οι εποχικές ιώσεις και τα ρέστα. Έστω, για να αντέξει ως την άνοιξη.

Κοίταξε λίγο γύρω της με ένα θλιμμένο χαμόγελο. Κακοσυντηρημένο το σπίτι, χωρίς πολλά κομφόρ, με το κλασσικό λουλουδάτο πλακάκι στο μπάνιο που στοίχειωνε την ύπαρξη της Βασιλικής απ’ όταν ήταν μικρή. Αλλά, ρε γαμώ το φλάρο μου, εκεί μπορούσε να μείνει τώρα. Δεν την είχαν πάρει, δα, και τα χρόνια, ούτε τριάντα-οχτώ δεν ήτανε στο κάτω-κάτω, μα ήταν μια δύσκολη περίοδος της ζωής της. Αυτός, μια μέρα αποφάσισε ότι δε μπορεί να αποχωριστεί τις «ώριμες για την ηλικία τους» τσουλίτσες με τις οποίες νταραβεριζόταν από μικρός, και μετά από τέσσερα χρόνια γάμου, φανερά πιεσμένος στο πάνω και στο κάτω κεφάλι, με μπόλικη δόση μαλακίας στον εγκέφαλο, αποφάσισε να την αφήσει και να εξαφανιστεί για άλλες πολιτείες.

Η Βασιλική δεν το πίστευε, τσαντίστηκε, έκλαψε, αλλά κάπου εκεί σταμάτησε να αυτό-ευτελίζεται με τα πέντε στάδια του πένθους και το άλλαξε λίγο – προχώρησε στην ειρωνεία και την εκδίκηση. Αφού ήθελε, ο γαμίκος που στο κάτω-κάτω την είχε μικρή…την περηφάνεια να φύγει από την Κοζάνη και να πάει στην Αθήνα για να τάζει λαγούς και πετραχήλια σε ανερχόμενα πορνίδια, δεν θα τον εμπόδιζε καθόλου! Βρήκε μια ηθοποιό, να την πιείς στο ποτήρι, τόσο όμορφη και καλοστεκούμενη που για μια στιγμή σκέφτηκε σοβαρά να δηλώσει bi η Βασιλική και την έβαλε να παίξει το ρόλο της ζωής της ως ερωτοχτυπημένη κορασίδα. Πέτυχε το κόλπο, αμάσητο το έφαγε ο πρώην «έρωτας της ζωής της». Και έτσι, η Βασιλική είχε όλα όσα χρειαζόταν για να έβγαινε το διαζύγιο υπέρ της…
Κόντευαν να τελειώσουν όλα, της είχε πει ο δικηγόρος της, ο Απόλλωνας, ένας πιτσιρικάς που είχε την τάση να χρησιμοποιεί την λέξη «ΕΝΙΣΤΑΜΑΙ!» λίγο παραπάνω απ’ όσο θεωρούσε φυσιολογικό η Βασιλική. Αλλά ήταν καλός τύπος, είχαν βγει και για καφέ μια φορά. Και φτηνός, ήταν επίσης. Της είχε πει ότι λογικά, μέσα στον επόμενο μήνα θα ήταν όλα μια χαρά, τελεσίδικα πια!

Αυτά σκεφτόταν η Βασιλική ενώ φορούσε ένα ζευγάρι χοντρές πιτζάμες για να βαστήξει το κρύο μακριά από τα κόκκαλα της λίγο ακόμα. Ξαφνικά, είδε στο κινητό της ότι την καλούσε ο Απόλλωνας. «Βρε, το μαλακισμένο, πολλά χρόνια θα ζήσει!» σκέφτηκε ασυναίσθητα. Τα είπανε λίγο, της είπε όμως ότι έπρεπε να μιλήσουν το πρωί, γιατί τον ενημέρωσε ένας φίλος του συμβολαιογράφος για κάτι που την αφορούσε, όχι σχετικά με το διαζύγιο, κάποια υπόθεση κληρονομιάς. Σάστισε, λιγάκι, η Βασιλική. Κληρονομιάς, από πού; Οι συγγενείς που ήξερε αρκετά για να θυμόντουσαν και εκείνοι ποια είναι, ζούσαν όλοι ακόμα. Θα φώναζε, είπε ο Απόλλωνας, τον φίλο του στο γραφείο του το πρωί για να συζητούσαν όλοι μαζί τα καθέκαστα.

Πράγματι, το πρωί τα είπανε. Η Βασιλική σάστισε, δεν ήξερε αν έπρεπε να το πιστέψει τώρα αυτό, ή της έκαναν πλάκα. Μια γηραιά κυρία της περιοχής(…δηλαδή όχι της περιοχής, σε μια κωμόπολη έμενε έξω από τον πολιτισμό, αλλά τέλοσπάντων ήταν 10’ με το αμάξι από την πόλη, δεν το έλεγες και μακριά, που να έμενε και στην Αθήνα δηλαδή) ονόματι Ευμορφία Ντελιβάνη είχε αφήσει μια διαθήκη. Η διαθήκη είχε σαφείς οδηγίες, έλεγε με λίγα λόγια πως, ελλείψει συγγενών και στενών φίλων της γηραιάς κυρίας, έπρεπε το σπίτι της να περιέλθει σε κάποια πρόσφατα χωρισμένη, άνευ περιουσίας. Επειδή ήταν δύσκολο να στοιχειοθετηθεί κάτι τέτοιο έτσι αυτόματα, είχαν χρησιμοποιήσει τα πινάκια των δικαστηρίων οι διαχειριστές της περιουσίας και της Βασιλικής, βασικά, της έλαχε αυτηνής ο κλήρος.
Αναψοκοκκινισμένη από την έξαψη, πυροβόλησε με ερωτήσεις και τον Απόλλωνα και τον συμβολαιογράφο, μα όλα φαίνονταν τακτοποιημένα. Η αποθανούσα είχε αφήσει διαχειριστές περιουσίας, θα κάλυπταν τους φόρους και την συντήρηση του ακινήτου για πάντα, η Βασιλική θα είχε την κυριότητα… Ναι, αν ήθελε μπορούσε να πάει να μετακομίσει κιόλας εκεί, από την άλλη εβδομάδα κιόλας!

Πέρασε, το ίδιο απόγευμα, από εκεί για να δει το σπίτι. Ήταν στην άκρη ενός δρόμου ο οποίος είχε κι άλλα σπίτια, μικρότερα όλα όμως απ’ αυτό. Θα το έλεγες και μεγάλη μεζονέτα, παλιακής κατασκευής όμως, πριν τον πόλεμο. Συντηρημένο στην εντέλεια φαινόταν παρ’ όλα αυτά, φρεσκοβαμμένο, το γρασίδι στον κήπο κουρεμένο και ποτισμένο, κάτι δεντράκια στην αυλή περιποιημένα… Όνειρικό ήταν το μέρος!

Καθώς έκανε να φύγει η Βασιλική και να μπει πάλι στο ταξί το οποίο είχε ορμηνέψει να περιμένει για μερικά λεπτά, μια μαυροφορεμένη γυναίκα μεγάλης ηλικίας, απ’ αυτές τις θεούσες πρέπει να ήταν γιατί μύριζε λιβάνι από μακριά, πλησίασε την καγκελόπορτα στα δεξιά της και την κοίταξε επίμονα. Την άκουσε να λέει, με σιγανή φωνή: «Είσαι η καινούργια, ε; Εμ βέβαια, ποια θα ‘σαι. Φύγε από δω. Φύγε, τώρα που είναι ακόμα νωρίς, τ’ ακούς; Φύγε!»
Γύρισε και την κοίταξε έντονα η Βασιλική. Ποια είναι αυτή η κυρία, και μιλούσε όντως στη Βασιλική ή την είχε μπερδέψει με καμιά άλλη; Εκεί που ξεροκατάπιε λίγο και πήγε να της απαντήσει, ξεκίνησε να περπατάει τρεκλίζοντας προς το σπίτι απέναντι, ένα δίπατο με πολύ απεριποίητο κήπο γεμάτο με κάτι σα στάχια, τραγουδώντας. Τραγουδούσε το «Μη φύγεις, που θα πας» με σιγανή, σταθερή και μελωδική φωνή:

«Μη φύγεις που θα πας
μονάχη αν μ’ αφήσεις τι θα κάνω
κι αν άλλην αγαπάς
μου μένει ξεχασμένη να πεθάνω»

Η Βασιλική σώπασε. Κρίμα, η γυναίκα. Θα είχε κάποιο πρόβλημα φαίνεται… σ’ όλες τις γειτονιές υπάρχει και μια τέτοια. Μπήκε στο ταξί και έφυγε, βγάζοντας την απ’ το μυαλό της. Τις επόμενες ημέρες, μπήκε σε διάθεση μετακόμισης. Πακέταρε, μέτρησε, πέταξε σαβούρες και σε δέκα μέρες είχε ήδη μετακομίσει στο νέο της σπίτι. Δεν το πίστευε ακόμα: Νέο της σπίτι! Αισθανόταν πολύ τυχερή, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχε κερδίσει έναν ψηλό αριθμό του λαχείου ας πούμε!
Ανακάλυψε πως το νέο σπίτι ήταν επιπλωμένο και μάλιστα με έπιπλα υψηλότατης ποιότητας, ορισμένα ήταν εποχής, ενώ ορισμένα άλλα, όπως η κουζίνα, ήταν σύγχρονα. Ήταν πολύ μεγάλο το σπίτι βέβαια, συγκριτικά με το δυάρι που έμενε πριν η Βασιλική, οπότε δεν πτοήθηκε και ιδιαίτερα – αποφάσισε να κρατήσει τα έπιπλα όπως ήταν γιατί ταίριαζαν σ’ αυτό το σπίτι και αποθήκευσε τα περισσότερα δικά της σε δύο άδεια δωμάτια στον πάνω όροφο που μάλλον ήταν υπνοδωμάτια κάποτε, γιατί είχαν ντουλάπες και συρτάρια από εξαιρετικό ξύλο, όμως αυτή τη στιγμή ήταν άδεια.

Το πιο εντυπωσιακό δωμάτιο στο σπίτι ήταν, δίχως αμφιβολία, το μεγάλο υπνοδωμάτιο! Είχε ένα τεράστιο κρεβάτι (με ουρανό!) και γύρω-γύρω αρκετούς καθρέφτες χτισμένους στον τοίχο. Ήταν αδύνατο να κινηθείς κάπου μέσα στο δωμάτιο και να μην κάνουν αντανάκλαση οι καθρέφτες, αλλά αυτό ήταν και η μαγεία του πράγματος – είχες πολλά είδωλα και οι ακτίνες του ήλιου με τη διάθλαση σχημάτιζαν κάτι σαν ουράνια τόξα εδώ και ‘κει. Ήταν λες και είχε μελετηθεί για τον παράδεισο, το δωμάτιο. Η Βασιλική το αγάπησε με την πρώτη ματιά.

Πέρασαν κάποιες μέρες και τακτοποιήθηκε πλήρως η Βασιλική. Φώναξε και τις φίλες της για καφέ στον κήπο της, οι οποίες την πείραζαν και της έλεγαν ότι πλέον, έχει και προίκα αξιοζήλευτη, οπότε το να βρει άντρα θα ήταν υπόθεση ημερών! Γελούσαν και έκαναν σχέδια όλες μαζί για το τι θα έκαναν μόλις έβγαινε το οριστικό διαζύγιο.

Λίγες νύχτες αργότερα, έτυχε μια φορά και η Βασιλική θέλησε, στη μέση της νύχτας, να πάει να πιει νερό στην κουζίνα. Πράγματι, φόρεσε τις παντόφλες της και πήγε προς τα εκεί, ενθυμούμενη -γιατί ακόμα δεν το είχε συνηθίσει- ότι έπρεπε να περάσει από κάμποσα δωμάτια και να κατέβει στον κάτω όροφο για να πάει εκεί, δεν έμενε στο δυάρι πια. Καθώς περνούσε από το χολ που το έλουζε το φως του φεγγαριού, φευγαλέα, για μια στιγμή μόνο, της φάνηκε ότι σε ένα μεγάλο καθρέφτη εμφανίστηκε μια εικόνα: Μια νέα γυναίκα καθισμένη σε μια πολυθρόνα με ένα κουτί σοκολατάκια στα χέρια – το κουτί είχε σχήμα καρδιάς. Καθώς πήγε να εστιάσει το βλέμμα της στον καθρέφτη, κοίταξε προς τα πάνω με ένα σαρδόνιο χαμόγελο και η εικόνα εξαφανίστηκε.
Η Βασιλική τίναξε το κεφάλι της. Τι διάτανο, τόσο βαθύ ύπνο έκανε που το όποιο όνειρο έβλεπε τα σκεφτόταν ακόμα; Πλησίασε τον καθρέφτη και δεν είδε τίποτα εκτός από τη νυσταγμένη, αναμαλλιασμένη κεφάλα της. Χασμουρήθηκε, πήγε και ήπιε το νερό της και γύρισε στην κρεβατοκάμαρα σα να μη συνέβαινε τίποτα. Όνειρα που βλέπει ο κόσμος ώρες-ώρες…

Εκείνο το Φλεβάρη, στις 13 του μήνα η Βασιλική έλαβε ένα πολύ χαρμόσυνο τηλεφώνημα: Ο Απόλλωνας, ο δικηγόρος της, την ενημέρωσε ότι οριστικοποιήθηκαν όλα τα χαρτιά και τελεσίδικα πλέον ήταν ελεύθερη, με όλα τα στοιχεία υπέρ της, της επιδικάστηκε διατροφή, μέρος της περιουσίας του μαλάκα του πρώην, και τα συναφή. Η απόφαση είχε άμεση ισχύ από σήμερα κιόλας, της έστειλε με email και τις σχετικές πράξεις πρωτοκόλλου.

Το ίδιο βράδυ, διοργάνωσε στα γρήγορα ένα φοβερό πάρτι με τις φίλες της – ήπιαν το Βόσπορο, έβγαλαν το άχτι τους με όλους τους πρώην και φυσικά, γέλαγαν χωρίς σταματημό! Ξημέρωνε 14 Φεβρουαρίου όταν είχε μαζέψει τα σκουπίδια και τακτοποιήσει η Βασιλική, πριν καταφέρει ξέπνοη και ζαλισμένη να ανέβει προς την κρεβατοκάμαρά της.

Όταν έφτασε απ’ έξω από την κλειστή πόρτα, της φάνηκε πως άκουγε μια μελωδία από μέσα, αχνή όμως, δε μπορούσε να καταλάβει τι ήταν ακριβώς. Σκέφτηκε πώς μπορεί να είχε αφήσει την τηλεόραση αναμμένη και άνοιξε την πόρτα.

Το δωμάτιο ήταν θεοσκότεινο. Πήγε να ανάψει το φως, αλλά δεν έγινε τίποτα. Ένα αεράκι φύσηξε και η πόρτα έκλεισε με πάταγο. «Περίεργο, να έπεσε άραγε καμιά ασφάλεια;» σκέφτηκε η Βασιλική, αλλά όταν πήγε να ανοίξει την πόρτα ένιωσε το πόμολο να είναι αφύσικα κρύο και τίναξε το χέρι της μακριά ενστικτωδώς. Πριν προλάβει να σκεφτεί «Τι στο διάολο συμβαίνει εδ…» είδε, νόμισε πως είδε δηλαδή, μια εικόνα, μια αντανάκλαση μέσα στους καθρέφτες.
Ήταν η ίδια γυναίκα που είχε δει εκείνο το βράδυ που πήγε να πιει νερό, σίγουρα ήταν αυτή, απλά τώρα ήταν πιο μεγάλη, γριά και όχι νέα και όμορφη. Κρατούσε ακόμα το κουτί με τα σοκολατάκια, μα είχε σαπίσει το χαρτί και μέσα στις θήκες αντί για σοκολάτες, είχε ζωύφια και έντομα να πηγαινοέρχονται. Δίπλα της, ένα γραμμόφωνο έπαιζε μια γνώριμη μελωδία:

«Μη φύγεις που θα πας
μονάχη αν μ’ αφήσεις τι θα κάνω
κι αν άλλην αγαπάς
μου μένει ξεχασμένη να πεθάνω»

Καθώς κοιτούσε αποσβολωμένη η Βασιλική, η κυρία σηκώθηκε και την πλησίασε, κοιτώντας τη απευθείας στα μάτια. Τα χείλη της ανοιγόκλεισαν, δεν ακούστηκε φωνή, αλλά μετά από κάποια δευτερόλεπτα ήταν σα να άκουσε κάτι μέσα στο κεφάλι της «Εσύ είσαι η λεγάμενη, ε; Δεν θα μου τον πάρεις εσύ, όχι! Θα γυρίσει σε μένα, ακούς; Μόνο σε μένα! Για πάντα, σε μένα!»

Έβγαλε ένα ξυράφι με φαλτσέτα από τη ρόμπα της και έκανε μια γρήγορη κίνηση σα να κόβει κάτι στον αέρα. Το ξυράφι, ξαφνικά, εμφανίστηκε στο δωμάτιο, σα να πέρασε τον καθρέφτη, σα να υπήρχε και μέσα και έξω απ’ τον καθρέφτη και έκοψε το λαιμό της Βασιλικής στα δύο. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, ήταν νεκρή, με το δωμάτιο γεμάτο αίματα στο πάτωμα.

Με τη μελωδία ακόμα να παίζει, εμφανίστηκε δίπλα στη γηραιά κυρία ένας μαυροφορεμένος άντρας και την αγκάλιασε από τους ώμους. Η γηραιά κυρία Ντελιβάνη, χαμογέλασε ευχαριστημένη. Η κατάρα της για τη λεγάμενη και πάλι έπιανε, όπως τις άλλες φορές, ο Χαράλαμπος γυρνούσε στην αγκαλιά της, του Αγίου Βαλεντίνου ανήμερα, έστω και τότε, έστω και αργά.

Μετά από μερικούς μήνες, ένας συμβολαιογράφος ειδοποίησε μια γυναίκα από την Αθήνα ότι η πελάτης του, Ευμορφία Ντελιβάνη, είχε αφήσει μια διαθήκη…